Font Size

SCREEN

Cpanel
Νέα σε τίτλους:

ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ – ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ. ΟΤΑΝ ΟΙ ΠΟΛΙΤΙΚΟΙ ΑΝΑΚΑΛΥΠΤΟΥΝ ΤΗΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ: Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΚΑΙ ΟΙ ΕΡΓΑΣΙΑΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΤΗΝ ΠΡΟΕΚΛΟΓΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟ.

Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ – ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ. ΟΤΑΝ ΟΙ ΠΟΛΙΤΙΚΟΙ ΑΝΑΚΑΛΥΠΤΟΥΝ ΤΗΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ: Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΚΑΙ ΟΙ ΕΡΓΑΣΙΑΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΤΗΝ ΠΡΟΕΚΛΟΓΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟ.

Η κατάσταση της οικονομίας αποτελεί ένα μόνιμο θέμα κομματικής αντιπαράθεσης. Κάθε κυβέρνηση αμέσως μόλις ανέβει στην εξουσία χρεώνει στην προκάτοχο της τα «χάλια της οικονομίας», τα οποία στη συνέχεια συμμαζεύει επιβάλλοντας στους ψηφοφόρους φορολογικές θυσίες. Θυσίες, οι οποίες πάντα αποδίδουν τον τελευταίο χρόνο της θητείας της, όταν και η κυβέρνηση τάζει παροχές στους δυνάμει ψηφοφόρους της. Τότε, πανηγυρίζει για την επιτυχία του οικονομικού της προγράμματος η οποία αποδεικνύεται από τους οικονομικούς δείκτες (όσους υποστηρίζουν την κυβερνητική θριαμβολογία). Έτσι, θα περίμενε κανείς οι οικονομικές επιδόσεις μιας κυβέρνησης να βαρύνουν ανάλογα στο εκλογικό αποτέλεσμα. Ωστόσο, η πείρα δείχνει ότι κάτι τέτοιο δεν ισχύει. Το πολύ-πολύ οι οικονομικές παροχές του τελευταίου έτους να μειώσουν την διαφορά της ήττας. Νίκη, όμως, δεν δίνουν γιατί πολύ απλά το συνολικό αποτέλεσμα κρίνεται στην συνολική συμπεριφορά της κυβέρνησης (όσο πιο ξιπασμένη τόσο πιο κοντά στην ήττα).

Και σ’ αυτή την προεκλογική περίοδο Κυβέρνηση και Αντιπολίτευση τήρησαν την παράδοση τάζοντας μεγαλύτερο εισόδημα στους ψηφοφόρους για να τις επιλέξουν. Καθώς, όμως, η Κυβέρνηση έχει τον έλεγχο του Δημόσιου Ταμείου θ’ ασχοληθούμε μόνον με τις δικές της παροχές (οι οποίες υποτίθεται ότι αντανακλούν την επιτυχία της στην Οικονομία). Στο σημερινό κείμενο θα σχολιάσουμε περιληπτικά την «13η σύνταξη» και τις άλλες ελαφρύνσεις, την «οικονομική επιτυχία της Κυβέρνησης», το ωράριο εργασίας και έναν στυγνό εκβιασμό.

Η 13η σύνταξη και οι άλλες ελαφρύνσεις.   

