Font Size

SCREEN

Cpanel
Νέα σε τίτλους:

ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ – ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ. ΠΩΣ ΒΓΑΖΟΥΝ ΤΑ ΠΟΛΛΑ ΛΕΦΤΑ ΟΙ ΡΙΨΟΚΙΝΔΥΝΟΙ ΚΑΙ Η ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗ ΣΗΜΑΤΩΝ ΠΟΥ ΕΧΟΥΝ ΓΡΑΨΕΙ ΙΣΤΟΡΙΑ.

Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ – ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ. ΠΩΣ ΒΓΑΖΟΥΝ ΤΑ ΠΟΛΛΑ ΛΕΦΤΑ ΟΙ ΡΙΨΟΚΙΝΔΥΝΟΙ ΚΑΙ Η ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗ ΣΗΜΑΤΩΝ ΠΟΥ ΕΧΟΥΝ ΓΡΑΨΕΙ ΙΣΤΟΡΙΑ.

Κάποιες φορές η αφήγηση της ιστορίας των επιτυχημένων επιχειρηματιών μπορεί να κρύβει σημαντικά οικονομικά διδάγματα. Διδάγματα τα οποία δεν πρέπει να προσπερνάμε αδιάφορα, αν όχι για κάποιον άλλο λόγο τουλάχιστον επειδή μας αποκαλύπτουν την σημασία και τις επιπτώσεις των κυβερνητικών επιλογών. Επιλογών που κάποιες φορές μπορεί να μας φαίνονται δικαιολογημένες. Επιπλέον κάθε τέτοια αφήγηση κρύβε τουλάχιστον μια παράτολμη (ριψοκίνδυνη) οικονομικά κίνηση. Μια κίνηση η οποία βασίστηκε στην εκ του αποτελέσματος σωστή «ανάγνωση» της συγκυρίας, κάνοντας έτσι βαθύπλουτο τον επιχειρηματία που ρίσκαρε. Στο σημερινό κείμενο θ’ ασχοληθώ με την επιχειρηματική δράση τόσο της οικογένειας Γιαννακόπουλου όσο και γνωστού επιχειρηματία με εμπλοκή και στον αθλητισμό.

Η επιχειρηματική δράση της οικογένειας Γιαννακόπουλου.

Με βάση όσα ευρέως είναι γνωστά για την οικογένεια Γιαννακόπουλου, αυτή ξεκίνησε από το φαρμακείο που είχε ανοίξει ο πατέρας των Παύλου & Θανάση (για να μείνουμε μόνο στα δύο από τα τρία αδέρφια που είναι γνωστά). Στη συνέχεια το φαρμακείο έγινε φαρμακοβιομηχανία, η οποία μετά από 20ετή λειτουργία μετατράπηκε σε Α.Ε. και μετονομάστηκε στην γνωστή μας πλέον «ΒΙΑΝΕΞ». Ωστόσο όπως μπορεί να διαβάσει κάποιος εδώ δεν ήταν η ενασχόληση τους με το φάρμακο που τους έκανε πλούσιους. Ίσα-ίσα που τα έσοδα από το φαρμακείο ΔΕΝ θα μπορούσαν από μόνα τους να τους απογειώσουν οικονομικά.

Τα όσα ακολουθούν (μαζί με τον απαραίτητο για κάθε περίσταση σχολιασμό) είναι ιδιαιτέρως σημαντικά για όσους θέλουν να μάθουν πως πράγματι λειτουργεί η οικονομία και ν’ αντλήσουν κάποια διδάγματα. Για όλους τους υπόλοιπους θα είναι απλά ένα ευχάριστο ανάγνωσμα. Ένα ανάγνωσμα το οποίο θα επιβεβαιώνει το ρητό: «οι άξιοι και οι ικανοί δεν χάνονται».

 

α. Τα πολλά λεφτά.

