Είτε έτσι είτε αλλιώς η επιχείρηση συνεχίζει να οφείλει την εξόφληση της υποχρέωσης αφού το «χρεόγραφο» είναι τίτλος τον οποίο η ίδια έχει εκδώσει. Ανεξάρτητα από τους λόγους τους οποίους επικαλείται στο Προεδρικό Διάταγμα του ο Τράμπ έχει νόημα να παρουσιάσουμε την διάκριση μεταξύ «μετοχής» και «εταιρικού ομολόγου», προκειμένου να δούμε αν και σε ποιο βαθμό έχει νόημα το Προεδρικό Διάταγμα. Θα πετύχει μέσω του Διατάγματος να περιορίσει την οικονομική ισχύ της Κίνας ή θα καταγραφεί σαν ακόμη μια «Δον Κιχωτική» κίνηση; Σε κάθε περίπτωση δεν πρέπει να λησμονούμε την πολυπλοκότητα των διακρατικών οικονομικών σχέσεων. Μια πολυπλοκότητα η οποία δυσκολεύει σε μεγάλο βαθμό την προσπάθεια μας να εκτιμήσουμε τις οικονομικές επιπτώσεις του Διατάγματος αυτού.
Μια «μετοχή» μπορεί να είναι είτε «κοινή», είτε «προνομιούχα». Μπορεί να κατέχεται είτε από Νομικό (εταιρεία) είτε από Φυσικό (άνθρωπο) Πρόσωπο:
- Οι «κοινές» μετοχές είναι αυτές που συμμετέχουν με δικαίωμα ψήφου στις Γ.Σ. της επιχείρησης και άρα εμμέσως στην Διοίκηση της.
- Οι «προνομιούχες» από την άλλη αν και δεν έχουν δικαίωμα ψήφου (και άρα έμμεσης συμμετοχής στην Διοίκηση της επιχείρησης) έχουν «προνόμια» που αφορούν οικονομικές αποκλειστικά απολαβές.
- Υπάρχει, τέλος, και μια ακόμα κατηγορία μετοχών η οποία απαντάται μόνο στο εξωτερικό (αν και όχι σ’ όλες τις χώρες)▪ και η οποία ονομάζεται «χρυσές μετοχές». Με τον όρο «χρυσές μετοχές» αναφερόμαστε σε «κοινές» μεν μετοχές στις οποίες το Καταστατικό επιφυλάσσει συγκεκριμένα προνόμια τα οποία αφορούν το δικαίωμα ψήφου και αρνησικυρίας (veto).
Στο σημερινό κείμενο δεν μας ενδιαφέρουν οι «χρυσές μετοχές» καθώς ακόμη και αν διαθέτουν τέτοιες οι κινεζικές επιχειρήσεις είναι αμφίβολο αν τις έχουν διαθέσει σε ξένους (καθώς έτσι αυτοί θ’ αποκτούσαν κυρίαρχο ρόλο στην διοίκηση τους). Μια μετοχή μπορεί ν’ αποκτηθεί με δύο τρόπους:
- Με αγορά απευθείας από την επιχείρηση, οπότε και αποτελεί γι’ αυτή πηγή χρηματοδότησης,
- με αγορά από κάποιον ήδη μέτοχο (οπότε σ’ επίπεδο επιχείρησης δεν προκαλείται κάποιο αποτέλεσμα).
Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειώσουμε την εννοιολογική διαφορά μεταξύ του αρχικού περιεχομένου της λέξης «επένδυση» και αυτού που έχει καταντήσει (λόγω αμάθειας) να έχει σήμερα. Η λέξη «επένδυση» (όπως και η «ανάπτυξη») παραπέμπει σ’ έναν μεγάλο χρονικό ορίζοντα. Προϋποθέτει, δηλαδή, την διακράτηση των μετοχών για κάποιο χρονικό διάστημα (σίγουρα πάνω από το έτος) προκειμένου έτσι να δοθεί ο απαραίτητος χρόνος για ν’ αποδώσει η επιχειρηματική (επενδυτική) προσπάθεια αποτελέσματα. Οτιδήποτε διαφορετικό όπως η συνεχής αγοραπωλησία των μετοχών στο Χρηματιστήριο είναι «κερδοσκοπία», η οποία μπορεί να εξελιχθεί σε «αισχροκέρδεια». (Το αντίστοιχο της «ανάπτυξης» και ο σωστότερος όρος όταν μιλάμε για το Α.Ε.Π. είναι «μεγέθυνση», η οποία ως έννοια είναι πλήρως αποξενωμένη από κάθε ηθικό περιεχόμενο και σε σχέση με την «ανάπτυξη» ΔΕΝ απαιτεί μακροχρόνια προσήλωση και υπομονή. Γι’ αυτό όταν θέλουμε να κερδίσουμε χρόνο και να «μεγεθύνουμε» γρήγορα το κέικ βάζουμε baking powder).
Συνεπώς, στο παρόν κείμενο η «επένδυση» (λανθασμένα) έχει το νόημα αφενός της αγοραπωλησίας μέσω Χρηματιστηρίου και αφετέρου την αγοραπωλησία σε σχετικά μικρά χρονικά διαστήματα ακόμα και αν σ’ ετήσια βάση ο αριθμός των μετοχών δεν παρουσιάζει μεταβολή ή αυτή είναι μικρή. Δυστυχώς, η απόκτηση μέσω του Χρηματιστηρίου μετοχών Κινεζικών επιχειρήσεων από άλλους μετόχους (και όχι από την ίδια την επιχείρηση μέσω της Αύξησης Μετοχικού Κεφαλαίου) ΔΕΝ μας ενδιαφέρει εδώ καθώς έτσι δεν χρηματοδοτείται η επιχείρηση. Από μια άποψη μια τέτοια κίνηση καθώς δεν ενισχύει ούτε καν έμμεσα από χρηματοδοτική άποψη την επιχείρηση μπορεί αν γίνει συντονισμένα και σε μεγάλη κλίμακα η πώληση των συγκεκριμένων μετοχών να προκαλέσει την πτώση της τιμής της και έτσι να προκαλέσει μεγάλα προβλήματα στην χρηματοδότηση της επιχείρησης (η οποία χρησιμοποιεί ως εγγύηση της χρηματοδότησης της από τις τράπεζες δικές της μετοχές και η τιμή της μετοχής στο Χρηματιστήριο καθορίζει το ύψος των δόσεων που καταβάλει). Ωστόσο, ο Τράμπ στο Διάταγμα του δεν κάνει καμία τέτοια διάκριση.
Το «εταιρικό ομόλογο» από την άλλη αν και φαίνεται να είναι μια αμεσότερη πηγή χρηματοδότησης μιας επιχείρησης λειτουργεί όπως και η μετοχή. Αυτός που το αποκτά απευθείας από την επιχείρηση είναι ταυτόχρονα και χρηματοδότης (πιστωτής) της, ενώ εκείνος που το αποκτά από κάποιον άλλο ΔΕΝ είναι (αν και όπως είδαμε πιο πάνω μπορεί έμμεσα να επηρεάσει μέσω της χρηματιστηριακής του πώλησης τα οικονομικά της επιχείρησης).
Τώρα, είμαστε λίγο πιο έτοιμοι να προσπαθήσουμε να υπολογίσουμε τις επιπτώσεις από την εφαρμογή του προεδρικού Διατάγματος του Τράμπ. Αν η συμμόρφωση των Αμερικανών με το Διάταγμα να γίνει συντεταγμένα και ταυτόχρονα, τότε οι επιπτώσεις στις Κινεζικές εταιρείες θα μπορούσαν να είναι σημαντικές και έτσι να επιτύχει (κάπως) του σκοπού του το Διάταγμα. Ωστόσο, η επιδίωξη του ατομικού κέρδους είναι αήττητη. Σε κάθε περίπτωση το Αμερικανικό Κράτος έχει τα μέσα να ελέγξει την συμμόρφωση των πολιτών του με το Διάταγμα, οι οποίοι θα πρέπει να γίνουν πολύ ευρηματικοί (παρανομώντας) για να κρύψουν την κατοχή Κινεζικών χρεογράφων. Για παράδειγμα θα μπορούσαν να «επενδύουν» σε μη Αμερικανικές εταιρείες οι οποίες στη συνέχεια με τα λεφτά τους χρηματοδοτούν Κινεζικές. Έτσι, μια πλήρως προνοητική απαγορευτική διάταξη θα έπρεπε ν’ απαγορεύει και αυτού του τύπου τις συναλλαγές. Το μόνο πρόβλημα θα ήταν πως ακόμη και αν υπήρχαν όλα τ’ απαραίτητα μέσα και πάλι θα ήταν πολύ δύσκολο να διακρίνει ένας ελεγκτής (και επιπλέον θα χρειαζόταν χρόνο και μέσα, άρα και αναλογικά πολύ χρήμα) αυτές τις παραβάσεις της νομοθεσίας.
