Font Size

SCREEN

Cpanel
Νέα σε τίτλους:

ΟΤΑΝ Ο ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ ΕΧΕΙ ΚΟΛΛΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΔΕΝ ΤΟΝ ΒΟΛΕΥΕΙ Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ (ΕΙΣΒΟΛΗ ΣΤΟ ΚΑΠΙΤΩΛΙΟ, Α.Ε.Κ.)

Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

ΟΤΑΝ Ο ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ ΕΧΕΙ ΚΟΛΛΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΔΕΝ ΤΟΝ ΒΟΛΕΥΕΙ Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ
(ΕΙΣΒΟΛΗ ΣΤΟ ΚΑΠΙΤΩΛΙΟ, Α.Ε.Κ.)

Η «δημοσιογραφική κάλυψη» ενός γεγονότος είναι από μια άποψη σημαντική, όχι μόνο για την ίδια την ενημέρωση αλλά κυρίως για την γνώμη που διαμορφώνει (ή προσπαθεί) σ’ όσους παρακολουθούν. Ωστόσο, η «δημοσιογραφική κάλυψη» είναι κάτι πολύ περισσότερο από την «ξερή» παράθεση γεγονότων. Για να είναι πλήρης πρέπει να έχει και την προσωπική άποψη του δημοσιογράφου. Μια «προσωπική άποψη» με την οποία και προφανώς δεν συμφωνούν πάντα όλοι. Τι γίνεται, όμως, αν ο δημοσιογράφος είναι «στρατευμένος» και σώνει και καλά πρέπει να υπερασπιστεί τα συμφέροντα κάποιου φέρνοντας την πραγματικότητα εκεί που αυτός θέλει;

Σήμερα θα δούμε δύο τέτοιες περιπτώσεις. Δύο περιπτώσεις στις οποίες είτε επειδή απέτυχαν να κατανοήσουν την κατάσταση, είτε λόγω της προσωπικής τους προκατάληψης δύο δημοσιογράφοι απέτυχαν στην «αποστολή» τους (αν υποθέσουμε ότι κάτι τέτοιο υπάρχει). Υπάρχει, βέβαια, μια απλή εξήγηση για ότι έκαναν (ή καλύτερα δεν έκαναν) και αυτή είναι πως αν εξέταζαν αντικειμενικά την διαμορφωμένη κατάσταση θα έπρεπε να καταλήξουν σε διαφορετικά συμπεράσματα που δεν συμφωνούν με την ήδη διαμορφωμένη προσωπική τους άποψη.

Η εισβολή στο Καπιτώλιο.

Ανήμερα των Φώτων είχαμε την πρωτοφανή κίνηση υποστηρικτών του Τράμπ να εισβάλλουν στο Καπιτώλιο. Το μόνο σίγουρο είναι πως αφ’ ενός η κίνηση αυτή ήταν μη αναμενόμενη και αφ’ ετέρου ο Τράμπ θεωρείται στην καλύτερη περίπτωση «λαϊκιστής» αν όχι ανισόρροπος. Ωστόσο, η πολιτική σημασία της εισβολής υποτιμήθηκε οικτρά (σε συνάρτηση και με την «δημοσιογραφική κάλυψη») όπως θα δούμε στη συνέχεια. Πριν, όμως, φτάσουμε εκεί πρέπει να λύσουμε την απορία της δημοσιογράφου του MEGA (βλέπε εδώ) που κάλυψε το γεγονός ως προς το «γιατί» έκανε κάτι τέτοιο ο Τράμπ.

