Font Size

SCREEN

Cpanel

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ(;) ΤΣΙΠΡΑ – ΙΕΡΩΝΥΜΟΥ (ΟΤΑΝ ΚΡΑΤΟΣ & ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΑΙ ΜΟΝΟ ΓΙΑ ΔΙΟΡΙΣΜΟΥΣ ΚΑΙ ΦΡΑΓΚΑ)

Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ(;) ΤΣΙΠΡΑ – ΙΕΡΩΝΥΜΟΥ
(ΟΤΑΝ ΚΡΑΤΟΣ & ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΑΙ ΜΟΝΟ ΓΙΑ ΔΙΟΡΙΣΜΟΥΣ ΚΑΙ ΦΡΑΓΚΑ)

Όταν μια κυβέρνηση συνειδητοποιήσει την επερχόμενη ήττα προσπαθώντας να μειώσει την έκταση της καταφεύγει σε αλχημείες πολιτικού και οικονομικού τύπου. Ακόμα περισσότερο αν με μερικές ψήφους παραπάνω μπορεί να εμποδίσει τον σχηματισμό αυτοδύναμης κοινοβουλευτικά κυβέρνησης του αντιπάλου της. Τα τέτοια τεχνάσματα σπανίως αποδίδουν καρπούς, ωστόσο μια κυβέρνηση κοντά στην «ημερομηνία λήξης» της δεν έχει πολλά περιθώρια. Προκειμένου να μην «καρφωθεί» πολύ προσπαθεί να μασκαρέψει την βασική της επιδίωξη χρησιμοποιώντας (αναλόγως της πολιτικής της στόχευσης) όσα τεχνάσματα μπορεί να μηχανευτεί. Μια τέτοια περίπτωση είναι και η «Συνταγματική Αναθεώρηση» μέρος της οποίας αποτελεί και η συμφωνία(;) Ταίπρα – Ιερώνυμου.

Η πολιτική στόχευση της υποτιθέμενης συμφωνίας είναι μάλλον προφανής: οι ψήφοι όσων αυτοπροσδιορίζονται κεντρώοι και είναι απογοητευμένοι από τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α. Για να το πετύχει αυτό ο Τσίπρας θέλει να εισάγει στο Σύνταγμα τον όρο «Θρησκευτική Ουδετερότητα» με ότι κι αν σημαίνει αυτός. Ωστόσο, η συμφωνία(;) δεν περιλαμβάνει μόνον αυτό. Περιλαμβάνει πολύ περισσότερο μια σειρά από ζητήματα τόσο εξουσίας όσο και οικονομικής φύσης. Ειδικότερα:

  • Το Δημόσιο αναγνωρίζει ότι απέκτησε εκκλησιαστική περιουσία το 1939 σε τίμημα μικρότερο της αξίας της και γι’ αυτό πληρώνει ως σήμερα τους μισθούς των παπάδων. Με βάση την συμφωνία(;) η μισθοδοσία θα συνεχίσει να πληρώνεται από το Δημόσιο ως επιχορήγηση της Εκκλησίας της Ελλάδος, αλλά οι παπάδες ΔΕΝ θα θεωρούνται Δημόσιοι Υπάλληλοι. Σ’ αντάλλαγμα η Εκκλησία της Ελλάδας παραιτείται από κάθε διεκδίκηση της σχετικά με την εκκλησιαστική περιουσία.
  • Δημιουργείται Ταμείο Αξιοποίησης Εκκλησιαστικής Περιουσίας το οποίο και θα «αξιοποιεί» τα ακίνητα της.

