Ήταν, λέει, σε μια «κοινωνική εκδήλωση»▪ μια γιορτή. Αυτό ήταν προφανές τόσο από το εορταστικό κλίμα όσο και από τα ρούχα που φορούσε αυτός και οι υπόλοιποι. Θυμάται να είδε την αντανάκλαση του σ’ ένα παράθυρο και να είδε το εαυτό του να φορά μαύρο κοστούμι με λευκό πουκάμισο και παπιγιόν. Η πρώτη του σκέψη ήταν ότι έμοιαζε σε πιγκουίνο. Ακόμη χειρότερα το ντύσιμο παρέπεμπε σε «κοράκι», αλλά τότε θυμήθηκε πως αυτά φόραγαν γραβάτες. Έτσι, αυτό που απόμενε ήταν ο σερβιτόρος. Ναι, αυτό πρέπει να ήταν!
Τώρα που ήξερε «τι» ήταν το επόμενο που έπρεπε να μάθει ήταν το «που». Το μέρος δεν του ήταν άγνωστο (άρα είχε ξαναβρεθεί εκεί) αλλά δεν του ερχόταν στο μυαλό που ήταν. Κοίταξε έξω από ένα μεγάλο παράθυρο και είδε γρασίδι. Για την ακρίβεια είδε ένα μικρό ποδοσφαιρικό γήπεδο. Κατάλαβε πως ήταν στο προπονητικό κέντρο. Τώρα όλα έδεναν μεταξύ τους.
Γύρισε και κοίταξε πίσω του και είδε όλο το ποδοσφαιρικό τμήμα να μαζεύεται για να παρακολουθήσει κάτι σαν ανακοίνωση. Λίγα μέτρα πιο κει (δεν ήταν και μεγάλος άλλωστε ο χώρος) ήταν ένα μικρό βάθρο που ίσα-ίσα χώραγε 2 άτομα (άντε και 3 αν στριμώχνονταν). Τούτη τη φορά δεν ήταν οι παίκτες ντυμένοι σαν γκαρσόνια▪ ήταν αυτός. Τούτη τη φορά δεν τον υπηρετούσαν, τους υπηρετούσε. Αν και δεν ήταν οι ίδιοι όπως τότε ακόμη κι έτσι έπαιρναν αναδρομικά τη εκδίκηση τους. Όσοι είχαν στο μεταξύ αποχωρήσει θα γέλαγαν με την ψυχή τους όταν έβλεπαν τις φωτογραφίες.
Αυτό ήταν! Και μια ελπίδα γεννήθηκε στο μυαλό του. Δεν θ’ άφηνε καμία φωτογραφία να βγει προς τα έξω. Τότε, όμως, θυμήθηκε τον Βόσνιο και όλα τα προβλήματα που του δημιουργούσε με τις αναρτήσεις τους στα φέισμπουκ και τα ινσταγκράμια. Οπότε, σκέφτηκε πως ήταν πλέον πολύ αργά να κάνει οτιδήποτε. Τουλάχιστον μπορούσε να μειώσει την ξεφτίλα κάνοντας όσο καλύτερα μπορούσε την δουλειά που είχε να κάνει. Μπορούσε να προσπαθήσει να πείσει μέσω των «χατζηαβάτηδων» ότι εκείνος ήθελε να το κάνει και δεν τον είχαν υποχρεώσει. Ποιος θα το πίστευε, αυτό ήταν άλλο θέμα.
Ένοιωσε ένα χέρι στην πλάτη και ταυτόχρονα άκουσε μια φωνή να του λέει: «Πρόεδρε, είναι ώρα.». κοίταξε και είδε την γνώριμη φάτσα του «δεξιού χεριού» του. «Αν δεν είχα κι αυτόν τι θα έκανα με τόσους άχρηστους που με περιστοιχίζουν;» σκέφτηκε. «Τι ώρα;» ρώτησε. «Φυσικά, να παρουσιάσεις τον προπονητή το ξέχασες;» απάντησε το «δεξί χέρι» του και συνέχισε «Είσαι καλά Πρόεδρε; Να σου φέρω κάτι να πιείς;». «Όχι καλά είμαι. Ας το κάνω να τελειώνω. Θέλω να γυρίσω σπίτι.» είπε και κατευθύνθηκε προς τον (νέο) προπονητή της ομάδας.
Όταν ξύπνησε δεν θυμόταν τι είπε συστήνοντας (ξανά) τον προπονητή στους παίκτες (προφανώς υπήρχαν και νέοι που δεν τον ήξεραν), αλλά αυτό δεν τον πείραζε γιατί δεν είχε σημασία. Θυμόταν, όμως, ότι αισθανόταν σαν παρουσιαστής σε σόου. «Κονφερασιέ» τους έλεγαν όταν ήταν μικρός. Θυμόταν, επίσης, πως ένοιωσε ηλίθιος όταν κατάλαβε πως αυτός ένας επιχειρηματίας που κάποτε τρομοκρατούσε τους ανταγωνιστές του είχε καταλήξει να παίζει δύο (άντε τρείς) ρόλους. Ο ένας ήταν του «κονφερασιέ» όταν παρουσίαζε στους παίκτες τον νέο προπονητή ή/και τον «αθλητικό διευθυντή». Ο άλλος ήταν αυτός του «σκιάχτρου» όταν 2-3 φορές τον χρόνο έπρεπε να πάει στα Σπάτα να τα «ψάλλει» στους παίκτες μόνο και μόνο για να κερδίσουν κανα-δυό παιχνίδια στην αρχή και στη συνέχεια να τον «γράψουν» κανονικά συνεχίζοντας να κάνουν τα δικά τους. Ίσως να είχε καλύτερο αποτέλεσμα αν τους τηλεφωνούσε με «απόκρυψη» και τους απειλούσε έναν-έναν▪ αλλά αυτό θα έπαιρνε πολύ χρόνο και μέχρι να τελειώσει θα του είχαν περάσει τα νεύρα. Όχι αυτό (ο τρίτος του ρόλος) ήταν για «μεμονωμένες περιπτώσεις».
Το χειρότερο απ’ όλα ήταν πως τα κωλόπαιδα (οι παίκτες) ποντάροντας στο ότι ΔΕΝ μπορούσε να διώξει παραπάνω από έναν-δυό σαμπόταραν ανοιχτά τους προπονητές που εκείνος επέλεγε ξεφτιλίζοντας τον ακόμη περισσότερο. Έκανε πως δεν καταλάβαινε, αλλά ήξερε πως δεν έβρεχε. Παραδοσιακά στις περιπτώσεις αυτές έβαζες τους «χατζηαβάτηδες» (πρώην «γιουσουφάκια») να γράφουν και να λένε πως «Ο ΧΧΧ έχει χάσει τ’ αποδυτήρια.» και αυτομάτως προετοίμαζες το έδαφος για την αλλαγή.
Τα είχε βαρεθεί όλα αυτά. Ήταν ώρα να πουλήσει και να σηκωθεί να φύγει όσο γινόταν γρηγορότερα. Αυτή η ομάδα μπορούσε να γίνει η καταστροφή του. Ελάχιστοι μόνον εκτιμούσαν αυτούς που πέρασαν από την Διοίκηση της. Φοβόταν μη τυχόν είχε την τύχη του Μάκη. Αυτό σκέφτηκε και ένα ρίγος τον διαπέρασε. «Αγνώμονες όλοι τους.» ξανασκέφτηκε. Έπρεπε να πουλήσει, αλλά κι αυτό δεν ήταν καθόλου εύκολο. Όχι μόνο γιατί πολύ δύσκολα θα εύρισκε κάποιον πρόθυμο να δώσει τα λεφτά που ζητά▪ αλλά κυρίως επειδή ελάχιστοι ήθελαν να συναλλαχθούν μαζί του. Ακούς εκεί μερικοί να νομίζουν ότι είναι καλύτεροι (ανώτεροι) του. Στο κάτω-κάτω (σχεδόν) όλοι με τον ίδιο τρόπο έκαναν τα λεφτά τους.
Αυτές τις τελευταίες σκέψεις δεν ήταν σίγουρος αν τις έκανε στο ύπνο ή το ξύπνιο του. Έτσι κι αλλιώς λίγη σημασία είχε πια. Έπρεπε -άμεσα- να πουλήσει και να «ρίξει μαύρη πέτρα πίσω του». Ακόμη κι έτσι, ακόμη και να τα κατάφερνε δεν ήταν καθόλου σίγουρο ότι την επόμενη στιγμή θα έβρισκε την ηρεμία του. Το χειρότερο είναι πως δεν θυμόταν αν τη είχε πράγματι και ποτέ.
01 Γενάρη 2021
«πανταχού παρών 1».






















































































