Έτσι τα νεότερα αλλά και τα γηραιότερα μέλη έπρεπε να βασίζονται στους πόρους που τα υπόλοιπα μέλη πρόθυμα θα τους διέθεταν. Και αν για τα νεότερα μέλη υπήρχε η προσδοκία της μελλοντικής συνεισφοράς τους στην Κοινωνία, τα γηραιότερα μέλη περιθάλπονταν αφενός για να τιμηθεί η προσφορά τους και αφετέρου γιατί ακόμη μπορούσαν να προσφέρουν υπηρεσίες όπως η ανατροφή των παιδιών βοηθώντας τους γονείς τους να επικεντρωθούν σε άλλες ασχολίες.
Στη ζωή, όμως, σπανίως τα πράγματα εξελίσσονται όπως θα τα θέλαμε. Πόλεμοι, αρρώστιες και λιμοί (ελλείψεις τροφής) σύντομα δημιούργησαν την ανάγκη της περίθαλψης νεότερων και ηλικιωμένων από άτομα εκτός της οικογένειας τους. Καθώς, όλοι συνεισφέρουν στο Κοινωνικό Προϊόν θα έπρεπε να ήταν αυτονόητο ότι το κόστος της συντήρησης τους θα το επωμιζόταν όλη η Κοινωνία. Δυστυχώς, για πολλούς λόγους αυτό δεν ήταν αυτονόητο. Ακόμη και όταν υπήρχαν οι αντίστοιχες δημόσιες δομές πάντα ήταν μικρότερες από τις ανάγκες ενώ η χρηματοδότηση τους ήταν ελλιπής.
Το κενό στην «Κρατική Κοινωνική Πολιτική» κάλυπταν κατά περιόδους οι πλούσιοι με τα «αγαθοεργίες» τους είτε συνεισφέροντας εφάπαξ ποσά σε εράνους ή/και δωρεές, είτε με την ίδρυση δομών αναλαμβάνοντας το κόστος ίδρυσης και συντήρησης τους για μια περίοδο. Όπως είναι λογικό τα ιδρύματα αυτά για τη συντήρηση τους θα έπρεπε να είχαν εκτός από τις δωρεές και άλλου είδους έσοδα. Στη πράξη αυτό σήμαινε πως θα έπρεπε οι τρόφιμοι τους να εργάζονται. Ως αποτέλεσμα τα ιδρύματα που αναπτύχθηκαν πρώτα και γνώρισαν τη μεγαλύτερη «άνθηση» ήταν αυτά για τα ορφανά και παρατημένα παιδιά και στη συνέχεια ακολούθησαν τα γηροκομεία. Τα ορφανοτροφεία ήταν μια από τις δεξαμενές εργατικού δυναμικού για την πρώιμη βιοτεχνία-βιομηχανία (και τα παιδιά ακόμη αποτελούν «εργατικό δυναμικό» στα «αναπτυσσόμενα κράτη»).
Από την άποψη των «δωρητών/ευεργετών» η ίδρυση και συντήρηση δομών «Κοινωνικής Πρόνοιας» (που στην περίπτωση των παιδιών συνδυάζονταν πάντα με την παροχή «τεχνικής εκπαίδευσης», για να γίνουν «χρήσιμοι πολίτες») ήταν μια πρόδρομη μορφή Φόρου Εισοδήματος. Με τον τρόπο αυτό εξαγόραζαν από τους συμπολίτες τους την υπόληψη τους μειώνοντας ταυτόχρονα τον φθόνο που προκαλούσαν τα πλούτη τους. Δεν είναι λίγο να μην έχεις τύψεις για την «καλή σου Τύχη» και την ίδια ώρα να νομιμοποιείς ηθικά τα υπόλοιπα πλούτη σου. Άσε που στα νεότερα χρόνια οι δωρεές εξέπιπταν από το φορολογητέο εισόδημα, οπότε…
Η κάλυψη μέρους της «Κοινωνικής Πολιτικής» από την «ιδιωτική πρωτοβουλία» ήταν (και συνεχίζει να είναι) επιθυμητή από το Κράτος αφού μειώνει την ανάγκη της δικής του παρουσίας. Μια παρουσία η οποία σε ελεγκτικό -τουλάχιστον- επίπεδο θα έπρεπε να είναι διαρκής. Αυτό, όμως, δεν ισχύει.
