Η τελευταία αυτή φράση είναι όλο το «ζουμί» του εκπαιδευτικού ζητήματος. Για την ακρίβεια είναι η μια όψη του (η άλλη είναι ο τρόπος εισαγωγής). Ας τα πάρουμε όμως με τη σειρά.
Η ανώτατη εκπαίδευση στην Ελλάδα αντιμετωπίστηκε μετά τον Β’ Π.Π. από τους γονείς ως η μόνη διέξοδος για να βρουν τα παιδιά τους μια «καλή δουλειά» που θα τους απέφερε ένα «καλό εισόδημα» και μια αντίστοιχα «καλή θέση στην Κοινωνία». Από την άλλη το Δημόσιο Σχολείο για μια σειρά από λόγους φαίνεται να μην μπορεί να προετοιμάσει τους μαθητές για την διαδικασία των «Πανελλαδικών» μέσω των οποίων επιδιώκουν την εισαγωγή τους στα Α.Ε.Ι. Προκειμένου να επιτευχθεί η είσοδος σε κάποια σχολή η μεγάλη πλειοψηφία των υποψηφίων παράλληλα με το Δημόσιο Σχολείο μέσω του οποίου συμμετέχει στις «Πανελλαδικές» φοιτά σε φροντιστήρια τα οποία την προετοιμάζουν γι’ αυτές.
Από την άποψη της «δωρεάν παιδείας» αυτό είναι οξύμωρο, που όμως δεν σταματά εδώ. Παραδοσιακά η ίδρυση Πανεπιστημιακών Σχολών (όπως και στρατοπέδων) υπάκουε και σε μια πελατειακή λογική εξυπηρέτησης τοπικών συμφερόντων από την εκάστοτε Κυβέρνηση. Γιατί για τις τοπικές κοινωνίες η ίδρυση μιας Σχολής ή παραρτημάτων της που θα έφερναν διδακτικό και διοικητικό προσωπικό μαζί με τους φοιτητές ήταν από οικονομική άποψη πολύ σημαντική. Το κόστος φοίτησης για τις οικογένειες των επιτυχόντων είναι σημαντικό κάνοντας την «δωρεάν εκπαίδευση» ένα κακόγουστο αστείο. Οι φοιτητικές εστίες έχουν τα χάλια τους και δεν φιλοξενούν πάντα μόνο φοιτητές, την ίδια στιγμή που μια ξεχειλωμένη και προβληματική ερμηνεία του «Πανεπιστημιακού Ασύλου» έχει μετατρέψει τα Πανεπιστημιακά Ιδρύματα σε «γκέτο» ανομίας.
Η υποχρεωτική φοίτηση με βάση το Σύνταγμα ολοκληρώνεται στο Γυμνάσιο (9ετής). Αναλόγως των δυνατοτήτων όσων συνεχίζουν στο Λύκειο η προσφυγή στο φροντιστήριο ξεκινά από την Α’ Λυκείου. Σε περίπτωση δε επιτυχίας σε Σχολή μακριά από την οικογενειακή εστία η οικονομική επιβάρυνση της οικογένειας συνεχίζεται μέχρι την αποφοίτηση. Η αντίφαση της «δωρεάν παιδείας» με το πραγματικό κόστος που καταβάλουν οι οικογένειες μπορεί να περιοριστεί είτε με την βελτίωση της εκπαίδευσης σε Γυμνάσιο και Λύκειο για να είναι σε θέση οι μαθητές να δώσουν τις εξετάσεις εισαγωγής, είτε με την αλλαγή του τρόπου εισαγωγής▪ ενδεχομένως και με συνδυασμό τους.
Ο νόμος που θα ψηφίσει η σημερινή κυβερνητική πλειοψηφία δεν ασχολείται με την αναβάθμιση της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης (Δημόσιας και Ιδιωτικής). Ρυθμίζει μεν κάποια λειτουργικά ζητήματα των υφιστάμενων Πανεπιστημιακών Ιδρυμάτων, αλλά το πλέον ενδιαφέρον τμήμα του είναι το «ΜΕΡΟΣ Δ’» που αφορά την «ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ» (άρθρα 130-155).
Ο νόμος αυτός ψηφίζεται χωρίς προηγουμένως να έχει τροποποιηθεί το Άρθρο 16 του Συντάγματος με την δικαιολογία πως το συγκεκριμένο άρθρο είναι αντίθετο με το Δίκαιο της Ε.Ε. το οποίο και υπερισχύει. Ωστόσο, όσοι αντιδρούν με τα 26 αυτά άρθρα θεωρούν πως αυτά είναι μια εξυπηρέτηση σε συγκεκριμένα επιχειρηματικά συμφέροντα. Δεν είναι, άλλωστε, τυχαίο πως το θέμα άνοιξε μετά το ενδιαφέρον μιας μεγάλης «εταιρείας συμμετοχών» (CVC) μέσω της οποίας θα γίνει η αρχή. Δεδομένου ότι πρόκειται για μια κερδοσκοπική εταιρεία είναι προφανές πως η λειτουργία παραρτημάτων ξένων Πανεπιστημίων αφορά το κέρδος. Ακόμη και να θεωρήσουμε πως τα συγκεκριμένα ιδρύματα θα είναι «μη κερδοσκοπικά» δεν μπορούμε παρά να δεχτούμε πως με κάποιο τρόπο θα πρέπει να πάρουν πίσω τα χρήματα που θα επενδύσουν σε εγκαταστάσεις και προσωπικό μαζί με το ετήσιο κόστος λειτουργίας τους▪ οπότε το κέρδος είναι απαραίτητο. Άλλωστε, κανείς δεν δουλεύει «για την ψυχή της μάνας του».