Την απάντηση την έδωσε ένας καλεσμένος της, αλλά δεν είμαι σίγουρος ότι την κατανόησε μιας και δεν ταίριαζε στην ήδη διαμορφωμένη άποψη της για την ψυχική υγεία του απερχόμενου Προέδρου των Η.Π.Α. Η Ράνια Τζίμα θεωρούσε πως μετά την εισβολή ο Τράμπ απομονώθηκε εντελώς. Προφανώς υποτίμησε το γεγονός ότι ο Τράμπ εκείνη τη στιγμή είχε μόνο δύο εβδομάδες για να ολοκληρώσει τη θητεία του και δεν του έμενε πολύς χρόνος για να οικειοποιηθεί όσους τον ψήφισαν στις εκλογές παρακάμπτοντας το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα. Έτσι, η απάντηση του καλεσμένου της ότι ο Τράμπ είναι μεγαλύτερο μέγεθος από τους Ρεπουμπλικανούς ως μηχανισμό που τον στήριξαν/ανέχθηκαν δεν της έκανε μιας και έτσι ο Ντόναλντ δεν ήταν ανισόρροπος αλλά ψυχρός τακτικιστής (δηλαδή διέθετε κάποιου βαθμού ευφυία).

Από πολιτικής άποψης το πρόβλημα δεν είναι ο ίδιος ο Τράμπ, αλλά η πολιτική έκφραση όσων των ψήφισαν (οι οποίοι και νοιώθουν ότι δεν εκπροσωπούνται από το παρόν σύστημα εξουσίας). Έτσι, η κατόπιν εορτής καθαίρεση του και η παρεπόμενη απαγόρευση εξ αιτίας της καθαίρεσης του να θέσει εκ νέου υποψηφιότητα ΔΕΝ λύνει το πρόβλημα▪ απλά το μεταθέτει. Από τη στιγμή που ο Ντόναλντ οικειοποιηθεί το μεγαλύτερο μέρος των ψηφοφόρων του στις τελευταίες εκλογές ΤΙΠΟΤΑ δεν εξασφαλίζει το Αμερικανικό κατεστημένο από την κινητοποίηση τους για λογαριασμό άλλων μελών της οικογένειας του. τόσο η Μελάνια όσο και οποιοδήποτε από τα 5 παιδιά του. Και στον βαθμό που το ζήτημα της καλυτέρευσης της οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης των «εισβολέων του Καπιτωλίου» δεν είναι εύκολο να λυθεί άμεσα, η δυνατότητα εκμετάλλευσης της κατάστασης τους από την οικογένεια Τράμπ είναι και εύκολη και αναμενόμενη. Άλλωστε, για να βελτιωθεί η θέση κάποιου πρέπει να χειροτερεύσει κάποιου άλλου.

Η δεύτερη απορία της Ράνιας αφορούσε τον τρόπο που η Αστυνομία διαχειρίστηκε το συμβάν. Η Ράνια είχε ήδη καταλήξει στο συμπέρασμα πως η Αστυνομία (για την στάση της οποίας πολλά μπορεί να ισχυριστεί κανείς) δεν αντιμετώπισε με τον ίδιο τρόπο τους εισβολείς όπως στις διαμαρτυρίες του «κινήματος» black lives matter. Προσπάθησε μια-δυό φορές να κάνει τον συνομιλητή της να το παραδεχτεί, αλλά αυτός δεν «τσίμπησε». Ωστόσο, η απάντηση που της έδωσε είχε νόημα για όλους τους υπόλοιπους. Η απάντηση ήταν πως αφ’ ενός το πλήθος ήταν ετερόκλητο (άνθρωποι όλων των ηλικιών και κοινωνικών στρωμάτων) και αφ’ ετέρου προερχόταν και από πολιτείες στις οποίες η οπλοκατοχή είναι νόμιμη και άρα κάποιοι (ποιοι όμως;) θα ήταν οπλισμένοι (οπότε μια πιο δυναμική επέμβαση θα μπορούσε να οδηγήσει σε «λουτρό αίματος»).