Δυστυχώς ή ευτυχώς ο πολίτης-ψηφοφόρος (ειδικά πάνω από μια ηλικία) έχει μάθει να μην σκέφτεται. Έτσι, αν και όταν παίρνει τις κυβερνητικές υποσχέσεις «τοις μετρητοίς» υπάρχουν φορές που αινιδιάζεται. Αυτό συνέβη και με την «13η σύνταξη», η οποία εφ’ όσον μοιράστηκε ανάλογα με το ύψος της κύριας ΔΕΝ είναι σύνταξη αλλά επίδομα. Φορολογήθηκε, όμως, ως σύνταξη και γι’ αυτό πετσοκόφτηκε, ενώ σαν επίδομα θα τύγχανε άλλης μεταχείρισης. Ωστόσο, αυτή είναι μόνον η μια επίπτωση, αυτή που είναι σήμερα προφανής. Γιατί σε κάποιους ενδέχεται να υπάρξουν και μελλοντικές περιπτώσεις. Για παράδειγμα η «13η σύνταξη» όσο μικρή και αν είναι μπορεί προστιθέμενη στο εισόδημα του φορολογούμενου να τον «πετάξει έξω» από άλλες συνδεδεμένες με το εισόδημα παροχές, αφού αυτός θα έχει υπερβεί την κλίμακα.  

Η χορήγηση της όπως έγινε είναι αποκλειστικά προεκλογική κίνηση, η οποία έχει και ένα δημοσιονομικό κόστος. Έχουμε υποστηρίξει πολλές φορές στο παρελθόν ότι κάθε παροχή στους συνταξιούχους όσο και να «επιβαρύνει» τον Προϋπολογισμό επιστρέφει στο Κράτος μέσω της φορολόγησης των ιδιωτών και των επιχειρήσεων (αφού οι συνταξιούχοι ξοδεύουν κάθε διαθέσιμο Ευρώ). Δυστυχώς, όμως, αυτή δεν είναι η άποψη των «αγορών» από τις οποίες δανείζονται τα κράτη. Αυτό θα το σχολιάσουμε αμέσως μετά. Για την ώρα έχει σημασία να ξεκαθαρίσουμε ότι αυτό που έδωσε η «Κυβέρνηση Τσίπρα» ήταν επίδομα και όχι σύνταξη. Όπως, σύνταξη και όχι επίδομα (αφού αφορούσε προσαύξηση της σύνταξης) ήταν το Ε.Κ.Α.Σ. (γι’ αυτό και φορολογικά αντιμετωπιζόταν ως σύνταξη).

Προφανώς, όμως, μια κυβέρνηση πρέπει να έχει να δώσει κάτι σ’ όλους. Έτσι έχοντας ως «μαξιλάρι» το ήδη πραγματοποιημένο «πρωτογενές πλεόνασμα» υποσχέθηκε την επαναφορά του Φ.Π.Α. στην εστίαση εκεί που βρισκόταν όταν αυτή παρέλαβε καθώς και κάποια μέτρα που δεν αφορούν όλους όπως για παράδειγμα την έκπτωση φόρου 1,5% όταν αυτός εξοφλούνταν εφάπαξ.

Το τελευταίο αποτελεί μια σαφώς προεκλογική και έναντι ψήφου παροχή υπό την έννοια ότι λόγω του ήδη πραγματοποιηθέντος πλεονάσματος μπορούσε να πάρει σάρκα και οστά από τις φετινές φορολογικές δηλώσεις. Ακόμη περισσότερο όταν η απώλεια από την παροχή της έκπτωσης αυτής δεν είναι πλέον μεγάλη. Στο κοντινό παρελθόν όταν τα κέρδη από συμμετοχή σε προσωπικές εταιρείες φορολογούνταν στον υπόχρεο (εταίρο) η έκπτωση αφορούσε σημαντικά ποσά. Τώρα που τα κέρδη φορολογούνται στην πηγή (εταιρεία) η κατάσταση έχει διαφοροποιηθεί.

Σε κάθε περίπτωση οι «αγορές» αποτίμησαν εντελώς αρνητικά αυτά τα οικονομικά μέτρα αυξάνοντας τα επιτόκια δανεισμού της Χώρας μας. Τα επιτόκια δανεισμού είναι μαζί με μια σειρά άλλων οικονομικών δεικτών κριτήριο και απόδειξη της «οικονομικής επιτυχίας» της Κυβέρνησης.

Η «οικονομική επιτυχία» της Κυβέρνησης.