Γιατί, αν ίσχυε τότε δεν θα «πέφταμε από τα σύννεφα» από τα οικονομικά εγκλήματα που σε κάθε σκάνδαλο αποκαλύπτονται. Αν το Κράτος έκανε την δουλειά του δεν θα υπήρχε το «σκάνδαλο της Κιβωτού του Κόσμου». Η ανυπαρξία –πρακτικά- Κρατικού ελέγχου αποδεικνύει πως από την πλευρά του το Κράτος αποδέχεται πως κάθε τέτοια ιδιωτική δομή είναι μια επιχείρηση η οποία ως τέτοια πρέπει ν’ αποφέρει κέρδος σ’ αυτούς που την διοικούν. Κέρδος που είναι τόσο μεγαλύτερο όσο πιο διαφημισμένη είναι η δομή. Ποιος «οικονομικά καλοβαλμένος» θα πει «όχι» σ’ έναν ιερέα που έχει βάλει σκοπό της ζωής του να βοηθά τα παιδιά;
Από την υπόθεση της «Κιβωτού» (όπως και από οποιαδήποτε άλλη πριν και στο μέλλον) προκύπτουν δύο ζητήματα:
- Το ένα αφορά το πόσο χρόνο μπορεί κάποιος «να προσφέρει στην Κοινωνία» πριν ν’ αλλοτριωθεί και αρχίσει να ταυτίζει τον εαυτό του με την υπηρεσία που προσφέρει. Γιατί, αν δεχτούμε πως έχει στην αρχή «καλές και αγαθές προθέσεις» τότε είναι αυτή μακρά παραμονή στο ίδιο πόστο που τον αλλοτριώνει και παράγει τα οικονομικά εγκλήματα.
- Το άλλο αφορά την αναγκαία ύπαρξη κρατικών υπαλλήλων/λειτουργών εντός των ιδιωτικών δομών. Δε νοείται να μην είναι σε θέση το αρμόδιο Υπουργείο να γνωρίζει πόσα παιδιά βρίσκονται σε κάθε δομή. Μπορεί η «γραφειοκρατία» να θεωρείται «πληγή», αλλά τουλάχιστον εξασφαλίζει πως όλα καταγράφονται. Από κει και πέρα αυτό που απομένει είναι η αξιοποίηση των καταγραφών αυτών.
Εκτός από το συνεχές ενδιαφέρον των Κρατικών Αρχών και τον διαρκή έλεγχο σ’ όλα τα επίπεδα των δομών «Κοινωνικής Πρόνοιας» είναι η παραδειγματική τιμωρία όσων εξαιτίας της θέσης τους διευκολύνουν τις παρανομίες. Κοινωνικοί λειτουργοί, Κρατικοί υπάλληλοι, δικηγόροι και γιατροί βεβαιώνουν επί πληρωμή (ή κάνουν τα «στραβά μάτια») ότι απαιτείται για να βγει «μαύρο χρήμα». Όλοι αυτοί πρέπει να τιμωρούνται παραδειγματικά. Επιπλέον, κανείς Κρατικός υπάλληλος δεν πρέπει να μένει στην ίδια θέση για πολύ καιρό. Το ίδιο πρέπει να ισχύει και για τα Διοικητικά Συμβούλια των δομών.
Τα εγκλήματα δεν συμβαίνουν επειδή οι δράστες είναι γνήσια κακοί. Ακόμη και ένας κακός δεν μπορεί να εγκληματίσει αν δεν βρει την ευκαιρία. Ο έλεγχος τόσο όσον αφορά την ποιότητα όσο και τη συχνότητα είναι το μόνο προληπτικό «φάρμακο» για οποιουδήποτε τύπου κατάχρηση.
Υ.Γ. Προφανώς όλα τα παραπάνω και δυστυχώς ακόμη χειρότερα ισχύουν για τα γηροκομεία, αλλά και για τη μεγάλη πλειοψηφία των Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων (οι οποίες δήθεν καλύπτουν τα κενά που αφήνουν τα Κράτη). Οι χειρότερες όλων είναι αυτές που θεωρητικά προστρέχουν τους «πρόσφυγες» αποτελούν σημαντικό κομμάτι του παράνομου δικτύου λαθραίας διακίνησης τους. γιατί, όπως και να το κάνουμε αν δεν διακινηθούν παράνομα τόσοι «πρόσφυγες» πως να τους σώσεις βγάζοντας το κατιτί σου; Πως να βγάλουν το ψωμί τους οι δικηγόροι που τους υπόσχονται «χαρτιά» για να μετακινηθούν στη χώρα επιλογής τους; Πως να εκταμιευθούν εκατομμύρια για τη σωτηρία τους;
10 Δεκέμβρη 2022
«πουθενάς 1».






















































