Μέχρι εδώ η στάση της Ράνιας δικαιολογείται από τις προσωπικές πεποιθήσεις της. Αυτό στο οποίο θ’ αναφερθώ στη συνέχεια αφορά στην αστοχία της να δει κάτω από την επιφάνεια, γεγονός το οποίο δικαιολογείται μόνο από τ’ ότι δεν είναι «πολιτική αναλυτής». Σε κάθε περίπτωση θα μπορούσε να μας έχει δείξει πως κατάλαβε τι και γιατί συνέβαινε∙ ειδικά όταν πέρασε «ΣΥ.ΡΙΖ.Α.» από την «σωστή προσέγγιση». Η οποία «σωστή προσέγγιση» είναι αυτή που μια σειρά αναλυτών-σχολιαστών έχει ήδη σκιαγραφήσει. Εκτός των δικών μας και όσοι (όπως ένας εκ των συνομιλητών της) ζουν στις Η.Π.Α. μπορούν να μας πληροφορήσουν για το ψυχολογικό σχίσμα (που υπάρχει, άλλωστε, σε κάθε χώρα) το οποίο έχει οικονομική βάση. Η άνιση κατανομή του Εθνικού Εισοδήματος και η προκαλούμενη απ’ αυτή περιθωριοποίηση τμήματος του πληθυσμού που νοιώθει αποκομμένο και αδικημένο. Ενός τμήματος το οποίο όταν εκφράζεται πολιτικά το κάνει σε υπερ-συντηρητική κατεύθυνση.

Είναι προκλητικά εύκολη η κατηγοριοποίηση του τμήματος αυτού ως «Ακρο-Δεξιού». Επιπλέον ο χαρακτηρισμός αυτός δημιουργεί αυτόματα τον ψευδή (όταν δεν εξετάζεται αντικειμενικά κάθε φορά) διαχωρισμό μεταξύ «προόδου» (η οποία μας λένε ότι είναι πάντα «καλή») και της «συντήρησης/οπισθοδρόμησης» (που υποτίθεται ότι μας κρατά «κολλημένους» στο παρελθόν. Χαρακτηρίζοντας τόσο η Ράνια όσοι και πάρα πολλοί άλλοι τους υποστηρικτές του Τράμπ ως «Ακρο-Δεξιούς» αποφεύγουν να μπουν στην ουσία του ζητήματος. Μια ουσία από την οποία πέρασαν «ΣΥ.ΡΙΖ.Α.» και την οποία έθιξε σε μια προβοκατόρικα προκλητική ανάρτηση της στο facebook η Ραχήλ Μακρή. Η ουσία της εισβολής στο Καπιτώλιο αφορά και την ουσία της πολιτικής.

Η απάντηση στο ερώτημα: «Για ποιο λόγο υπάρχει η Πολιτική;» είναι: «Για να υπηρετεί την ανάγκη διακυβέρνησης των πολιτών.». Άρα ο ωφελούμενος είναι οι πολίτες (Λαός), οι οποίοι για την περίπτωση είναι τόσο τα υποκείμενα όσο και τα αντικείμενα της πολιτικής διαδικασίας. Αυτή την διακήρυξη την βρίσκουμε και στην πρώτη φράση του Συντάγματος των Η.Π.Α. (We the people…/Εμείς ο Λαός…). Από θεωρητικής και μόνο άποψης και προκειμένου να δικαιολογηθεί και να νομιμοποιηθεί η «Αστική Κοινοβουλευτική Δημοκρατία» προέκυψε η εφεύρεση του «Κοινωνικού Συμβολαίου» το οποίο υποτίθεται ΄τι έχει συναφθεί μεταξύ του Κράτους και των πολιτών. Σύμφωνα με την θεωρία αυτή οι πολίτες έχουν εκχωρήσει στην εκάστοτε Κυβέρνηση τους το δικαίωμα να τους κυβερνά, το οποίο και μπορούν ν’ ανακαλέσουν όταν αυτή υπερβαίνει κάποια όρια.

