Font Size

SCREEN

Cpanel
Νέα σε τίτλους:

ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ – ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ. Η ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΩΝ ΤΕΚΜΗΡΙΩΝ & Η ΦΟΡΟΔΙΑΦΥΓΗ, ΤΑ «ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΑ ΒΙΒΛΙΑ» ΤΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ, Η ΔΙΚΗ ΓΙΑ ΚΑΚΟΥΡΓΗΜΑΤΙΚΗ ΑΠΙΣΤΙΑ ΤΟΥ ΠΕΤΡΟΥ ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΥ ΚΑΙ Ο «ΒΑΣΙΜΟΣ ΛΟΓΟΣ ΑΠΟΛΥΣΗΣ».

Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ – ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ. Η ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΩΝ ΤΕΚΜΗΡΙΩΝ & Η ΦΟΡΟΔΙΑΦΥΓΗ, ΤΑ «ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΑ ΒΙΒΛΙΑ» ΤΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ, Η ΔΙΚΗ ΓΙΑ ΚΑΚΟΥΡΓΗΜΑΤΙΚΗ ΑΠΙΣΤΙΑ ΤΟΥ ΠΕΤΡΟΥ ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΥ ΚΑΙ Ο «ΒΑΣΙΜΟΣ ΛΟΓΟΣ ΑΠΟΛΥΣΗΣ».

Πολλές φορές στη ζωή το ένα οδηγεί στο άλλο. Κάποτε αυτό συμβαίνει με τόσο «φυσικό» τρόπο που δίνει την εντύπωση πως η διαδοχή τους μόνο τυχαία δεν είναι. Στο σημερινό κείμενο τα φαινομενικά τρία διαφορετικά ζητήματα σχετίζονται άμεσα μεταξύ τους, αφού επί της ουσίας αφορούν τα εισοδήματα και την φορολόγηση τους. Ξεκινάμε από την πρόθεση της Κυβέρνησης να καταργήσει μετά από τέσσερις δεκαετίες τα «αντικειμενικά κριτήρια», συνεχίζουμε με την εισαγωγή της νέας πλατφόρμας-εφαρμογής της Εφορίας τα «ηλεκτρονικά βιβλία» και θα κλείσουμε με την δίκη το επόμενο διάστημα του Πέτρου Κωστόπουλου για «κακουργηματική απιστία». Ειδικά το τελευταίο θέμα δεν θα πρέπει με βάση τ’ όνομα του κατηγορούμενου να λειτουργήσει αποπροσανατολιστικά, γιατί αφορά σε μια κοινή πρακτική πολλών «επιχειρηματιών».

Τα «αντικειμενικά τεκμήρια» και η φοροδιαφυγή.      

Το 1978 η Κυβέρνηση του Κ. Καραμανλή θεσμοθέτησε τα «αντικειμενικά κριτήρια διαβίωσης». Με τον τρόπο αυτό προσπαθούσε να εντοπίσει τους φορολογούμενους που απέκρυβαν εισοδήματα και να τους φορολογήσει. Εκείνη την περίοδο η «μηχανογράφηση» ήταν άγνωστη έννοια και οι «επιχειρηματίες» είχαν μεγάλα περιθώρια δράσης κάθε είδους. Η λογική των «αντικειμενικών κριτηρίων διαβίωσης» είναι η κοστολόγηση της κατοχής και συντήρησης ακινήτων, αυτοκινήτων, σκαφών και γενικά οτιδήποτε απαιτεί δαπάνη η συντήρηση του. Η άθροιση των «αντικειμενικών κριτηρίων διαβίωσης» συγκρίνεται με το συνολικό δηλωθέν εισόδημα για να επιλεγεί τελικά η μεγαλύτερη από τις δύο, με την οποία και θα γίνει η φορολόγηση. Στο σημείο αυτό τίθεται και το πρώτο ερώτημα, το οποίο είναι και το πλέον βασικό:

Τι ενδιαφέρει περισσότερο το Κράτος; Η αποκάλυψη και η παραδειγματική τιμωρία της φοροδιαφυγής ή μόνον η είσπραξη περισσότερων φόρων;

