Πιστεύουν, πως η χρεοκοπία της Σοβιετικής Ένωσης προήλθε επειδή προσπάθησε να λύσει τα οικονομικά της ζητήματα με «Καπιταλιστικούς» τρόπους. Δεν θέλουν -ακόμη- να δουν την αλήθεια πως τον τελευταίο χρόνο του πολέμου στο Αφγανιστάν το κόστος του είχε φτάσει τα 4 δις $ και πως τόσο εξαιτίας των μόνιμων δομικών ζητημάτων και ανεπαρκειών της η Σοβιετική οικονομία δεν μπορούσε να τον χρηματοδοτήσει. Ακόμη περισσότερο εστιάζοντας στις στατιστικές -που στην Σ. Ένωση ευημερούσαν- δεν κατάλαβαν ποτέ τους πως η με το στανιό εκβιομηχάνιση δεν σήμαινε ότι η Ρωσία ξεπέρασε ποτέ τόσο οικονομικά όσο και κοινωνικά-πολιτικά την Φεουδαρχία και πως έγινε μια Καπιταλιστικού τύπου οικονομία (από την οποία στη συνέχεια θα μετέβαινε στον Κομμουνισμό).
Όσοι έχουν ανοιχτά μάτια και μυαλά είναι σε θέση να ξεπεράσουν τις ιδεολογικές αγκυλώσεις και να δουν κατάματα την πραγματικότητα. Ειδικά, όταν τα δεδομένα υποδεικνύουν ότι το «κλασικό μοντέλο» ούτε λειτουργεί, ούτε εξηγεί αλλά ούτε και προβλέπει αυτά που συμβαίνουν. Μια Γερμανίδα οικονομολόγος ήρθε «να ταράξει τα νερά» προτείνοντας ότι ο πληθωρισμός είναι στη φάση αυτή προϊόν της απληστίας των επιχειρήσεων οι οποίες αυξάνουν υπέρμετρα τις τιμές τους (βλέπε εδώ). Γι’ αυτό άλλωστε και οι μεγάλες επιχειρήσεις μειώνουν τους τιμοκαταλόγους τους όταν απειλούνται με αυξημένη φορολόγηση των κερδών τους. Η τελική αποδοχή των απόψεων της Ιζαμπέλας Βέμπερ αφήνει μια αχτίδα αισιοδοξίας όσον αφορά την κυριαρχία του «κλασικού μοντέλου» στη σκέψη των οικονομολόγων. Στο κάτω-κάτω αν μια νέα προσέγγιση εξηγεί καλύτερα την πραγματικότητα αυτό δεν σημαίνει ότι είναι και σωστότερη;
Κάθε χώρα προσπαθεί να πορευτεί οικονομικά όσο γίνεται καλύτερα σ’ ένα γοργά μεταβαλλόμενο και αβέβαιο περιβάλλον. Έρχεται κάποια στιγμή που οι λιγότερο πλούσιες (ή αν προτιμάτε οι φτωχότερες) χώρες νομίζουν πως αν εξεγερθούν εναντίον της κυρίαρχης θα έχουν καλύτερο μέλλον. Βέβαια, κάθε «επανάσταση» θέλει κάποιον «αρχηγό» ο οποίος εκμεταλλευόμενος την πικρία των υπολοίπων θέλει να πάρει τη θέση του κυρίαρχου που σκοπεύει να γκρεμίσει από το θρόνο του. Στη συγκεκριμένη περίπτωση την «επανάσταση» την ξεκινούν οι χώρες του BRICS οι οποίες υπολογίζουν στη συμπαράσταση όλου του Νότου προκειμένου να γκρεμίσουν τις Η.Π.Α. και το $ από τον θρόνο τους. Ωστόσο, ένα νόμισμα είναι κάτι πολύ περισσότερο από μια σειρά χαρτονομίσματα και κέρματα. Είναι πάνω απ’ όλα το σύνολο όσων των χρησιμοποιούν και το εμπιστεύονται. Επιπλέον όταν ένα νόμισμα χρησιμοποιείται από πολλά έθνη-κράτη, τότε υπάρχει ο κίνδυνος υποταγής των περισσότερων απ’ αυτά στο δυνατότερο του συνασπισμού. Στην περίπτωση του Ευρώ μέχρι σήμερα ο «δυνατός» ήταν η Γερμανία και στη συμμαχία των BRICS -αν ποτέ λειτουργήσει- αναμένεται να είναι η Κίνα (βλέπε εδώ).