Αν, λοιπόν, η λειτουργία του φαρμακείου και της φαρμακοβιομηχανίας τους στο πρώιμο εκείνο στάδιο δεν τους απέφεραν τα «πολλά λεφτά», τότε τι ήταν αυτό; Η τηλεγραφικού τύπου απάντηση (από την οποία δεν προκύπτει κάποιο χρήσιμο συμπέρασμα) είναι: «η λανθασμένη λειτουργία του κρατικού μηχανισμού». Ενός κρατικού μηχανισμού ο οποίος ακόμη και αν είχε «καλές προθέσεις» ΔΕΝ λειτουργούσε αποτελεσματικά και προς όφελος των πολιτών.

Τις περασμένες δεκαετίες η εισαγωγή μπανάνας γινόταν μετά από άδεια του Κράτους, το οποίο εξέδιδε για τον λόγο αυτό άδεια εισαγωγής για άγνωστο κάθε φορά διάστημα π.χ. έναν μήνα από την δημοσίευση της. Αυτό γινόταν κάποιες φορές τον χρόνο και σε χρονικά σημεία που σχεδόν κανείς δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει (άρα και να γνωρίζει).

Το τέτοιο σύστημα ΔΕΝ λειτουργούσε υπέρ κανενός. Αν στόχος ήταν η τροφοδοσία της αγοράς με μπανάνες δυό φορές το χρόνο, τότε αποτύγχανε γιατί η άδεια δινόταν μόνο για έναν μήνα ενώ διάστημα που απαιτείτο από την παραγγελία μέχρι την εισαγωγή ήταν τουλάχιστον το διπλάσιο. Επιπρόσθετα ο καταναλωτής ΔΕΝ θα μπορούσε να υπολογίζει βάσιμα ότι μέσα στο χρονικό διάστημα που ίσχυε η άδεια θα είχε όντως μπανάνες στην αγορά και μάλιστα σε χαμηλή τιμή. Στην πράξη το σύστημα ΔΕΝ λειτουργούσε προς όφελος του καταναλωτή και ήταν στην ουσία τζογαδόρικο. Ευνοούσε, δε, την αδιαφάνεια αφού με αυτά τα δεδομένα μόνον με διασυνδέσεις στο Υπουργείο μπορούσες να ξέρεις πότε θα δοθεί η άδεια.

Ωστόσο, οι Γιαννακόπουλοι κατάφεραν να κερδίσουν τα «πολλά λεφτά» κάνοντας εμπόριο μπανάνας εκείνη την περίοδο. Το συμπέρασμα που βγαίνει από την ιστορία αυτή είναι ότι:

«Κάθε ανορθολογικότητα ή δυσλειτουργία της αγοράς -ειδικά όταν αυτή οφείλεται στην δράση (ή την ανυπαρξία δράσης) της Κρατικής Μηχανής- εκτός του ότι τις περισσότερες φορές προκαλεί αντίθετα αποτελέσματα από ότι επιδιώκονταν αρχικά, έχει σαν αποτέλεσμα τον υπέρμετρο πλουτισμό κάποιων που είτε ρισκάρουν είτε έχουν «εσωτερική πληροφόρηση» είτε και τα δύο.»

 

β. Το ρίσκο στην βιομηχανία φαρμάκου.

Αυτό όμως δεν ήταν το μόνο (ούτε και το μεγαλύτερο) επιχειρηματικό ρίσκο της οικογένειας. Μιας οικογένειας η οποία είναι γνωστή για την επιτυχία της στον χώρο της παραγωγής φαρμάκου.