Θεωρητικά και τα δύο. Για παράδειγμα η αποκάλυψη φοροδιαφυγής για μια χρονιά προκαλεί έλεγχο και για τις προηγούμενες (μέχρι του ορίου της παραγραφής). Βέβαια, για ένα μέτρο που υπάρχει για πάνω από 40 χρόνια είναι λογικό στα χρόνια αυτά οι απόψεις-επιδιώξεις της «Φορολογικής Διοίκησης» (άλλη ονομασία της «Εφορίας») να έχουν αλλάξει επί της ουσίας αρκετά (αν και θεωρητικά να εμφανίζονται αναλλοίωτες).

Ας δούμε λίγο ψύχραιμα τι σημαίνει τα «τεκμήρια» να είναι μεγαλύτερα από το δηλωθέν εισόδημα. Η πλέον προφανής απάντηση είναι ότι η διαφορά αυτή σημαίνει φοροδιαφυγή. Αυτό, ωστόσο, είναι μια ερμηνεία της αριθμητικής υπεροχής των τεκμηρίων. Μια άλλη απλούστερη ερμηνεία είναι ότι το εισόδημα της χρονιάς δεν επαρκεί για τη συντήρηση όσων κατέχει ο φορολογούμενος, ο οποίος -πράγματι- κάποια απ’ αυτά μπορεί να τα έχει αφήσει στην τύχη τους. Επιπλέον, ο καθορισμός του τρόπου υπολογισμού τους για κάθε τύπο (ακίνητο, αυτοκίνητο κ.λπ.) ενέχει έναν βαθμό αυθαιρεσίας από την πλευρά του Κράτους. Ειδικά, σε χρόνια Ύφεσης είναι αναμενόμενο να εμφανίζονται περισσότερες περιπτώσεις φορολόγησης με βάση τα «αντικειμενικά κριτήρια διαβίωσης».

Από λογιστικής-οικονομικής άποψης η περίπτωση που τα τεκμήρια είναι υψηλότερα του εισοδήματος απλά υποδεικνύει πως για τις χρονιές που αυτό συμβαίνει ο φορολογούμενος συντηρεί τη ν περιουσία του χρησιμοποιώντας το τυχόν «κομπόδεμα» του. Αυτό στην Λογιστική καλείται «ανάλωση εισοδήματος». Πόσοι από τους φορολογούμενους κάνουν χρήση αυτής της επιλογής ή απλά προτιμούν να πληρώσουν ότι βγάλει το εκκαθαριστικό είναι ένα ζήτημα. Στον βαθμό, άλλωστε, που για κάθε Κράτος «καλός πολίτης» είναι εκτός από τον φιλήσυχο αυτός που πληρώνει όσο γίνεται περισσότερους φόρους η δεύτερη επιλογή είναι η πλέον αρεστή. Επιπλέον, η κοινωνική αντιμετώπιση της «φοροδιαφυγής» που αποκαλύπτουν τα «αντικειμενικά τεκμήρια διαβίωσης» δεν είναι πάντα η ίδια. Αν ο φορολογούμενος δεν είναι «επώνυμος» (όπως ο Πέτρος Κωστόπουλος), τότε είναι ένας ακόμη φουκαράς που «πιάστηκε στα δίχτυα» της Εφορίας (εκτός αν έχουμε μαζί του «ανοιχτούς λογαριασμούς» οπότε είναι εκ προοιμίου το ίδιο ένοχος με τον Κωστόπουλο).

Κλείνοντας το συγκεκριμένο θέμα πρέπει να σημειωθεί ότι τα παραπάνω ισχύουν περισσότερο (αν και όχι απόλυτα) για τους μισθωτούς και τους ελεύθερους επαγγελματίες και όχι για όσους «επιχειρηματίες» δραστηριοποιούνται μέσω Α.Ε. (όπως το τρίτο θέμα μας).

Τα «ηλεκτρονικά βιβλία» της Α.Α.Δ.Ε.