Ο στόχος της «απο-δολλαριοποίησης» είναι ενδεχομένως επιτεύξιμος όσον αφορά τις μεταξύ των BRICS συναλλαγές, αλλά αν τα μέλη του συνασπισμού αυτού θέλουν να πουλάνε στις Η.Π.Α. και ν’ αγοράζουν από αυτές θα πρέπει να συναλλάσσονται σε Δολλάρια. Ήδη οι Η.Π.Α. έχουν μεταφέρει γραμμές παραγωγής από την Κίνα στην Ινδία και το Βιετνάμ(!) και δεδομένου ότι πάντα υπάρχει ένα πρόθυμο κράτος να παράξει φθηνά γι’ αυτούς πάντα θα βρίσκουν μια λύση. Σε κάθε περίπτωση την παραγωγή κρίσιμων εξαρτημάτων όπως οι ημιαγωγοί (τσιπάκια) αρχίζουν να την μεταφέρουν στις ίδιες τις Η.Π.Α. Σ’ έναν τόσο στενά διασυνδεδεμένο κόσμο όλοι μας έξω και πέρα από κόμπλεξ και ιδεοληψίες πρέπει να προσέχουμε τι ευχόμαστε. Αν όχι για κανέναν άλλο λόγο επειδή μπορεί να οδηγήσει σε μια πραγματικότητα που δεν θα μας αρέσει.
Αν ο πληθωρισμός που βιώνουμε σήμερα μπορεί ν’ αποδοθεί κυρίως στην απληστία των επιχειρήσεων, τότε η παρέμβαση του Κράτους στη λειτουργία της Αγοράς δεν είναι μόνο επιθυμητή αλλά και αναγκαία. Αυτό φαίνεται να το συνειδητοποιούν όλο και περισσότεροι (βλέπε εδώ). Ωστόσο, η «επιστροφή του Κράτους» δεν πρέπει ν’ αφορά την απορρόφηση των ζημιών μετά από κάθε οικονομική κρίση-καταστροφή. Πρέπει να είναι μόνιμη και στοχευμένη προκειμένου να τιθασεύει στην χειρότερη περίπτωση και να σταματά άμα τη εκδηλώσει τους φαινόμενα απληστίας, τα οποία τελικά στρέφονται εναντίον όλων μας ως καταναλωτών ανεξάρτητα από την ιδεολογική μας τοποθέτηση. Η κρατική παρέμβαση στη λειτουργία της Αγοράς οφείλει πάντα να είναι εξισορροπητική με γνώμονα το «Δημόσιο Συμφέρον», δηλαδή το «κοινό καλό». Υπάρχουν, όμως, περιπτώσεις που η κρατική παρέμβαση στην καλύτερη περίπτωση προκαλεί απορίες και στη χειρότερη προβλήματα.
Μια τέτοια περίπτωση φαίνεται να είναι η τροποποίηση της Εργατικής Νομοθεσίας. Στο Σχέδιο Νόμου του Υπουργείου Εργασίας νομοθετούνται μια σειρά από παρεμβάσεις με τις οποίες γίνεται προσπάθεια ν’ αντιμετωπιστεί το νέο εργασιακό τοπίο. Από την πλευρά του Κράτους η στόχευση είναι προφανής: η ρύθμιση του εργασιακού τοπίου φέρνει αύξηση εσόδων και κατά περίπτωση καλυτερεύει(;) την κατάσταση για τους εργαζόμενους. Ωστόσο, οι νέες μορφές οικονομικής δραστηριότητας θέτουν τα δικά τους δεδομένα σε παγκόσμια κλίμακα. Για παράδειγμα η λειτουργία των «πλατφορμών» όπως η UBER έχει δημιουργήσει μια νέα κατηγορία εργαζομένων χωρίς τα βασικά εργασιακά δικαιώματα των υπολοίπων (βλέπε εδώ). Σε κάθε περίπτωση, όμως, ειδικά στον «αναπτυσσόμενο κόσμο» η πρόκληση δεν είναι τα «βασικά εργασιακά δικαιώματα» αλλά η επιβίωση.