Προφανώς, μια τέτοια θεωρητική διατύπωση ακόμα και αν είναι σωστή έχει διαφορετικό αντίκτυπο σε κάθε χώρα αναλόγως του πολιτικού παρελθόντος της. Για παράδειγμα σ’ ένα Ομόσπονδο Κράτος στο οποίο κάθε περιοχή έχει μεγάλη διοικητική αυτονομία η συγκρότηση του οποίου βασίστηκε στην αυτενέργεια των ατόμων είναι απόλυτα λογικό οι πολίτες του να παίρνουν πολύ σοβαρότερα την διατύπωση αυτή από άλλους που ζουν σε κράτη με συγκεντρωτική κεντρική διοίκηση. Οπότε, η εισβολή στο Καπιτώλιο ήταν η εκδήλωση μιας διαμαρτυρίας όσων θεωρούν εαυτούς μη εκπροσωπούμενους από το υφιστάμενο πολιτικό σύστημα παρά μια ενέργεια «Ακρο-Δεξιών». Άλλωστε, τα πολιτικά δικαιώματα των πολιτών με βάση την Πολιτική Επιστήμη ΔΕΝ εξαρτώνται ούτε από το φύλο, ούτε από την ηλικία, ούτε από την πολιτική τοποθέτηση. Συνεπώς, ο οπαδός του Τράμπ (ή του Μιχαλολιάκου) δεν έχει για τον λόγο αυτό λιγότερο δικαίωμα να διαμαρτύρεται και να εξεγείρεται από ένα «Ακρο-Αριστερό».

Όταν στους τηλεοπτικούς δέκτες μας έφτασαν οι εικόνες των πρακτόρων που συνόδευαν από τα υπόγεια του Καπιτώλιου τους Γερουσιαστές και τους Αντιπροσώπους για να συνεχιστεί η διακοπείσα συνεδρίαση, η Ράνια σχολίασε πως της θύμιζαν σκηνές από ταινίες. Όπως, όμως, είναι σε θέση να θυμηθεί οποιοσδήποτε έχει δει έστω και μια τέτοια ταινία, σ’ αυτές περιγράφεται ένα πολιτικό σύστημα πιέσεων και εκβιασμών. Ένα πολιτικό σύστημα στο οποίο διαγκωνίζονται «ομάδες πίεσης» (lobby) και το οποίο είναι σε θέση να καθυστερήσει ή και ν’ ακυρώσει σπουδαίες νομοθετικές πρωτοβουλίες. Για παράδειγμα ο Ομπάμα χρειάστηκε δύο θητείες για να περάσει κουτσουρεμένο το νομοσχέδιο του για το Δημόσιο Σύστημα Υγείας (Obama care). Για τον λόγο αυτό η εισβολή στο Καπιτώλιο δεν ήταν τίποτα περισσότερο από μια διαμαρτυρία (η οποία έμεινε στη μέση) για τον τρόπο που λειτουργεί συνολικά το σύστημα. Τώρα, αν οι υποστηρικτές του Τράμπ εισέβαλαν επειδή θεωρούν ότι αυτή την περίοδο οι Δημοκρατικοί ελέγχουν το «σύστημα» και το κινητοποιούν εναντίον τους αυτό δεν αλλάζει πολύ τα πράγματα (αργότερα μπορεί να είναι το ανάποδο). Ωστόσο, καθώς σκοπός του Τράμπ δεν ήταν να δώσει μια ιδεολογική επένδυση/κάλυψη στην εισβολή παρά να οικειοποιηθεί οικογενειακώς όσους τον ψήφισαν (ή την πλειοψηφία τους) από πολιτικής/ιδεολογικής άποψης η εισβολή δεν πήγε παραπέρα από το να «ξύσει» την επιφάνεια, χωρίς όμως να είναι και «επανάσταση» όπως θα ήθελε η Ραχήλ Μακρή. Σε κάθε περίπτωση το πρόβλημα παραμένει και απαιτεί ν’ ασχοληθούν μαζί του αλλιώς κάποτε θα «σκάσει» και τότε όσα έγιναν των Φώτων θα μοιάζουν με τρέιλερ από «ταινία καταστροφής» που βγαίνει στους κινηματογράφους.