Υπάρχουν μια σειρά από οικονομικούς δείκτες με βάση τους οποίους κρίνεται η ευρωστία της Οικονομίας και άρα η «οικονομική επιτυχία» της «Κυβέρνησης Τσίπρα». Κάποιοι απ’ αυτούς είναι ότι πρέπει για την υποστήριξη της. Αντιθέτως, κάποιοι άλλοι δεν υποστηρίζουν το αφήγημα της «οικονομικής επιτυχίας». Τέλος άλλοι λόγω της φύσης του επιδέχονται οποιαδήποτε ερμηνεία.

Στην πρώτη κατηγορία ανήκει κυρίως ο δείκτης του Α.Ε.Π., ο οποίος συνήθως σε ετήσια βάση παρουσιάζει αύξηση. Γι’ αυτό και αποτελεί το «βαρύ πυροβολικό» κάθε κυβέρνησης.

Στην δεύτερη κατηγορία ανήκει ο δείκτης των Ληξιπρόθεσμων Χρεών προς το Δημόσιο. Είναι πιθανόν το πλέον απόλυτο μέτρο της οικονομικής κατάστασης της Ελληνικής Οικονομίας.

Στην τρίτη ανήκει ο δείκτης της Ανεργίας. Οι μετρήσεις του ποτέ δεν είναι ακριβείς τόσο εξ’ αιτίας του ορισμού του «ανέργου» όσο και εξ’ αιτίας άλλων παραμέτρων του.

Από μόνος του ο δείκτης του Α.Ε.Π. δεν σημαίνει πολλά πράγματα. Γιατί πολύ απλά ο δείκτης αυτός μετρά τα λεφτά που δαπανώνται στα πλαίσια μιας οικονομίας. Αυτό, όμως, πολύ απέχει από το να συμπεράνει κάποιος οτιδήποτε για το πόσο αποτελεσματική είναι μια οικονομία. Για παράδειγμα αν επειδή ένας επαγγελματίας δεν σας έκανε σωστά την δουλειά που του αναθέσατε και χρειάστηκε να την κάνετε (πληρώσετε) και δεύτερη φορά, αυτό καταγράφεται ως αύξηση του Α.Ε.Π. Σύμφωνα με κοινή πεποίθηση των οικονομολόγων μόνον όταν ο δείκτης του Α.Ε.Π. εμφανίζει ετήσια μεγέθυνση άνω του 2,5% μπορεί να γίνει λόγος για μια «ανατροφοδοτούμενη μεγέθυνση» (και όχι «ανάπτυξη» όπως λανθασμένα λέμε). Βέβαια, το ποσοστό αυτό εξαρτάται και από το πόσο μεγάλη είναι ήδη μια οικονομία. Για παράδειγμα, όσον αφορά την Γερμανική ή την Αμερικανική οικονομία ένα ποσοστό του 2% έχει διαφορετική ερμηνεία, απ’ ότι στην περίπτωση της Ελλάδας.

Ο δείκτης των Ληξιπρόθεσμων Χρεών προς το Δημόσιο αποτελεί το απόλυτο τεστ σχετικά με την ικανότητα μιας οικονομίας να εξυπηρετεί τα χρέη της. Επιπλέον, είναι μέτρο της ικανότητας του Κράτους να εισπράττει τους φόρους που βεβαιώνει και άρα να μην χρειάζεται ν’ αυξήσει κι άλλο την φορολόγηση για να εισπράξει το ίδιο ποσό. Δυστυχώς, ο συγκεκριμένος δείκτης τους τελευταίους μήνες βαίνει συνεχώς αυξανόμενος δημιουργώντας κάθε φορά νέο ιστορικό ρεκόρ. Το συμπέρασμα που αβίαστα προκύπτει είναι από τη μια αδυναμία ή/και μια απροθυμία των φορολογουμένων να πληρώσουν τα χρέη τους στο Κράτος. Όταν δημοσιοποιηθούν τα στοιχεία για τον Απρίλη και τον Μάη θα είμαστε σε θέση να διαγνώσουμε πόση από αυτή την αύξηση οφειλόταν σε αδυναμία και πόση στην αναμονή για την ενεργοποίηση της ρύθμισης των 120 δόσεων. Σε κάθε περίπτωση κάθε αύξηση του συγκεκριμένου δείκτη δεν είναι καλό μαντάτο.