Μπορεί η εργασιακή ασφάλεια, η σύνταξη, η ιατρο-φαρμακευτική περίθαλψη και η απεργία να είναι τα «βασικά εργασιακά δικαιώματα» αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι το περιεχόμενο και η έκταση τους παραμένουν αναλλοίωτα. Μια τέτοια περίπτωση είναι η προτεινόμενη με το Σχέδιο Νόμου αλλαγή της ποινικής αντιμετώπισης των απεργών που καταλαμβάνουν τους χώρους εργασίας και του τρόπου «περιφρούρησης» μιας απεργίας. Για τη νομική πλευρά των προτεινόμενων αλλαγών επιχειρηματολογούν οι εργατολόγοι (βλέπε εδώ).
Το πεδίο των «εργασιακών» είναι για όλους τους εμπλεκόμενους ένας δύσκολος γρίφος. Κατ’ αρχάς όλοι θέλουν το καλύτερο από την πλευρά τους. Το Κράτος θέλει πολλά έσοδα και η ανεργία να παραμένει χαμηλή. Οι εργοδότες θέλουν να πληρώνουν όσο γίνεται λιγότερα και οι εργαζόμενοι γι’ αυτούς να είναι και υποχρεωμένοι. Από την άλλη οι εργαζόμενοι επιθυμούν όσο γίνεται υψηλούς μισθούς και ταυτόχρονα να είναι εργασιακά ασφαλείς. Η εξισορρόπηση όλων αυτών των συμφερόντων με βάση την «κλασική θεωρία» γίνεται «αυτόματα» ανάλογα με τις εκάστοτε συνθήκες που επικρατούν στην Αγορά. Ωστόσο, το «αυτόματα» δεν σημαίνει και «ανώδυνα». Κάθε άλλο σε περιόδους αβεβαιότητας οι συγκρούσεις στο εργασιακό πεδίο είναι έντονες. Έτσι, η προτεινόμενη διάταξη εκτός από τις «δρακόντειες» ποινές θέτει το πρακτικό ερώτημα αν υπάρχουν (και πόσες) πλέον στην Ελλάδα επιχειρήσεις τις οποίες ν’ αφορά. Ακόμη περισσότερο σε κάνει ν’ αναρωτιέσαι κατά πόσον τα «εργασιακά δικαιώματα» είναι πάγια και αναφαίρετα και αν μπορούν ν’ αμφισβητηθούν.
Δυστυχώς, η απάντηση δεν αρέσει σ’ όλους. Όλα όσα έχουν να κάνουν με την Οικονομία ανθούν και μαραίνονται σε συνάρτηση με την εκάστοτε φάση του 75-80ετους «Οικονομικού Κύκλου». Στη φάση που βρισκόμαστε τώρα και εξαιτίας της αβεβαιότητας σχετικά με την δυνατότητα ν’ απορροφηθούν οι επιπτώσεις από μια Κίνα σε ύφεση, οι μισθοί θα παραμένουν σχετικά καθηλωμένοι σε σχέση με το κόστος ζωής και τα «εργασιακά δικαιώματα» θα σχετικοποιηθούν στην πράξη. Επιπλέον, αυτό που πρέπει να έχουμε πάντα υπ’ όψη μας είναι πως για να έχεις «εργασιακά δικαιώματα» πρέπει πρώτα να έχεις δουλειά και για να έχεις δουλειά πρέπει πρώτα ν’ αποδεχτείς τον μισθό και τα «εργασιακά δικαιώματα» που σου προσφέρονται.
30 Σεπτέμβρη 2023
«πουθενάς 1».






















































