Η ιστορία τους ξεκινά μεν από το οικογενειακό φαρμακείο, αλλά το 1951 περνά από την εμπορία στην παραγωγή του φαρμάκου. Τότε ιδρύεται η «ΦΑΡΜΑΓΙΑΝ», η οποία είκοσι χρόνια αργότερα αλλάζει όνομα σε «ΒΙΑΝΕΞ» και μετατρέπεται σε Α.Ε. Οι Γιαννακόπουλοι ανέλαβαν την αντιπροσώπευση σχεδόν όλων των μεγάλων ξένων φαρμακευτικών εταιρειών. Ωστόσο η συγκυρία που οδήγησε στην γιγάντωση της «ΒΙΑΝΕΞ» στον χώρο του φαρμάκου ήταν πολιτική με οικονομικές προεκτάσεις και όχι καθαρά οικονομική.

Λίγο πριν τις εκλογές του Οκτώβρη του 1981, το αποτέλεσμα των οποίων είχε από καιρό προεξοφληθεί, ξένες φαρμακοβιομηχανίες που ήταν εγκατεστημένες στην Χώρα μας αποφασίζουν ν’ αποχωρήσουν εκτιμώντας ότι μετά την άνετη επικράτηση Παπανδρέου το οικονομικό κλίμα θα ήταν εχθρικό γι’ αυτές. Πιθανόν να φοβόντουσαν την «εθνικοποίηση» (κατάσχεση από το Κράτος χωρίς ή με μικρή αποχημίωση) των εργοστασίων τους. Η «εθνικοποίηση» ήταν μονόδρομος για κάθε σοσιαλιστικής απόχρωσης κόμμα ερχόταν στην εξουσία όπου γής.

Ωστόσο ο Παύλος Γιαννακόπουλος εκτίμησε διαφορετικά την κατάσταση και παραμένοντας στον χώρο αγόρασε φθηνότερα από την τρέχουσα αξία τους τα εργοστάσια των πολυεθνικών που αποχωρούσαν. Οι τελευταίες τέτοιες αγορές χρονολογούνται στα 1983 & 1985.

Στην «ΒΙΑΝΕΞ» τον Παύλο διαδέχτηκε ο Δημήτρης Γιαννακόπουλος ο οποίος μπορεί μεν να είναι τυπικά Αντιπρόεδρος, αλλά ως Διευθύνων Σύμβουλος «έτρεχε» την εταιρεία. Δεδομένου του πολύ μεγάλου για τον χώρο μεγέθους της αλλά και της Ελληνικής ιδιοκτησίας της η «ΒΙΑΝΕΞ» αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα. Όσα λένε και όσα κάνουν αποκτούν ιδιαίτερη βαρύτητα, ακόμη και αν είναι αιρετικά και για την πλειοψηφία του επιχειρηματικού κόσμου «λάθος».

Μια τέτοια περίπτωση είναι η ομιλία του Δημήτρη Γιαννακόπουλου σε εκδήλωση του Ελληνο-Βρετανικού Επιμελητηρίου την 1η Ιούλη 2015 (βλέπε εδώ). Ο Δημήτρης Γιαννακόπουλος εξήγησε στους παρευρισκόμενους για ποιο λόγο θα ψήφιζε «ΟΧΙ» στο επικείμενο δημοψήφισμα. Κάτι που προέτρεπε και τους άλλους να κάνουν δίνοντας μάλιστα «γραμμή» και μέσω της ιδιόκτητης αθλητικής εφημερίδας «Η ΠΡΑΣΙΝΗ» της οποίας το σχετικό πρωτοσέλιδο είναι πλέον συλλεκτικό.

Ανεξάρτητα αν η τοποθέτηση αποδοκιμάστηκε από τους περισσότερους των παρευρισκομένων, ωστόσο πρέπει να παραδεχτούμε ότι είχε λογική. Είτε εντός Ευρώ είτε εκτός η εγχώρια φαρμακοβιομηχανία είναι ιδιαιτέρως σημαντική. Όχι μόνο για την τροφοδοσία της Ελληνικής αγοράς, αλλά και για τις εξαγωγές και το εισόδημα που αυτές φέρνουν. Ωστόσο, η τοποθέτηση αυτή έχει νόημα ΜΟΝΟΝ όταν υπάρχει μια αποφασισμένη και με εγκαίρως επεξεργασμένο πρόγραμμα Κυβέρνηση και όχι όταν η Κυβέρνηση που διοργανώνει ένα δημοψήφισμα παλεύοντας για συγκεκριμένο μάλιστα αποτέλεσμα το κάνει μόνο και μόνο για να το χάσει (όπως στην περίπτωση μας).