Ακόμη κι έτσι, όμως, η ίδρυση μη Κρατικών Πανεπιστημίων δεν θα ήταν το μεγαλύτερο πρόβλημα αν αυτά εποπτεύονταν αποτελεσματικά από το Κράτος. Το Σύνταγμα δεν είναι ένα κείμενο κενό περιεχομένου. Είναι ένας οδηγός των υποχρεώσεων του Κράτους έναντι των πολιτών. Το Άρθρο 16 υποχρεώνει το Κράτος να εποπτεύει την «Τριτοβάθμια Εκπαίδευση». Μια εποπτεία που πέρα και πάνω απ’ οτιδήποτε άλλο θα έπρεπε να είναι «ποιοτική». Θα έπρεπε, δηλαδή, το Κράτος να εποπτεύει την ποιότητα της εκπαιδευτικής διαδικασίας αξιολογώντας το έργο των καθηγητών κάθε Ιδρύματος. Η αξιολόγηση αυτή κάθε άλλο παρά μπορεί να γίνει από τα ίδια τα Ιδρύματα καθώς «κόρακας κοράκου μάτι δεν βγάζει». Οι περισσότεροι από εμάς έχουμε ακούσει ή γνωρίζουμε ιστορίες για ανεπαρκείς καθηγητές οι οποίοι για χρόνια παραμένουν στη θέση τους.
Επίσης, από την άποψη της ποιότητας των σπουδών είναι απαράδεκτο Σχολές του ίδιου αντικειμένου (Νομικές) διαφορετικών όμως ιδρυμάτων να βγάζουν διαφορετικής ποιότητας αποφοίτους, οι οποίοι στη συνέχεια θα προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στην Κοινωνία. Η Εκπαίδευση, ο Πολιτισμός και οι Τέχνες πρέπει να εποπτεύονται και από την ποιοτική σκοπιά τους προκειμένου να επιτελούν την αποστολή τους με τον ίδιο τρόπο που το Κράτος ελέγχει τα τρόφιμα και τα φάρμακα. Είναι λάθος να περιμένουμε να βελτιωθεί η ποιότητα της Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης μόνο μέσω του ανταγωνισμού χωρίς την Κρατική παρέμβαση.
Η ίδρυση μη Κρατικών Πανεπιστημίων είναι μια σημαντική τομή στην Ελληνική Εκπαίδευση η οποία έχει συνέπειες και για την Κοινωνία συνολικά. Ακόμη και αν για λόγους αρχής συμφωνεί κανείς πρέπει να γίνει με τον σωστό τρόπο και για τους σωστούς λόγους. Η τοποθέτηση του πρώην Πρωθυπουργού αλλά και πρώην Υπουργού Παιδείας Γεωργίου Α. Παπανδρέου είναι αποκαλυπτική και καθόλου βολική για την κυβερνητική πρωτοβουλία (βλέπε εδώ).
Ωστόσο, εξίσου σημαντική είναι και η κατάληξη της τοποθέτησης του στην οποία σχολιάζει την ψήφιση από την Ν.Δ. του Άρθρου 16 το 1975 και τον αποκλεισμό τότε των «κοινωνικών φορέων» από την ίδρυση μη Κρατικών Πανεπιστημίων τον οποίο είχε σχολιάσει ο Ανδρέας Παπανδρέου. Ήταν η προσπάθεια της Κυβέρνησης Καραμανλή να ελέγξει πλήρως την Τριτοβάθμια Εκπαίδευση, την οποία πλέον απορρυθμίζει με τις διατάξεις για τα μη Κρατικά Πανεπιστήμια.
Σε μια Χώρα στην οποία παγίως παρεξηγούμε έννοιες όπως Ελευθερία, Δικαιώματα, Υποχρεώσεις και Κράτος η απεμπόληση του παρεμβατικού ρόλου του Κράτους για την εξασφάλιση της σωστής λειτουργίας μιας σειράς τομέων καθίσταται μέρα τη μέρα ο κανόνας. Τίποτα καλό για την Κοινωνία δεν πρόκειται να προκύψει από την παραίτηση αυτή, όπως άλλωστε αποδεικνύουν πλήθος ανάλογων παραδειγμάτων από το εξωτερικό. Μόνο προβλήματα των οποίων η επίλυση θα κοστίσει πολλαπλάσια σε σχέση με το κόστος της Κρατικής παρέμβασης σήμερα.
09 Μάρτη 2024
«πουθενάς 1».






















































