Όσον αφορά τον μη υπολογισμό των παπάδων στον αριθμό των Δημοσίων Υπαλλήλων αυτό είναι απλά και μόνο ένα τέχνασμα προκειμένου ν’ αναπληρωθεί το «κενό» που θ’ αφήσουν με νέους διορισμούς. Αυτό άλλωστε το επιβεβαίωσε και ο κυβερνητικός εκπρόσωπος με τις δηλώσεις του. Είναι, όμως, πολύ αμφίβολο αν αυτό το τέχνασμα μπορεί να πείσει οποιονδήποτε από τους πιστωτές μας (εκτός αν θέλουν να μας «κάνουν πλάτες») την στιγμή που η μισθοδοσία θα συνεχίσει να πληρώνεται από το Κράτος ως «επιχορήγηση» (για ποιο πράγμα;). Ακόμη και η επιλογή του όρου «επιχορήγηση» είναι προβληματική μιας και επιχορηγούνται παραγωγικές δραστηριότητες και στην περίπτωση επιχορήγησης εργαζομένων αυτή γίνεται για συγκεκριμένο διάστημα και με στόχο την διατήρηση των θέσεων εργασίας (σε παραγωγικές δραστηριότητες).

Μια πιθανή απάντηση θα μπορούσε να είναι πως ναι μεν το ποσό της ετήσιας επιχορήγησης θα είναι συγκεκριμένο, αλλά θα προκύπτει (όλο ή μέρος του) από τα έσοδα της «αξιοποίησης της σχολάζουσας εκκλησιαστικής περιουσίας». Εκεί ακριβώς βρίσκεται και το «ζουμί», οπότε και προχωράμε στο δεύτερο σημείο της συμφωνίας(;).

Δημιουργείται Ταμείο Αξιοποίησης Εκκλησιαστικής Περιουσίας. Συνεπώς, όλη η συμφωνία(;) έγινε εκτός του αποχαρακτηρισμού των παπάδων ως «Δημοσίων Υπαλλήλων» για το κτηματομεσιτικό (real estate). Με την παραχώρηση των ακινήτων της Εκκλησίας (δηλαδή, των μη ναών) στο Ταμείο η Εκκλησία γλυτώνει και την πληρωμή του ΕΝ.Φ.Ι.Α. Ωστόσο, το σημείο αυτό είναι σημαντικό για έναν άλλο λόγο. Έναν λόγο που μας πηγαίνει πίσω 190 χρόνια.

Τότε που μετά την λήψη των δύο «Δανείων της Ανεξαρτησίας» από την Αγγλία οι πρόγονοι μας έψαχναν τρόπο αποπληρωμής τους. Με δεδομένα τα πενιχρά από κάθε άποψη φορολογικά έσοδα κάθε είδους η μόνη εφικτή ιδέα ήταν είτε η πώληση των «Εθνικών Γαιών/Κτημάτων» είτε η υποθήκευση τους. Τότε δεν είχαν ακόμη εφευρεθεί τα «Ταμεία Αξιοποίησης Εκκλησιαστικής Περιουσίας» και έτσι οι επιλογές ήταν περιορισμένες.

Τώρα υποτίθεται πως οι καιροί έχουν αλλάξει επειδή ακριβώς έχει αλλάξει και η οικονομία. Εδώ, όμως, μπαίνουμε στην ουσία του ζητήματος. Αφήνοντας στην άκρη αν και πόσα θ’ αποδώσει μια τέτοια «αξιοποίηση» έχει σημασία να δούμε σε ποιόν ανήκει η «εκκλησιαστική περιουσία που θα «αξιοποιηθεί».

Η ακίνητη περιουσία της Εκκλησίας προέρχεται:

  • Από δωρεές,
  • Από παραχωρήσεις με «αυτοκρατορικά χρυσόβουλα» των Βυζαντινών Αυτοκρατόρων.
  • Από παραχωρήσεις ακτημόνων επί Τουρκοκρατίας για φορολογικούς λόγους.

Η πρώτη κατηγορία είναι μάλλον αυτονόητη και δεν χρήζει περαιτέρω σχολιασμού. Άλλωστε είναι και αυτός ένας τρόπος για να λάβει κανείς «άφεση αμαρτιών» ακόμη και την τελευταία στιγμή στο «νεκροκρέβατο» ή για να δείξει πόσο εκτιμά το «κοινωνικό έργο της Εκκλησίας».