Εκτός, όμως, από τους οικονομικούς δείκτες το απόλυτο κριτήριο της ευρωστίας μιας οικονομίας είναι αφ’ ενός το ύψος των επιτοκίων δανεισμού και αφ’ ετέρου οι «αποδόσεις» των κρατικών ομολόγων. Δεδομένης της συνέχειας των κρατών ανεξαρτήτως των κυβερνητικών μεταβολών είναι προφανές πως το κόστος των επιλογών της σημερινής κυβέρνησης θα μετακυληθεί μέσω της αύξησης των επιτοκίων από τις «αγορές» στην επόμενη, η οποία και θα πρέπει μέσω της αύξησης του Α.Ε.Π. και των φ ορολογικών εσόδων σε συνδυασμό με περικοπές να μειώσει τα επιτόκια δανεισμού. Μόνον έτσι οι «αγορές» (τοκογλύφοι) θα πειστούν να «εμπιστευτούν» εκ νέου την κυβέρνηση και την οικονομική της πολιτική. Αυτή τη στιγμή οι «αγορές» μας «περιμένουν στην γωνία», ειδικά τώρα που η Ελλάδα δεν καλύπτεται χρηματοδοτικά από κάποιο «πρόγραμμα».

Το ωράριο εργασίας.

Υπάρχει μια μόνιμη παρεξήγηση τα τελευταία χρόνια σχετικά με το ωράριο εργασίας. Το εβδομαδιαίο ωράριο εργασίας έχει από δεκαετίες καθοριστεί στις 40 ώρες. Προσοχή, όμως! Το 40ωρο δεν συνεπάγεται αυτό που οι περισσότεροι νομίζουν, δηλαδή 5νθήμερο με 8ωρη εργασία. Μπορεί επίσης να σημαίνει και 6ήμερη εργασία με 6 ώρες και 40 λεπτά ημερησίως. Η νομοθεσία μάλιστα ΔΕΝ έχει αλλάξει και συνεχίζει να είναι προσαρμοσμένη στις 6 ώρες και 40 λεπτά για 6ήμερη εργασία. Για τον λόγο αυτό υπάρχει θεωρητικό (αλλά πρακτικής φύσης) ζήτημα σχετικά με τις περιπτώσεις που επί 5νθήμερης εργασίας οφείλεται επιπλέον αποζημίωση αν επίσημη αργία συμπέσει με Σάββατο.

Το ωράριο εργασίας κάθε εργαζόμενου είναι ένα ζήτημα τελείως διαφορετικό από το πόσες μέρες λειτουργεί μια επιχείρηση. Αν ο πρόσφατος σαματάς γύρω από τις δηλώσεις του Κυριάκου Μητσοτάκη για την 7ήμερη λειτουργία επιχειρήσεων δεν ήταν σκόπιμος (προκειμένου ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. να κάνει επίδειξη της «Αριστεροσύνης» του), τότε είναι προσβλητικός και προβληματικός.