Επιπρόσθετα εδώ έχουμε μια από τις περιπτώσεις όπου το συμφέρον ενός κλάδου (ή αν θέλετε της μεγαλύτερης εταιρείας του) είναι αντίθετο με το συμφέρον όλων των υπολοίπων επιχειρήσεων∙ με μόνη εξαίρεση όσες μπορούσαν να μεταφέρουν την «καταστατική έδρα» τους στο εξωτερικό. Γιατί το συμφέρον των μεγάλων Ελληνικών εταιρειών είναι η «φθηνή» χρηματοδότηση που εξασφαλίζεται ΜΟΝΟΝ όταν δανείζεσαι σε «σκληρό» νόμισμα (αφού τα επιτόκια δανεισμού καθορίζονται από την «σκληράδα» του νομίσματος).

Το συμπέρασμα αυτό επιβεβαιώνεται (αν χρειαζόταν επιβεβαίωση και δεν αρκούσε η παγκόσμια ιστορική εμπειρία) και από την ψήφο των Ολλανδών και των Γάλλων στις εκλογές του 2017. Τα συμφέροντα και των δύο εθνών είναι σταθερά προσανατολισμένα στο εμπόριο και ειδικά στο εξαγωγικό. Γι’ αυτό και για τα δύο είναι ιδιαιτέρως σημαντικό το Ευρώ (ακόμη και όταν όπως τώρα η Νομισματική Ένωση ΔΕΝ λειτουργεί πλήρως). Ακόμα όμως σημαντικότερο από το Ευρώ ως νόμισμα τους (άρα και της εφαρμογής των δημοσιονομικών κανόνων που το κρατούν «σκληρό») είναι αυτό να χρησιμοποιείται όσο γίνεται ευρύτερα γλυτώνοντας τες από μια σειρά επιπλοκές που προκύπτουν όταν η συναλλαγή γίνεται μεταξύ δύο διαφορετικών νομισμάτων. Από την άποψη αυτή η συμμετοχή και της Ελλάδας στην Ευρωζώνη ήταν περισσότερο ωφέλιμη για τις παραδοσιακά εξαγωγικές χώρες (όχι ότι δεν ωφελεί και την Ελλάδα) και ως απόφαση ήταν κυρίως οικονομική και όχι πολιτική (όσο και αν κάποιοι προσπαθούν να σας πείσουν για το αντίθετο).

Τι αξίζει ένα ιστορικό (και ιδιαιτέρως αναγνωρίσιμο) «σήμα»;

Η ιστορία αφορά γνωστό επιχειρηματία ο οποίος εμπλέκεται και στον αθλητισμό και ΔΕΝ είναι ακόμα γνωστή καθώς εξελίσσεται εδώ και λίγο καιρό. Αφορά την από μέρους του αγορά εργοστασίου παραγωγής λευκών ειδών που βρίσκεται στην Αρκαδία. Η εγκατάσταση ανήκε στην γνωστή μας από την εμβληματική παλαιά διαφήμιση με την Μαριάνα Τόλη εταιρεία «ΑΙΓΑΙΟΝ». Η συγκεκριμένη εταιρεία ΔΕΝ πρέπει να συγχέεται με άλλη η οποία στην πορεία μετονομάστηκε σε «ΑΙΓΑΙΟΝ ΛΕΥΚΑ ΕΙΔΗ Α.Ε.» με έδρα την Μεταμόρφωση και έτος ίδρυσης το 1997.