Η δεύτερη κατηγορία είναι προβληματική. Όχι μόνο για την δουλικότητα του Ελληνικού Κράτους απέναντι στην Εκκλησία που συνοψίζεται στην αποδοχή αυτών των «παραχωρητηρίων» όσο και γιατί η αποδοχή των «αυτοκρατορικών χρυσόβουλων» συνιστά από μέρους του παραδοχή ότι αυτό είναι «κληρονόμος» της Βυζαντινής (καλύτερα «Ελληνικής Μεσαιωνικής») Αυτοκρατορίας. Η τέτοια παραδοχή αν δεν δημιούργησε, ωστόσο δεν έλυσε κανένα κοινωνικό ζήτημα που είχε ως γενεσιουργό αιτία την κατοχή έγγειας ιδιοκτησίας και την κοινωνική και οικονομική αποκατάσταση προσφύγων και φτωχού πληθυσμού. Ακόμη και η αποκατάσταση των προσφύγων δεν επετεύχθη χωρίς η Εκκλησία της Ελλάδος να βαρυγκωμήσει για τ’ ακίνητα που παραχώρησε (όχι χωρίς αντίτιμο).

Επιπλέον η αναγνώριση των «χρυσόβουλων» (ακόμη και αυτών που είναι γνήσια) συνιστά μείωση του δικαιώματος Κρατικής Αυτοδιάθεσης, αφού αυτό δεν μπορεί ν’ αποφασίσει σχετικά με την τύχη μεγάλων τμημάτων του εδάφους του. Τώρα, βέβαια με την δημιουργία του Ταμείου από οικονομική σκοπιά η εκκλησιαστική περιουσία κρατικοποιείται και επί της ουσίας εντάσσεται στο Υπερ-Ταμείο. Η τέτοια οικονομική σχέση οδηγεί στον ακόμη σφιχτότερο εναγκαλισμό Κράτους και Εκκλησίας και στην ακόμη μεγαλύτερη μεταξύ τους διαπλοκή, αφού πλέον ο ένας θα έχει την απόλυτη ανάγκη του άλλου προκειμένου να έχει λόγο ύπαρξης το Ταμείο Αξιοποίησης Εκκλησιαστικής Περιουσίας.

Η τρίτη κατηγορία απόκτησης καλλιεργουμένων εκτάσεων από την Εκκλησία είναι κατά ειρωνικό τρόπο το είδωλο της ανάγκης που «έσπρωξε» την Εκκλησία στην δημιουργία του Τ.Α.Ε.Π. Επί Τουρκοκρατίας φορολογούνταν η αγροτική παραγωγή με 10% (την «δεκάτη»). Ωστόσο, δεν φορολογούνταν η αγροτική παραγωγή των εκτάσεων που ανήκαν στην Εκκλησία. Όπως η επιβολή του ΕΝ.Φ.Ι.Α. στα ακίνητα οδήγησε την Εκκλησία στην δημιουργία του Τ.Α.Ε.Π. έτσι και οι φτωχοί αγρότες για να γλυτώσουν την φορολόγηση παραχωρούσαν τα χωράφια τους στην Εκκλησία με τον όρο να τα καλλιεργούν αυτοί και οι κληρονόμοι τους. Με τον τρόπο αυτό μεταβάλλονταν από ιδιοκτήτες σε «εργάτες γής». Όταν πέθαιναν άκληροι (χωρίς ν’ αφήσουν κληρονόμο) η γή περνούσε ολοκληρωτικά στα χέρια της Εκκλησίας. Έτσι από κοινωνική σκοπιά η Εκκλησία μεταβλήθηκε με την πάροδο του χρόνου σε φεουδάρχη.          

Συνδυάζοντας τα προηγούμενα βλέπουμε ότι με την πρόσφατη συμφωνία(;) όχι μόνο δεν αίρονται μια σειρά από αδικίες, αλλά αντίθετα αυτές νομιμοποιούνται και διαιωνίζονται. Το Κράτος προσβλέποντας μόνο στα βραχυπρόθεσμα οφέλη από τη συμφωνία(;) παραβλέπει (σκόπιμα;) την οριστική(;) εκχώρηση των δικαιωμάτων του πάνω στην Ελληνική γή αφού δεν θίγει το δικαίωμα ιδιοκτησίας της Εκκλησίας που προέρχεται από «χρυσόβουλα» και μεταβιβάσεις πριν την ίδρυση του. Από την άποψη αυτή το γεγονός ότι την «αξιοποίηση» του συνόλου της ιδιοκτησίας θα έχει το Τ.Α.Ε.Π. μικρή μόνο παρηγοριά προσφέρει, η οποία θα διαρκέσει όσο αυτό υφίσταται.  