Κλείνοντας υπάρχουν δύο ακόμη σημεία άξια κάποιου σχολιασμού. Το πρώτο είναι όσα ακούστηκαν περί «εικόνων ντροπής». Όχι κύριοι (και κυρίες), δεν είναι «ντροπή» όταν κάποιος ξεσηκώνεται ακόμα και αδικαιολόγητα. Ντροπή είναι να μην ακούγεται πολιτικά η φωνή του. Επίσης ντροπή είναι να παίζουν μεταξύ τους ξύλο οι βουλευτές. Ντροπή είναι όταν βάζουμε μπροστά την «Ελευθερία» για να κρύψουμε πίσω της την κοινωνική και οικονομική ανισότητα. Γιατί για να υπάρξει «Ελευθερία» πρέπει πρώτα να έχεις δουλειά (για να έχει χρήματα να υποστηρίξεις τον αγώνα γι’ αυτή) και να έχεις μια σχετικά καλή κοινωνική θέση. Αλλιώς θα είσαι «υπόδουλος» του «συστήματος». Στην ουσία η «λύση» είναι το «σύστημα» να λειτουργήσει προς όφελος των πολιτών παραβλέποντας την λογική απαίτηση να διαιωνίζει τον εαυτό του αυτονομούμενο από την «Κοινωνία των Πολιτών»∙ άτι που μέχρι στιγμής είναι αδύνατο.

Έννοιες όπως «ντροπή» και «προσβολή» πάνε χέρι-χέρι. Ακούστηκε πολλές φορές ότι η εισβολή στο Καπιτώλιο (τον «ναό της Δημοκρατίας) ήταν μια προσβολή στην Δημοκρατία. Για τους λόγους που θα θίξω στη συνέχεια το επιχείρημα αυτό είναι μια μεγάλη ανοησία.

Έστω ότι οι Η.Π.Α. έχουν «Δημοκρατία» και πως ο «ναός» της είναι το Κογκρέσο. Στον «ναό της Δημοκρατίας» έχουν, προφανώς, πρόσβαση όλοι και επιπλέον ανάγκη να καταφεύγουν σ’ αυτόν έχουν όσοι είναι κυνηγημένοι ή αδικημένοι και ζητούν από τον Θεό (στο πρόσωπο των ιερέων/πολιτικών) άσυλο. Άρα, η παρουσία τους εκεί (ακόμα και σε μεγάλους αριθμούς) δεν αποτελεί προσβολή, αλλά μάλλον δικαίωμα τους και από την άλλη για τους ιερείς/πολιτικούς υπάρχει η υποχρέωση να τους ακούσουν και να νοιαστούν για τα προβλήματα τους. Επιστρέφοντας στην θεωρία του «Κοινωνικού Συμβολαίου» η εισβολή στο Καπιτώλιο δημιούργησε ένα νέο κόμμα: το κόμμα του Τράμπ. Τα μέλη του νέου αυτού κόμματος (αρχικά όσοι συμμετείχαν είτε στην εισβολή του Καπιτωλίου είτε σε παρόμοιες ενέργειες αλλού στις Η.Π.Α.) με τις ενέργειες τους για την ώρα κατήγγειλαν από μέρος τους και σ’ ότι τους αφορά το «Κοινωνικό Συμβόλαιο» και απαίτησαν το δικαίωμα να πάρουν στα χέρια τους την ευθύνη της διακυβέρνησης τους.

Τα παραπάνω που περιληπτικά ανέφερα είναι η μόνη έγκυρη πολιτικά βάση, το μόνο πλαίσιο στο οποίο μπορούμε και πρέπει να δούμε όχι μόνο αυτή την συμβολική ενέργεια αλλά και αυτές που θ’ ακολουθήσου πρώτα στις Η.Π.Α. και στη συνέχεια και αλλού. Ο χρονικός ορίζοντας τέτοιου είδους ενεργειών είναι αυτή τη στιγμή θολός και ασαφής. Αυτό ,όμως, κάθε άλλο σημαίνει ότι δεν θα συμβούν. Σε κάθε περίπτωση η «δημοσιογραφική κάλυψη» της Ράνιας αν και απέτυχε να κινηθεί πέρα από τα προσωπικά της πιστεύω, πέρασε ωστόσο «ΣΥ.ΡΙΖ.Α.» από την αλήθεια. Μια αλήθεια την οποία, ευτυχώς, μετέδωσαν στους τηλεθεατές οι καλεσμένοι της και ειδικά όσοι ζουν στις Η.Π.Α. και έχουν άμεση εικόνα της κοινωνικής και οικονομικής εσωτερικής της κατάστασης.