Η επωνυμία «ΑΙΓΑΙΟΝ» συνεχίζει να έχει κάποια αξία εξαιτίας της αναγνωρισιμότητας της ακόμη και σήμερα. Ωστόσο η αξία της είναι σημαντικά μικρότερη συγκρινόμενη με αυτή του σήματος «ΠΕΙΡΑΪΚΗ-ΠΑΤΡΑΪΚΗ».

Αυτό το τελευταίο σκοπεύει ν’ αποκτήσει (αν δεν το έχει ήδη κάνει) ο γνωστός επιχειρηματίας. Η απόκτηση του σήματος της «Π-Π» εξαιτίας του τεράστιου «γκελ» στο γυναικείο αγοραστικό κοινό αναμένεται ν’ απογειώσει τις πωλήσεις των ειδών στα οποία θα είναι ραμμένο. Επιπρόσθετα από τον συνδυασμό της αγοράς των εγκαταστάσεων και της επικείμενης αγοράς του σήματος της «Π-Π» προκύπτει ότι ο γνωστός επιχειρηματίας σκοπεύει (αν όλα πάνε καλά) να τα παράγει εδώ και όχι να τα φέρνει από το εξωτερικό (π.χ. την Κίνα). Η σημασία μιας τέτοιας κίνησης στη σημερινή οικονομική συγκυρία έχει μεγάλη θετική σημασία.

Ωστόσο όσα εξέθεσα μέχρι τώρα αποτελούν μόνο την μία όψη του νομίσματος την κατά την γνώμη μου λιγότερο σημαντική. Η περισσότερο σημαντική είναι ότι η «ΠΕΙΡΑΪΚΗ-ΠΑΤΡΑΪΚΗ Α.Ε.» ιδρύθηκε με την μορφή που έγινε γνωστή το 1933 με την απορρόφηση της θυγατρικής «ΠΕΙΡΑΪΚΗ Α.Ε.» από την μητρική «ΠΑΤΡΑΪΚΗ Α.Ε.» (βλέπε εδώ). Το 1933 αποτελεί χρονιά καμπής στην Ελληνική Οικονομική Ιστορία καθώς ήδη από το προηγούμενο έτος έχουν φτάσει και στην Ελλάδα τ’ απόνερα της Παγκόσμιας Ύφεσης που προκάλεσε η Χρηματιστηριακή Κρίση του 1929.        

Η νέα εταιρεία παρά το γεγονός ότι προήλθε από την απορρόφηση μιας φορτωμένης με μεγάλα χρέη θυγατρικής κατάφερε μέσα στο νέο οικονομικό κλίμα που ευνοούσε την εγχώρια παραγωγή να γιγαντωθεί ιδρύοντας εργοστάσια σε πολλά μέρη της Ελλάδας. Όπως έχει γίνει λόγος σε προηγούμενα κείμενα η οικονομική πολιτική της περιόδου εκείνης είχε σαν πρώτο στόχο της την υποκατάσταση των εισαγωγών από την εγχώρια παραγωγή και τη σύναψη συμφωνιών για εξαγωγή Ελληνικών προϊόντων. Στο δημοσιονομικό μέτωπο επιδιώχθηκε (και τελικά κατορθώθηκε) η πραγματοποίηση πλεονασματικών προϋπολογισμών. Επιπλέον η Δραχμή είχε από το 1928 συνδεθεί με την Αγγλική Στερλίνα (μια σύνδεση η οποία συνεχίστηκε).