Προσβλητικός και προβληματικός γιατί δείχνει ν’ αγνοεί μια σειρά από επιχειρήσεις οι οποίες λειτουργούν συνεχώς όπως οι φούρνοι, τα ζαχαροπλαστεία, τ’ ανθοπωλεία, τα περίπτερα, τα ψιλικατζίδικα κ.α. Ένα τέτοιο λάθος δεν δικαιολογείται ούτε από ανεπάγγελτους ούτε και από άεργους, καθώς ακόμα και αυτοί γνωρίζουν (ή τουλάχιστον θα έπρεπε) ότι τα νοσοκομεία (ιδιωτικά ή δημόσια), ο στρατός και τα Σώματα Ασφαλείας λειτουργούν νυχθημερόν. Καθώς, λοιπόν, δεν φαίνεται λογικό να μην γνωρίζουν τα παραπάνω όλος ο σχετικός θόρυβος είναι προβληματικός και γιατί σε καμία περίπτωση δεν υπηρετεί την ουσία. Η οποία ουσία είναι η αύξηση της απασχόλησης με την ταυτόχρονη τήρηση της εργατικής και ασφαλιστικής νομοθεσίας. Άλλωστε γι’ αυτό δεν κόπτεται ότι προσπαθεί η Κυβέρνηση; Αν μια επιχείρηση κρίνει ότι υπάρχει ανάγκη να λειτουργεί όλη την εβδομάδα, αυτό είναι «χαράς ευαγγέλιο» για την οικονομία γιατί έτσι αποδεικνύεται ότι τα προϊόντα της συγκεκριμένης επιχείρησης «πουλάνε τρελά». Έτσι προκειμένου να καλύψει την ζήτηση (ή ν’ αποκτήσει μεγαλύτερο μερίδιο στην αγορά) επεκτείνει την λειτουργία της και στις 7 μέρες της εβδομάδας.

Από την άλλη δεν υπάρχει για τον λόγο αυτό κίνδυνος να την αντιγράψει μια άλλη επιχείρηση αν από την υιοθέτηση της 7ήμερης λειτουργίας δεν προκύπτει μείωση του κόστους ανά μονάδα παραγόμενου προϊόντος. Γιατί η τιμή πώλησης καθορίζεται από το κόστος παραγωγής (άσχετα αν κατά περιόδους διενεργούνται εκπτώσεις ή προσφορές δίνοντας την εντύπωση ότι καθορίζεται «από την προσφορά και την ζήτηση».  

Ο στυγνός εκβιασμός.

Την προπαραμονή των εκλογών ο Πρωθυπουργός προχώρησε στον πιο στυγνό και ανάλγητο εκβιασμό που έχει διατυπωθεί σε βάρος ψηφοφόρων από το 1961. Τότε ο μηχανισμός της Ε.Ρ.Ε. στην επαρχία προκειμένου να «κλειδώσει» την νίκη έταζε στους χωρικούς δέματα με είδη απαραίτητα για ένα νοικοκυριό ή τους έδιναν λεφτά κομμένα στη μέση (τα υπόλοιπα θα τα έπαιρναν μετά τις εκλογές αν επιβεβαιωμένα ψήφιζαν Ε.Ρ.Ε.). Μόνο με αυτά τα ποταπά τεχνάσματα μπορεί να συγκριθεί η δήλωση Τσίπρα πως το αποτέλεσμα των εκλογών είναι «ψήφος εμπιστοσύνης» για τις φορολογικές ελαφρύνσεις που έταξε προεκλογικά και με τις οποίες υποτίθεται ότι απένεμε δικαιοσύνη σ’ όσους έχουν πληγεί από την υπερ-φορολόγηση (βλέπε εδώ).

Αν δεν πρόκειται για μια ακόμη περίπτωση ημιμάθειας, τότε πρόκειται για την πλέον ανάλγητη κοινωνικά έκφραση κάποιου που επαίρεται ως «Αριστερός». Γιατί, δεν είναι πως τα λεφτά που έδωσε (και αυτά που έταξε) είναι λεφτά που προέρχονται από τις τσέπες των ίδιων. Είναι που εξαρτά την αποκατάσταση μιας «αδικίας» και την επάνοδο σε μια μορφή «κανονικότητας» από την επικράτηση του δικού του κόμματος. Πολύ περισσότερο είναι η αντιμετώπιση του Δημόσιου Ταμείου (και μάλιστα σε περίοδο ανάκαμψης από μια οικονομική ύφεση) σαν κομματικό ταμείο.