Δυστυχώς ή ευτυχώς υπάρχουν συμφέροντα που δεν θέλουν να ολοκληρωθεί η συμφωνία. Μπορεί να μην έχουν ιδιαίτερες ενστάσεις στο οικονομικό της σκέλος, αλλά γνωρίζοντας την δύναμη τους ως θεσμός θέλουν να επιβάλλουν όλους τους τούς όρους. Ίσως ακόμη και να μην θέλουν και το οικονομικό σκέλος της συμφωνίας γιατί θα επιθυμούσαν να κάνουν οι ίδιοι το real estate. Για τον λόγο αυτό θα «πατήσουν» στο μη οικονομικό τμήμα της και ειδικότερα στην Συνταγματική Αναθεώρηση ξεσηκώνοντας το «ποίμνιο» και καλώντας το σε διαδηλώσεις παρόμοιες μ’ αυτές των «ταυτοτήτων». Αν θα το καταφέρουν αυτό είναι άλλο ζήτημα.  

Επειδή πρέπει να μην μείνει αναπάντητο το επιχείρημα των «διακριτών ρόλων» Κράτους και Εκκλησίας πρέπει να σημειωθεί ότι η συγκεκριμένη συμφωνία(;) δεν είναι κάτι το ιδιαίτερο και αυτό παρά τον αγώνα που κάνουν οι πέριξ του Τσίπρα να την παρουσιάσουν ως σημαντική. Αν ήταν θα έθετε τις σχέσεις Κράτους – Εκκλησίας στην βάση που βρίσκονται στην Γαλλία. Γι’ αυτό και ο Αρχιεπίσκοπος δήλωσε χαρούμενος που δεν πήγαν τα πράγματα προς τα εκεί. Έτσι κι αλλιώς όταν κάθε ψήφος ενδέχεται να είναι κρίσιμη για την αυτοδυναμία (ειδικά αν οι εκλογές δεν γίνουν στο 2019) οι «ευλογημένες» ψήφοι είναι ιδιαίτερα ευπρόσδεκτες.

Τέλος, μια άλλη διάσταση της συμφωνίας(;) προφανώς παρασκηνιακή αφορά το Οικουμενικό Πατριαρχείο και τις σχέσεις του με την Εκκλησία της Ελλάδος▪ ένα ζήτημα που άπτεται της εξωτερικής πολιτικής. Δεν πάει πολύς καιρός που συναντήθηκαν «μυστικά» (δηλαδή, η συνάντηση διέρρευσε εκ των υστέρων) Τσίπρας και Ιερώνυμος με τον δεύτερο να ζητά την υποστήριξη του πρώτου προκειμένου η Εκκλησία της Ελλάδος να προχωρήσει σε ρήξη των σχέσεων της με το Φανάρι. Είναι λογικό πως για να συναφθούν τέτοιες παρασκηνιακές συμφωνίες κάτι πρέπει να δώσει και η άλλη πλευρά. Όχι, ότι θα βγεί και ζημιωμένη. Πάντως αν κρίνουμε από την αντίδραση του Οικουμενικού Πατριάρχη ο αρχικός στόχος από την πλευρά της Εκκλησίας της Ελλάδος επετεύχθη.

10 Νοέμβρη 2018
παρατηρητής 1.

Διαβάστηκε 3575 φορές
 
 
   
Βρίσκεστε εδώ: Αρχική Κείμενα Παρατηρητηρίου ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ(;) ΤΣΙΠΡΑ – ΙΕΡΩΝΥΜΟΥ (ΟΤΑΝ ΚΡΑΤΟΣ & ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΑΙ ΜΟΝΟ ΓΙΑ ΔΙΟΡΙΣΜΟΥΣ ΚΑΙ ΦΡΑΓΚΑ)