Καμία κατάργηση μέτρου δεν γίνεται αν δεν έχει προετοιμαστεί ένας εναλλακτικός τρόπος συνέχισης της εφαρμογής των ίδιων αρχών και επιδιώξεων. Ακόμη και όταν εμφανίζεται η κατάργηση ως «εκσυγχρονισμός», ακόμη και τότε το «πνεύμα» της προηγούμενης ρύθμισης επιζεί της κατάργησης της. Απλά, η κατάργηση είναι το «τυράκι» για να μην προσέξουμε την «φάκα».

Η μεγάλη «πληγή» της φοροδιαφυγής δεν είναι τα «Φυσικά Πρόσωπα» αλλά οι εταιρείες (τα «Νομικά Πρόσωπα»). Για την αντιμετώπιση της η Φορολογική Διοίκηση υποχρεώνει τις εταιρείες να υποβάλλουν κάθε χρόνο τις φοβερές και τρομερές «Συγκεντρωτικές Καταστάσεις Πελατών-Προμηθευτών». Υποτίθεται ότι οι καταστάσεις αυτές διασταυρώνονται και μέσω της διασταύρωσης προκύπτουν τα πλαστά και εικονικά τιμολόγια. Αποφεύγοντας την σχετική ανάλυση (η οποία έχει νόημα μόνο για τους επαγγελματίες) έχει νόημα να σημειώσουμε ότι η επιτυχία αυτού του μέτρου είναι συζητήσιμη.

Η επιτυχία εξαρτάται από το πόσο έγκαιρα λαμβάνει τις σχετικές πληροφορίες η Εφορία. Μέχρι τώρα αυτό γίνεται μια φορά τον χρόνο. Τώρα, όμως, τα πράγματα αναμένεται ν’ αλλάξουν. Τώρα το Κράτος με αιχμή του δόρατος την Α.Α.Δ.Ε. (Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων) ξεκινά την νέα πλατφόρμα-εφαρμογή των «ηλεκτρονικών βιβλίων». Πέρα από τον πομπώδη τίτλο πρόκειται για μια εφαρμογή στην οποία οι φορολογούμενοι (ελεύθεροι επαγγελματίες, και εταιρείες) θ’ ανεβάζουν τα παραστατικά των αγορών και των πωλήσεων τους. Έτσι η Εφορία θα είναι σε θέση να γνωρίζει πολύ νωρίτερα (κάθε μήνα για τις Α.Ε., και ανά 3μηνο για τους υπόλοιπους εκτός και αν το καταργήσει) τις σχετικές συναλλαγές τις οποίες και θα διασταυρώνει πλέον μέσω της πλατφόρμας-εφαρμογής άμεσα (καθώς τα Έσοδα του ενός είναι τα Έξοδα του άλλου).

Είναι προφανές πώς εκτός από την κατάργηση της «Συγκεντρωτικής Κατάστασης Πελατών-Προμηθευτών» (το «τυράκι») η νέα πλατφόρμα-εφαρμογή σε κάποιο βαθμό θα λειτουργήσει αποτρεπτικά. Σε ποιο βαθμό μένει να το δούμε μετά την λειτουργία της.

Η δίκη για κακουργηματική απιστία του Πέτρου Κωστόπουλου.

Φοροδιαφυγή επιτυγχάνεται είτε με την απόκρυψη (μη δήλωση) Εσόδων είτε με την αύξηση των Εξόδων. Το τελευταίο επιτυγχάνεται με την χρήση πλαστών και εικονικών (ως προς την πραγματικότητα) τιμολογίων. Ένας ακόμη τρόπος είναι να φορτώνουν την εταιρεία με Έξοδα που δεν έχουν σχέση με την δραστηριότητα της. Είναι αυτό που ο Κώδικας Φορολογίας αποκαλεί «παραγωγική δαπάνη» και η οποία εκπίπτει από τα ακαθάριστα Έσοδα της επιχείρησης.

Ωστόσο, όπως έχουμε σημειώσει και σ’ άλλα κείμενα της σειράς πολλοί «επιχειρηματίες» θεωρούν το Ταμείο της επιχείρησης ως το πορτοφόλι τους και απ’ αυτό πληρώνουν τα δικά τους Έξοδα. Έτσι, αν και όταν ο φορολογικός έλεγχος τους χτυπήσει την πόρτα «αναμορφώνει» τα Έξοδα (άρα και τα Έσοδα τους) βγάζοντας τις περίφημες «λογιστικές διαφορές» με βάση τις οποίες τους ζητείται να πληρώσουν τους διαφυγόντες φόρους. Βέβαια, άλλο να βεβαιώνεις φόρους και άλλο να τους εισπράττεις. Δεδομένου, ότι ο έλεγχος διενεργείται το πολύ μέσα σε πέντε χρόνια από την λήξη της Χρήσης (περίοδος παραγραφής) ενδέχεται η επιχείρηση να μην έχει την οικονομική δυνατότητα ν’ αποπληρώσει την βασική οφειλή (κεφάλαιο) και τα πρόστιμα και τις προσαυξήσεις.

Ακόμη χειρότερα όταν ο «επιχειρηματίας» φορτώνει την επιχείρηση με τα δικά τους Έξοδα, τότε μειώνει αντίστοιχα την δυνατότητα της ν’ ανταποκριθεί στις δικές της Υποχρεώσεις. Στην περίπτωση που η δραστηριότητα της επιχείρησης παρουσιάζει κάμψη, τότε αρχίζουν τα ταμειακά προβλήματα με αποτέλεσμα Προμηθευτές, Δημόσιο (Εφορία-Ταμεία Ασφάλισης) και Πιστωτές (εργαζόμενοι, τράπεζες κ.α.) να μην πληρώνονται είτε τακτικά είτε καθόλου.

Όλα τα παραπάνω δημιουργούν ακόμη χειρότερη εντύπωση όσο ο «επιχειρηματίας» είναι «επώνυμος». Στην περίπτωση, δε, που η δημόσια εικόνα του ήταν αυτή μιας πολυτελούς και άνετης ζωής τότε ο «επιχειρηματίας» μας είναι -για το κοινό τουλάχιστον- εκ προοιμίου ένοχος. Είναι όπως λέμε «αυτός που αγαπάμε να μισούμε». Ακριβώς τέτοια είναι η περίπτωση του Πέτρου Κωστόπουλου ο οποίος πρόκειται να δικαστεί για «κακουργηματική απιστία» (βλέπε εδώ).

Ανεξάρτητα της γνώμης που έχει καθένας μας για τέτοιους «επιχειρηματίες» το ζήτημα είναι πως για την «Φορολογική Διοίκηση» τα «σπασμένα» τα πληρώνει πάντα η επιχείρηση ως Νομικό Πρόσωπο (άρα και οι εργαζόμενοι) και σπανίως ο ιδιοκτήτης. Ακόμη, όμως, και στις περιπτώσεις που ο ιδιοκτήτης λογοδοτήσει είναι αμφίβολο αν οι εργαζόμενοι πάρουν τα χρήματα τους.

Ο «βάσιμος λόγος απόλυσης».

Οι οποίοι εργαζόμενοι υποτίθεται ότι είναι η πρώτη προτεραιότητα κάθε κυβέρνησης (γιατί εκτός από εργαζόμενοι είναι και φορολογούμενοι, αλλά και ψηφοφόροι). Ωστόσο, μερικές φορές οι κυβερνήσεις παρανοούν και νομίζουν ότι προστατεύουν τους εργαζόμενους ενώ κάνουν το αντίθετο.

Για παράδειγμα ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. θεωρεί ότι τον Μάη του 2019 με την νομοθέτηση του «βάσιμου λόγου απόλυσης» τους προστάτευε. Πολλές φορές η θέσπιση ενός μέτρου στην πράξη μπορεί να οδηγήσει σε αντίθετα από τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα. Έτσι, η Κυβέρνηση της Ν.Δ. κάνοντας χρήση και των στοιχείων του Ιούλη από την «ΕΡΓΑΝΗ» υποστηρίζει ότι έκανε το ακριβώς αντίθετο (βλέπε εδώ).

Ο «βάσιμος λόγος απόλυσης» περιλαμβάνεται στον «Αναθεωρημένο Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Χάρτη», ο οποίος κυρώθηκε με τον Ν. 4359/2016. Ωστόσο, παρά το γεγονός ότι κυρώθηκε με νόμο από το 2016 μόνον τον Μάη του 2019 νομοθετήθηκε. Με τον τρόπο αυτό ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. δημιούργησε (σκόπιμα;) μια αντίφαση ανάμεσα στον Α.Κ. και την νομοθεσία (και τις πάγιες δικαστικές αποφάσεις) και τον «βάσιμο λόγο απόλυσης» (βλέπε εδώ). Γιατί κατά το Ελληνικό Εργατικό Δίκαιο η απόλυση συνιστά δικαίωμα του εργοδότη (μπορεί και ο εργαζόμενος να καταγγείλει την σύμβαση αορίστου χρόνου) και είναι μονομερής (δεν χρειάζεται τη σύμπραξη του άλλου μέρους), αναιτιώδης (δεν χρειάζεται να υπάρχει λόγος) δικαιοπραξία. Από την άλλη η άσκηση της περιορίζεται από το 281 Α.Κ., δηλαδή από τα όρια που διαγράφει η «καλή πίστη», τα «χρηστά ήθη», τον «κοινωνικό» ή τον «οικονομικό» σκοπό αυτής. Στις περιπτώσεις που παραβιάζονται αυτά τα όρια η απόλυση είναι καταχρηστική και γι’ αυτό άκυρη οπότε και οφείλεται αποζημίωση στον εργαζόμενο. Το βάρος της απόδειξης των παραπάνω φέρει ο εργαζόμενος, ο οποίος και διεκδικεί δικαστικά το δίκιο του.

Το περίεργο με τον «βάσιμο λόγο απόλυσης» είναι ότι παρά την νομοθέτηση του τον Μάη του 2019 το νομικό πλαίσιο δεν άλλαξε. Ο δε «Αναθεωρημένος Ευρωπαϊκός Κοινωνικός Χάρτης» αμέσως μετά αναφέρει ότι ως συνέπεια της παραβίασης του ως άνω δικαιώματος προβλέπεται μόνο «το δικαίωμα των εργαζομένων, των οποίων η εργασιακή σχέση λύεται χωρίς βάσιμο λόγο, σε επαρκή αποζημίωση ή άλλξ κατάλληλη επανόρθωση». Συνεπώς, με την νομοθέτηση του τον Μάη του 2019 ο «βάσιμος λόγος απόλυσης» εκτός των τριβών μεταξύ εργοδότη και εργαζόμενου μπορούσε να μεταβληθεί σε «στίγμα» για τον εργαζόμενο. Ένα «στίγμα» ανεξίτηλο αφού θα περιλαμβανόταν στο έγγραφο της απόλυσης.

Για περισσότερα σχετικά με τον «Αναθεωρημένο Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Χάρτη» και ειδικότερα τις σελ. 186-187 βλέπε εδώ).

10 Αυγούστου 2019
«πανταχού παρών 1».

 

Διαβάστηκε 132 φορές
 
 
   
Βρίσκεστε εδώ: Αρχική Κείμενα Παρατηρητηρίου ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ – ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ. Η ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΩΝ ΤΕΚΜΗΡΙΩΝ & Η ΦΟΡΟΔΙΑΦΥΓΗ, ΤΑ «ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΑ ΒΙΒΛΙΑ» ΤΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ, Η ΔΙΚΗ ΓΙΑ ΚΑΚΟΥΡΓΗΜΑΤΙΚΗ ΑΠΙΣΤΙΑ ΤΟΥ ΠΕΤΡΟΥ ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΥ ΚΑΙ Ο «ΒΑΣΙΜΟΣ ΛΟΓΟΣ ΑΠΟΛΥΣΗΣ».