Εκτός, όμως, από στυγνός ο εκβιασμός του Πρωθυπουργού είναι και ηλίθιος, αλλά και ανεδαφικός, ενώ προσδίδει και πολιτικό πανικό. Είναι ηλίθιος αυτός ο εκβιασμός γιατί για να λειτουργήσει και να κερδηθεί «η ψήφος εμπιστοσύνης στα μέτρα» θα πρέπει μαζικά οι ψηφοφόροι να ψηφίσουν ΣΥ.ΡΙΖ.Α. Το χειρότερο είναι κανείς πως δεν θα γνωρίζει πόσοι πρέπει ν’ αλλάξουν την επιλογή τους για να έρθει το επιθυμητό αποτέλεσμα. Άρα, «η ψήφος εμπιστοσύνης στα μέτρα» είναι πρακτικά αδύνατη.

Τέλος από τη στιγμή που ο Τσίπρας θεωρεί το αποτέλεσμα των εκλογών ως έγκριση ή απόρριψη των μέτρων που εξήγγειλε είναι απολύτως λογικό να θεωρήσουμε πως μια εκλογική ήττα του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. (και άρα «απόρριψη» των μέτρων) μπορεί πολύ απλά να σημαίνει ότι όσα έδωσε (και έταξε) είναι πολύ λίγα για να τον κρατήσουν στην εξουσία. Μόνο που στην περίπτωση αυτή πιθανόν να μην του φτάνει ο χρόνος ή το διαθέσιμο υπόλοιπο για «να γυρίσει το αποτέλεσμα». Άσε που ακόμη και να δώσει ακόμη περισσότερα λεφτά δεν θα μπορεί να είναι σίγουρος ότι κέρδισε. Γιατί, δυστυχώς γι’ αυτόν σήμερα δεν μπορεί να επαναλάβει τις ίδιες τακτικές μ’ αυτές της Ε.Ρ.Ε. το 1961.

Ανεξαρτήτως του εκλογικού αποτελέσματος η «Κυβέρνηση Τσίπρα» και η Χώρα θα βρίσκονται κάτω από τον ψυχολογικό (σε πρώτη φάση) εκβιασμό των «αγορών» όπως αυτός αποτυπώνεται στα επιτόκια δανεισμού. Επιτόκια δανεισμού που μέσα σε λίγες μέρες «συνέτισαν» την Ιταλική κυβέρνηση όταν αυτή στη σύνταξη του φετινού Προϋπολογισμού της δεν ακολουθούσε τις «εντολές» της Ε.Ε. Και όσο για τους δικούς της μικροκομματικούς σκοπούς η «Κυβέρνηση Τσίπρα» θα παίζει το παιχνίδι των παροχών τόσο ο εκβιασμός των «αγορών» θα θεριεύει. Αν δε στην άνοδο (ή την διατήρηση τους σε υψηλά επίπεδα) των επιτοκίων δανεισμού προσθέσουμε και τις «πιέσεις» των «αγορών» στις μετοχές των τραπεζών, τότε το οικονομικό Καλοκαίρι (αν δεν γίνουν άμεσα οι εκλογές) ίσως να είναι θερμότερο από αυτό στα Ελληνο-Τουρκικά.

25 Μάη 2019
«πανταχού παρών 1».

Διαβάστηκε 446 φορές
 
 
   
Βρίσκεστε εδώ: Αρχική Κείμενα Παρατηρητηρίου ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ – ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ. ΟΤΑΝ ΟΙ ΠΟΛΙΤΙΚΟΙ ΑΝΑΚΑΛΥΠΤΟΥΝ ΤΗΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ: Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΚΑΙ ΟΙ ΕΡΓΑΣΙΑΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΤΗΝ ΠΡΟΕΚΛΟΓΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟ.