Font Size

SCREEN

Cpanel
Νέα σε τίτλους:

ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΙΣΤΟΡΙΑΣ & ΟΡΓΑΝΩΣΗΣ (ΟΤΑΝ Η ΕΘΝΙΚΗ ΕΛΛΑΔΑΣ ΧΑΝΕΙ ΣΤΟ ΔΙΚΟ ΤΗΣ ΠΑΙΧΝΙΔΙ)

Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΙΣΤΟΡΙΑΣ & ΟΡΓΑΝΩΣΗΣ
(ΟΤΑΝ Η ΕΘΝΙΚΗ ΕΛΛΑΔΑΣ ΧΑΝΕΙ ΣΤΟ ΔΙΚΟ ΤΗΣ ΠΑΙΧΝΙΔΙ)

Οι λαοί (και όχι μόνο) «πάνε μπροστά» μόνο αν και όταν αντλούν διδάγματα από την ιστορία τους. Σε πολλές περιπτώσεις κάπου στην πορεία ξεστρατίζουν προσπαθώντας να εφαρμόσουν κάτι πιό «σύγχρονο και αποτελεσματικό» και πολύ συχνά έχουν καταστροφικά αποτελέσματα. Αυτό συμβαίνει επειδή κάθε πρότυπο οργάνωσης απαιτεί από αυτόν που θα το αντιγράψει για να το χρησιμοποιήσει να έχει και την κατάλληλη ψυχοσύνθεση ή για να το πούμε πιό απλά «να είναι φτιαγμένος γι’ αυτό». Αυτό ισχύει ειδικά αν σκεφτούμε πως τα πρότυπα οργάνωσης αρχικά φτιάχτηκαν από κάποιους (τους οποίους επιθυμούμε ν’ αντιγράψουμε) με συγκεκριμένη ψυχοσύνθεση για τους οποίους και λειτουργούν ομαλά (ενώ γι’ άλλους πιθανόν όχι).

Οι Έλληνες στην Ιστορία δεν έγιναν γνωστοί για τις επιθετικές τους αρετές (αν και όποτε χρειάστηκε να επιτεθούν δεν αντιμετώπισαν ιδιαίτερο πρόβλημα) αλλά για τα συστήματα τους (τακτικές), την οργάνωση και εφευρετικότητα τους και την πειθαρχία τους.

Ακόμη και στην Επανάσταση του ’21 η νίκη (όσες φορές στεφάνωσε τα ελληνικά όπλα) έγινε κατορθωτή εξαιτίας των «ταμπουριών». Τα ταμπούρια (συνώνυμο του προμαχώνα) ήταν πρόχειρες κατασκευές σε φυσικά οχυρές κατά προτίμηση θέσεις πίσω από τα οποία οχυρώνονταν οι πολεμιστές.

Την Τρίτη 14 Οκτώβρη 2014 θα την θυμόμαστε για την «ντροπιαστική» ήττα της Εθνικής μας ομάδας από αυτήν της Β. Ιρλανδίας. Θα μπορούσε όμως να μας γίνει παράδειγμα και μάλιστα φωτεινό σχετικά με τα όσα έχουμε λησμονήσει (σε σχέση με το παρελθόν μας) και την σημασία τους στην ιστορική εξέλιξη της χώρας μας.

Προτού συνεχίσουμε με το κυρίως –κατά τη γνώμη μας πάντα– θέμα, καλό θα ήταν να παρουσιάσουμε (τουλάχιστον στατιστικά) την Β. Ιρλανδία. Η Β. Ιρλανδία λοιπόν η οποία ως κρατική υπόσταση προήλθε από τον διαμελισμό της Ιρλανδίας (εξαιτίας της θρησκευτικής διαφοροποίησης μερίδας των Ιρλανδών σαν αποτέλεσμα της Βρεττανικής κυριαρχίας) έχει:

  • Έκταση 13.843 τετραγωνικά χιλιόμετρα (το 10% της Ελλάδας).
  • Πληθυσμό περίπου 1,8 εκ (περίπου το 20% της Ελλάδας).
  • Σκληροτράχηλους κατοίκους.

Για να έχετε ένα ακόμη μέτρο σύγκρισης να σημειώσουμε ότι η Β. Ιρλανδία είναι λίγο μικρότερη από την Θεσσαλία αλλά έχει σχεδόν 1 εκ. κατοίκους παραπάνω.

Πάμε τώρα στο προκείμενο. Ο αγώνας ήταν χαμένος από την ώρα που παρατάχθηκαν οι ομάδες στο γήπεδο. Η αντίπαλη ομάδα παρατάχθηκε με πολύ κοντά τις τρείς γραμμές της σε μία πυκνή παράταξη, η οποία έκανε αφενός εύκολη την άμυνα και αφ’ ετέρου πονοκεφάλιαζε τον επιτιθέμενο ο οποίος δεν μπορούσε να διεισδύσει για να καταφέρει να φτάσει στην Β. Ιρλανδική εστία. Η πυκνότητα παικτών ανά τετραγωνικό μέτρο συγκρινόταν μόνο με αυτή λαθρομεταναστών που στοιβάζονται στην καρότσα φορτηγού αυτοκινήτου. Έτσι η έλλειψη παικτών οι οποίοι να διακρίνονται για τις κάθετες ακριβείας μπαλιές τους δυσκόλεψε ακόμη περισσότερο τα πράγματα. Συνεπώς ήταν μοιραίο όταν βρεθήκαμε πίσω στο σκόρ από το πρώτο δεκάλεπτο (το οποίο μάλιστα ήταν το προϊόν μιας ασφυκτικής πίεσης των αντιπάλων μας για κάποια λεπτά) και εξαιτίας της πλημελούς ψυχολογικής μας προετοιμασίας (παραήμασταν χαλαροί) ν’ αρχίσουμε τις γιόμες (τις επονομαζόμενες και «σέντρες», όρος που χρησιμοποιείται για να συσκοτίσει τα πράγματα).

Μας έπαιξαν όπως παίζαμε στο παρελθόν εμείς τους αντιπάλους μας και ειδικά όσους θεωρούσαμε ανώτερους μας, ανεξάρτητα από την έδρα στην οποία αγωνιζόμασταν. Μας αντιμετώπισαν με τον μοναδικό τρόπο ο οποίος προσφέρει τις μεγαλύτερες πιθανότητες επιβίωσης. Μας κατέβαλλαν με την θέληση για ζωή (ή αν θέλετε την άρνηση ν’ αποδεχθούν τη μοίρα τους) που δείχνουν οι «καταδικασμένοι» (από κάποιους που κομπάζουν πως «τα ξέρουν όλα»). Μας απέδειξαν ότι όλα κρίνονται εντός του γηπέδου, ειδικά σε μιά συγκυρία κατά την οποία οι ομάδες που συμμετείχαν στο Μουντιάλ έχουν «πρόβλημα κόπωσης» από τους εμβόλιμους καλοκαιρινούς αγώνες. Μας δίδαξαν ότι όταν όσοι χρησιμοποιούν «μαγικά φίλτρα» (για ν’ αντεπεξέλθουν στην πληθώρα των αγώνων κάθε περιόδου) πρέπει να σταματήσουν την χρήση για να μην έχουν σοβαρότερα προβλήματα υγείας, τό πάθος και η σωματική δύναμη φτάνουν και περισσεύουν για να νικήσεις οποιονδήποτε αντίπαλο. Άλλωστε ακόμη και αν δεν ήταν η ήττα της εθνικής μας ομάδας τα στραβοπατήματα της Γερμανίας και της Ισπανίας, καθώς και άλλες μικρότερες «εκπλήξεις» είναι επαρκής απόδειξη.

Υπάρχει όμως και ένα άλλο ιστορικό δίδαγμα το οποίο αντλούμε από την Επανάσταση του ’21 και σχετίζεται με τον τρόπο επιλογής του ανθρώπου που «κάνει κουμάντο». Η Επανάσταση του 1821 έπασχε από πολλές παθογένειες, κυριότερη από τις οποίες ήταν η ανυπαρξία έστω και στοιχειώδους οργάνωσης. Τα πράγματα χειροτέρευαν από τη στιγμή που κάθε οπλαρχηγός όντας και αρχηγός του αντίστοιχου μισθοδοτούμενου στρατιωτικού σώματος έβαζε το προσωπικό του συμφέρον πάνω από το γενικότερο (κάτι που ήταν αναμενόμενο και ίσως δικαιολογημένο, αφού αυτό έκανε και η πολιτική ηγεσία που συντόνιζε τον Αγώνα). Τέλος πρέπει να προσθέσουμε την γενικότερη απειθαρχία όπως και την έλλειψη έστω και της βασικότερης στρατιωτικής εκπαίδευσης. Όσο ο Αγώνας διεξήγετο εναντίον των Τούρκων (οι οποίοι εκτός της αιμοσταγούς φήμης που τους συνόδευε) κατά τ’ άλλα δεν διέφεραν σημαντικά από τους Έλληνες, η εξέλιξη ήταν καλή για τα ελληνικά όπλα (κυρίως γιατί λόγω της υπερηφάνειας τους υποτιμούσαν τους επαναστατημένους Έλληνες όπως π.χ. ο Κιουταχής). Όταν ο Σουλτάνος στράφηκε για βοήθεια στην Αίγυπτο η οποία αποτελούσε το πιό δυναμικό και εκσυγχρονισμένο τμήμα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, μαύρα σύννεφα μαζεύτηκαν στην Ελλάδα. Οι Αιγύπτιοι έχοντας ευρωπαϊκά οργανωμένο στρατό ήταν κατά πολύ ανωτέροι μας. Μόλις αυτό έγινε πλήρως κατανοητό άρχισε κυριολεκτικά «την τελευταία στιγμή» ν’ αναθερμένεται η συζήτηση για την δημιουργία κανονικά εκπαιδευμένου επαγγελματικού στρατού (τακτικού), η οποία όμως θα είχε ως βασική της επίπτωση την ενοποίηση όλων των επαναστατικών σωμάτων και άρα τον υποβιβασμό των οπλαρχηγών σε αξιωματικούς του στρατού αυτού.