Στο κλίμα αυτό τα εγχωρίως παραγόμενα προϊόντα ήταν σημαντικά φθηνότερα από τα εισαγόμενα∙ μια εξέλιξη η οποία συνεχίστηκε και μετά τον Β’ Π.Π. Έτσι κάθε νοικοκυρά που σεβόταν τον εαυτό της προσπαθούσε να προικίσει τα παιδιά της με «λευκά είδη» της «Π-Π», τα οποία για το μέσο νοικοκυριό ήταν μικρότερη ή μεγαλύτερη πολυτέλεια. Ωστόσο η αγορά τουλάχιστον ενός πλήρους σετ ήταν κάτι που έπρεπε οπωσδήποτε να γίνει. Σπανίως κάποιες νοικοκυρές (ειδικά όσες είχαν συγγενείς στο εξωτερικό και ειδικά στις Η.Π.Α.) μπορούσαν να προικίσουν τα κορίτσια τους με «Αμερικάνικα λευκά είδη» (τα οποία όπως και τα τσιγάρα θεωρούνταν «ανωτέρας ποιότητας»).

Με τον τρόπο αυτό τα προϊόντα της «ΠΕΙΡΑΪΚΗΣ-ΠΑΤΡΑΪΚΗΣ» έγιναν συνώνυμα της ποιότητας με τον ίδιο τρόπο που η «ΠΙΤΣΟΣ» ήταν το αντίστοιχο στον χώρο των ηλεκτρικών συσκευών. Μιας ποιότητας η θύμηση της οποίας παραμένει στις σημερινές νοικοκυρές. Γι’ αυτό ακόμη και σήμερα το σήμα της έχει μεγάλη αξία, αφού η χρήση του και μόνο δημιουργεί «πρόσθετη υπεραξία» σ’ ότι αυτό είναι ραμμένο.

Σε κάθε όμως περίπτωση τα προϊόντα που θα παράγονται από δω και πέρα με το σήμα της «Π-Π» θα είναι διαφορετικά από αυτά που παράγονταν όσο λειτουργούσε η ίδια η εταιρεία. Αυτό όμως συμβαίνει πάντα σε τέτοιου είδους ιστορίες.

Για παράδειγμα η πιο συνηθισμένη εξαγορά σήματος είναι αυτή των εφημερίδων. Τελευταία τέτοια εξαγορά ήταν αυτή του σήματος της «ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ», η οποία αυτοδιαφημιζόταν ως «η αρχαιοτέρα Ελληνική εφημερίς» μη υπολογίζοντας τα χρόνια που δεν κυκλοφορούσε παρά μετρώντας μόνο το έτος ίδρυσης. Παραμένοντας στον ίδιο χώρο και προκειμένου να γίνει κατανοητό ότι μετά από μια εξαγορά σήματος τα πράγματα μπορεί να είναι τελείως διαφορετικά με πριν παραθέτω εν συντομία την ιστορία του «ΕΛΕΥΘΕΡΟΥ ΤΥΠΟΥ».

Αφήνοντας στην άκρη την πολυκύμαντη και ενδιαφέρουσα ιστορία της (για τους σκοπούς του παρόντος κειμένου) αξίζει ν’ αναφερθεί ότι η εφημερίδα ιδρύθηκε και κυκλοφόρησε μέχρι την εξαγορά του σήματος της από το ζεύγος Βουδούρη ως Βενιζελική. Συνεπώς από μόνη της η χρήση ενός σήματος ΔΕΝ προεξοφλεί ούτε ότι η αναβίωση του θα είναι επιτυχής ούτε ότι θα παραπέμπει με τον ίδιο τρόπο στο ένδοξο παρελθόν του.

 

27 Μάη 2017
παρατηρητής 1.

Διαβάστηκε 1222 φορές
 
 
   
Βρίσκεστε εδώ: Αρχική Χρονολόγιο ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ – ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ. ΠΩΣ ΒΓΑΖΟΥΝ ΤΑ ΠΟΛΛΑ ΛΕΦΤΑ ΟΙ ΡΙΨΟΚΙΝΔΥΝΟΙ ΚΑΙ Η ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗ ΣΗΜΑΤΩΝ ΠΟΥ ΕΧΟΥΝ ΓΡΑΨΕΙ ΙΣΤΟΡΙΑ.