Τελικά, η λύση σε τέτοια ζητήματα είναι από θεωρητικής τουλάχιστον άποψης πολύ απλή (και ταυτόχρονα όσο αφορά τον χαρακτήρα μας πολύ δύσκολη). Υποθέτοντας ότι οι Αμερικανοί επενδύουν σε Κινέζικες εταιρείες αγοράζοντας απευθείας από Α.Μ.Κ. μετοχές και εταιρικά ομόλογα, τότε πουλώντας τα μαζικά θα μπορούσαν να δημιουργήσουν πρόβλημα στα οικονομικά τους. Οι επιπτώσεις αυτές ποικίλουν αναλόγως του αν και πόσοι θα βρεθούν να πάρουν την θέση των Αμερικανών επενδυτών. Επιπρόσθετα ας φανταστούμε πως για αρκετούς Αμερικανούς επενδυτές οι οποίοι εντός της προθεσμίας έχουν το δικαίωμα να εισπράξουν κανονικά στη λήξη τους τα εταιρικά ομόλογα τους (και έτσι να μην έχουν απώλειες από την πρόωρη πώληση τους) τότε οι επιπτώσεις για τις Κινέζικες επιχειρήσεις θα ήταν σημαντικές. Αν η επιχείρηση θεωρήσει ότι για τα επόμενα χρόνια οι εργασίες της θα εξελιχθούν σχετικά ομαλά και συνεχίζει να έχει ανάγκη την χρηματοδότηση τότε ενδεχομένως να εκδώσει και άλλο εταιρικό ομόλογο δίνοντας στους ήδη κατόχους την δυνατότητα ν’ ανανεώσουν το δικό τους. Αν οι Αμερικανοί επενδυτές τ’ ανανεώσουν τότε οι χρηματικές εκροές θα περιοριστούν στους τόκους. Αν, όμως, δεν ανανεώσουν τότε θα πρέπει να τους επιστραφεί και το κεφάλαιο. Στην περίπτωση αυτή μόνο οι νέοι επενδυτές θα μείναν τις χρηματικές εκροές για την επιχείρηση.
Τι, όμως, κινητοποιεί κάποιον στην απόκτηση ενός ομολόγου αν όχι η επιδίωξη του κέρδους; Αν το ομόλογο είναι Κρατικό η επιλογή είναι απλή και σίγουρη καθώς οι χρηματοδοτικές ανάγκες ενός Κράτους είναι παντοτινές και μεγάλες γι’ αυτό και η έκδοση ομολόγων συνεχής. Αν το ομόλογο είναι εταιρικό η εκτίμηση για την πιθανότητα κέρδους σχετίζεται με την εκτίμηση για την πορεία της επιχείρησης. Μια εκτίμηση που βασίζεται τόσο στο αντικείμενο των εργασιών της όσο και στην κατάσταση των αγορών στις οποίες δραστηριοποιείται. Έτσι, αν ο υποψήφιος επενδυτής θεωρήσει ότι τώρα ή στο κοντινό μέλλον το ποσοστό της επιχείρησης σε μια μεγάλη αγορά μειωθεί τότε το εταιρικό ομόλογο της δεν θα είναι ελκυστικό γι’ αυτόν. Η μείωση του ποσοστού της επιχείρησης θα μπορούσε να προκληθεί από εμπορικές κυρώσεις που θα επέβαλε το εν λόγω κράτος όπως π.χ. αύξηση των εισαγωγικών δασμών.
Έτσι, η Κινέζικη επιχείρηση του παραδείγματος μας δεν θα ήταν ελκυστική σε νέους επενδυτές την ίδια ώρα που θα έπρεπε να εκταμιεύσει λεφτά για να ξεπληρώσει το κεφάλαιο και τους τόκους στους Αμερικανούς κατόχους που δεν θέλουν (και δεν μπορούν εξαιτίας του Διατάγματος) ν’ ανανεώσουν. Έτσι, η οικονομική ζημιά που θέλει μέσω του Διατάγματος του να προκαλέσει ο Τράμπ εξαρτάται αποκλειστικά από τις προοπτικές των Κινεζικών επιχειρήσεων στις διεθνείς αγορές και ειδικότερα στην Αμερικανική. Μια προοπτική την οποία η Αμερικανική Κυβέρνηση μπορεί όσον αφορά την αγορά της να επηρεάσει σημαντικά. Στο σημείο αυτό, όμως, προκύπτει ένα άλλο εξίσου σημαντικό πρόβλημα.
Το πρόβλημα αυτό είναι η οικονομική αλληλεξάρτηση μεταξύ των κρατών. Οι Αμερικανοί επενδύουν (όπως και αν το εννοούμε) σε Κινεζικές επιχειρήσεις, οι οποίες με τη σειρά τους επιθυμούν ν’ αυξήσουν τις πωλήσεις τους στις Η.Π.Α. Ο πιο εύκολος τρόπος είναι να χρησιμοποιήσουν μέρος των χρημάτων αυτών για ν’ αγοράσουν ομόλογα των Η.Π.Α. αυξάνοντας έτσι την ποσότητα διαθέσιμου για δανεισμό στους Αμερικανούς πολίτες χρήματος με το οποίο εκείνοι θ’ αγοράσουν τα προϊόντα που αυτές παράγουν.
Ώστε, τελικά, το πλήγμα που επιθυμεί να επιφέρει στις Κινεζικές επιχειρήσεις (και συνεπώς στην Κίνα) ο Τράμπ εξαρτάται και από τις καταναλωτικές προτιμήσεις των Αμερικανών πολιτών. Προτιμήσεις οι οποίες με τη σειρά τους θα επηρεάσουν τις προοπτικές των Κινεζικών επιχειρήσεων και τελικά τις εκτιμήσεις των υποψήφιων επενδυτών για την οικονομική τους κατάσταση. Σ’ αυτόν τον ανατροφοδοτούμενο κύκλο είναι πρακτικά αδύνατο να βρεις το «σωστό» σημείο και τη «σωστή» στιγμή για ν’ ασκήσεις την απαραίτητη πίεση. Σε τέτοιες περιπτώσεις η «λύση» που προτιμάται είναι περισσότερο απλή: ο αιφνιδιασμός.
Η ανακοίνωση της λήψης ενός μέτρου που η άλλη πλευρά δεν υποψιάζεται σε σύντομο σχετικά χρόνο (τέτοιο που δεν προλαβαίνει εγκαίρως ν’ ανασχεδιάσει την τακτική της). Ωστόσο, ο αιφνιδιασμός (καλύτερα εκβιασμός) είτε ακολουθείται από μια περαιτέρω κλιμάκωση (όταν έχει προαποφασιστεί η σύγκρουση) είτε οδηγεί στο «τραπέζι των διαπραγματεύσεων» (όπου και ο εκβιαστής θα παζαρέψει το μερίδιο που θέλει από τον εκβιαζόμενο). Είναι πιθανό το Διάταγμα αυτό του Τράμπ ν’ αποσκοπούσε σε μια διαπραγμάτευση σχετικά με την οικονομική διείσδυση των Αμερικανών στις Κινεζικές επιχειρήσεις (ειδικά αυτές που ασχολούνται με την τεχνολογία) μέσω της πώλησης σε δικές τους απόλυτα ελεγχόμενες από το «κατεστημένο» ποσοστού (ή μήπως αυτές το ελέγχουν;) αν και ο περιορισμός της απαγόρευσης σε 31 (μέχρι στιγμής) επιχειρήσεις απομακρύνει αυτό το ενδεχόμενο. Βέβαια, ήταν μόλις πέρυσι όταν στις Η.Π.Α. δημιουργήθηκε τόσος θόρυβος σχετικά με το λογισμικό των κινητών τηλεφώνων και τα κινητά τηλέφωνα που κατασκευάζονται στην Κίνα.
Από την άλλη πόσο πιθανό είναι από μόνη της η αγορά ποσοστού Κινεζικών επιχειρήσεων από τις Αμερικανικές να σταματήσει την ποιοτική βελτίωση των Κινεζικών ενόπλων δυνάμεων κρατώντας τες ποιοτικά υποδεέστερες των Αμερικανικών; Τι θα εμπόδιζε το Κινεζικό Κράτος να πάρει απ’ αυτές τις επιχειρήσεις το καλύτερο επιστημονικό προσωπικό και να το στρατολογήσει για ρους σκοπούς του; Τελικά, τι σημασία έχει ένα τέτοιο Διάταγμα δεδομένου ότι από την Αρχαιότητα ως σήμερα ζούμε σ’ έναν πλανήτη στον οποίο συνεχώς ο ένας υπονομεύει τον άλλο; Μόνο αν ήδη οι Αμερικανοί έχουν προαποφασίσει (ακόμα και στο απώτερο μέλλον) την σύγκρουση (θεωρώντας την αναπόφευκτη) έχει αυτό το Διάταγμα κάποια βάση. Αλλιώς έχουμε να κάνουμε μ’ έναν οικονομικό εκβιασμό. Έναν εκβιασμό που δεδομένης της οικονομικής αλληλεξάρτησης των κρατών μπορεί να επιτύχει μόνο αν οι Η.Π.Α. γίνουν αυτάρκεις και δεν χρειάζονται τα ξένα κεφάλαια. Πόσο πιθανό -και κυρίως εφικτό- είναι αυτό στο πολύ κοντινό μέλλον; Μόνον οι (οικονομικές και όχι μόνο) εξελίξεις των επομένων 2-3 ετών θα το (από)δείξουν αυτό.
Υ.Γ. Ο πόλεμος μεταξύ Κίνας και Η.Π.Α. έχει ήδη αρχίσει και δεν εξελίσσεται στην Θάλασσα της Ν. Κίνας όπου οι Κινέζοι θα είχαν κάποιο μικρό πλεονέκτημα, αλλά στο Χρηματιστήριο της Ν. Υόρκης και την Αμερικανική αγορά όπου οι Αμερικανοί κυριαρχούν απόλυτα. Ο πόλεμος είναι εμπορικός (βλέπε εδώ & εδώ) και σ’ αυτόν οι Κινέζοι δεν μπορούν να ελπίζουν σε πολλούς συμμάχους. Ο πόλεμος αυτός είναι το είδος του πολέμου στο οποίο οι Αμερικανοί μπορούν σκόπιμα να ελπίζουν ότι θα κεφαλαιοποιήσουν πλήρως την κυριαρχία τους τα τελευταία 60 χρόνια. Οι Ευρωπαίοι δεν θα θελήσουν να τους πάνε κόντρα σ’ αυτό τον οικονομικό πόλεμο και να ταχθούν με τους Κινέζους, την ίδια στιγμή που οι Ρώσοι κάθε άλλο παρά θα ήθελαν την περαιτέρω ισχυροποίηση της Κίνας (η οποία τεχνολογικά τους έχει ξεπεράσει).
Το γεγονός ότι ο πόλεμος αυτός εξελίσσεται στον χρηματοοικονομικό κλάδο δίνει στις Η.Π.Α. το απόλυτο πλεονέκτημα. Μια σειρά διεθνών ενώσεων και επιτροπών (π.χ. Επιτροπή Διεθνών Λογιστικών Προτύπων) τα πορίσματα των οποίων τα πορίσματα επιβάλλονται προς χρήση διεθνώς εδρεύουν όχι στις Η.Π.Α., αλλά στην έδρα του μεγαλύτερου χρηματιστηρίου της αυτού της Ν. Υόρκης. Δεν είναι μόνο ότι το είδος αυτό του πολέμου είναι πολύ οικείο στους Αμερικανούς, είναι πολύ περισσότερο που αυτοί είναι που έχουν διαμορφώσει το πεδίο στο οποίο αυτός διεξάγεται. Οπότε, όλα τα δεδομένα τους ευνοούν σκανδαλωδώς. Η μόνη περίπτωση για να χάσουν τον πόλεμο αυτό είναι η οικονομική διείσδυση των Κινέζων στις μεγάλες Αμερικανικές επιχειρήσεις να ήταν τέτοια που κάθε μέτρο εναντίον τους να τις επηρέαζε σε πολύ μεγάλο βαθμό.
Υπάρχει, όμως, και μια «αστεία» διάσταση στο υπόβαθρο του Διατάγματος Τράμπ. Αυτή έγκειται στην κατηγορία ότι οι επιχειρήσεις της «μαύρης λίστας» δουλεύουν για τον Κινεζικό Στρατό. Είναι σίγουρα «αστείο» να υποστηρίζουν κάτι τέτοιο οι Η.Π.Α. ειδικά όταν οι μεγαλύτερες από τις επιχειρήσεις τους γιγαντώθηκαν εξαιτίας των στρατιωτικών συμβολαίων τους. Είναι δε τόσες πολλές και τόσο μεγάλες που κάθε μείωση του εξοπλιστικού προϋπολογισμού έχει γενικότερα μεγάλες οικονομικές επιπτώσεις. Επιπλέον, αυτό σημαίνει πως ο κατάλογος των επιχειρήσεων αυτών δεν είναι οριστικός και πως από καιρό σε καιρό θ’ αλλάζει.
05 Δεκέμβρη 2020
«πανταχού παρών 1».























































