Ανατέθηκε λοιπόν σε ξένους η ηγεσία του στρατού και του ναυτικού. Κατά σειρά πέρασαν από τις θέσεις αυτές οι Κάρολος Φαβιέρος και Ρίτσαρντ Τσώρτς που ανέλαβαν ο ένας μετά τον άλλο την ηγεσία του στρατού, ενώ το ναυτικό διοίκησαν οι Φράνκ Άστιγξ και Τόμας Κόχραν. Ο Τσώρτς στάλθηκε να βοηθήσει τον Καραϊσκάκη στην αποκαλούμενη «Μάχη της Αθήνας» κατά τη διάρκεια της οποίας σκοτώθηκε ο Καραϊσκάκης. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την αρχηστρατηγία ν’ αναλάβει ο Τσώρτς ο οποίος προσπάθησε να εφαρμόσει τακτικές που δεν ταίριαζαν στους τότε Έλληνες μαχητές και οι οποίες οδήγησαν σε ολοκληρωτική ήττα εκείνη την χρονική στιγμή. Δεν μπόρεσε να κατανοήσει τις ιδιαιτερότητες του τότε ελληνικού στρατού και όπως δεν είχε και ιδιαίτερες ηγετικές ικανότητες προκάλεσε μεγαλύτερο κακό παρά καλό.

Κάτι αντίστοιχο σαν τον Κλαούντιο Ρανιέρι, ο οποίος θέλει να τροποποιήσει (προς το καλύτερο εννοείται) τον τρόπο παιχνιδιού της εθνικής μας αλλά δεν φαίνεται να έχει ακόμη εγκλιματιστεί στην ελληνική πραγματικότητα. Και αυτός όπως και ο Τσώρτς έχει να κάνει με βασικά απείθαρχους παίκτες, οι παλαιότεροι από τους οποίους νομίζουν ότι «τα ξέρουν όλα» εξαιτίας των προηγούμενων διακρίσεων τους και ότι ενδεχομένως δεν χρειάζονται καθοδήγηση. Ακόμη και αν η εθνική προκριθεί αυτό δεν θα οφείλεται στον προπονητή (ο οποίος ακόμη δεν έχει επαφή με την ελληνική πραγμτικότητα και μάλιστα είναι αμφίβολο αν θα την αποκτήσει), αλλά από την αντίδραση των παικτών, των οποίων η υστεροφημία βρίσκεται σε κίνδυνο και από την εκ νέου υιοθέτηση της πατροπαράδοτης τακτικής του «ταμπουριού» η οποία ήταν αυτή που μας έφερε ως εδώ. Βέβαια ο Τσώρτς καθότι ήταν και πρίν έρθει στην Ελλάδα υψηλόβαθμος αξιωματικός απελάμβανε κάποιου κύρους που του επέτρεψε να παραμείνει στην χώρα μας όπου και πέθανε για να θαφτεί «δημοσία δαπάνη» από την ελληνική κυβέρνηση, κάτι που δεν πιθανολογούμε ότι θα συμβεί και με τον Ρανιέρι. Για την ιστορία αναφέρουμε πως μετά την Επανάσταση κατέλαβε τη θέση Συμβούλου της Επικρατείας, Πληρεξούσιου στην Α’ Εθνοσυνέλευση του 1843 και μετέπειτα αυτή του Γερουσιαστή.        

Υ.Γ. Τώρα αν κάποιος ρωτήσει γιατί αν και ξένοι δεν την «πάτησαν» οι Ρεχάγκελ και Σάντος η απάντηση είναι μάλλον απλή. Και οι δυό τους ήξεραν που είχαν έρθει. Ο μεν Ρεχάγκελ επειδή κατάλαβε «τι ψάρια μπορούν να πιάσουν» οι Έλληνες παίκτες, ο δε Σάντος επειδή είχε ζήσει για χρόνια μαζί μας και ήταν πλήρως γνώστης της μίζερης ποδοσφαιρικά ελληνικής πραγματικότητας.

 

21 Οκτώβρη 2014.
παρατηρητήριο.

Διαβάστηκε 11873 φορές
 
 
   
Βρίσκεστε εδώ: Αρχική Χρονολόγιο ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΙΣΤΟΡΙΑΣ & ΟΡΓΑΝΩΣΗΣ (ΟΤΑΝ Η ΕΘΝΙΚΗ ΕΛΛΑΔΑΣ ΧΑΝΕΙ ΣΤΟ ΔΙΚΟ ΤΗΣ ΠΑΙΧΝΙΔΙ)