Η περίπτωση της Α.Ε.Κ.

Κάθε μεγαλο-επιχειρηματίας χρειάζεται ένα επιτελείο (μικρό ή μεγάλο) από πρόθυμους να τον υπερασπιστούν δημοσιογράφους (οι οποίοι για την περίπτωση εκτελούν «συμβόλαιο»). Στην περίπτωση της Α.Ε.Κ. η «ομάδα υπεράσπισης» του «Διοικητικού Ηγέτη» διαθέτει τόσο δημοσιογράφους τοπικής (οπαδικής) εμβέλειας όσο και δημοσιογράφους που δεν είναι οπαδοί της και θεωρητικά χαίρουν γενικότερης εκτίμησης. Όλη αυτή η ομάδα κινητοποιείται όταν ο «Διοικητικός Ηγέτης» νοιώσει την πίεση πάνω του ν’ αυξάνεται. «Αποστολή» της ομάδας αυτής είναι ν’ αναδείξει τους κινδύνους από μια ενδεχόμενη αποχώρηση (λόγω πικρίας) του Μελισσανίδη υπενθυμίζοντας την κατάσταση που επικρατούσε πριν από την έλευση του. Η αποστολή της ομάδας αυτής δυσκολεύεται από την σύγκριση των υποσχέσεων που δόθηκαν και των πεπραγμένων∙ γι’ αυτό και αποφεύγει κάθε αναφορά σ’ αυτές (τις υποσχέσεις). Αντίθετα, η επίκληση του συναισθήματος είναι ένα από τα πλέον συνηθισμένα μέσα για να επιτύχει στην αποστολή της. Τέλος για να δοθεί η εντύπωση της «αντικειμενικότητας» οι δημοσιογράφοι της ομάδας αυτής κάνουν γενικόλογες αναφορές στις ευθύνες και τα λάθη του προσώπου που κάθε φορά υπερασπίζονται (στην περίπτωση μας τον Μελισσανίδη).

Προφανώς, η αποτελεσματικότητα ατού του τρόπου υπεράσπισης των συμφερόντων ενός μεγαλο-παράγοντα είναι αντιστρόφως ανάλογη (δηλαδή μειώνεται) των φορών που αυτή έχει χρησιμοποιηθεί. Μετά την τρίτη φορά αυτός ο τρόπος υπεράσπισης ΔΕΝ παράγει κανένα πρακτικό αποτέλεσμα εκτός της οργής σ’ ένα μικρό τμήμα των οπαδών και της απάθειας στο μεγαλύτερο τμήμα τους. Αυτό από μια άποψη είναι καλό για τον «κατηγορούμενο» καθώς όσοι θα ήταν αποφασισμένοι να στραφούν εναντίον του είναι λίγοι∙ από την άλλη, όμως, είναι κακό μιας και οι απαθείς δεν σημαίνει ότι θα πάρουν το μέρος του (αν πάρουν το μέρος κάποιου) όταν θα έρθει η ώρα της ρήξης.

Μετά τα τελευταία αποτελέσματα που μεταξύ άλλων οδήγησαν και σε αλλαγή προπονητή υπήρξε «λαϊκή δυσαρέσκεια» σε βάρος του «Διοικητικού Ηγέτη». Την «λαϊκή δυσαρέσκεια» αυτή κλήθηκαν να την αντιμετωπίσουν οι δημοσιογράφοι της Α.Ε.Κ. (οι «χατζηαβάτηδες») σε δύο επίπεδα. Στο πρώτο επίπεδο οι απλοί οπαδικοί συντάκτες απλά αναπαρήγαγαν κείμενο που έφερε τον Μελισσανίδη στεναχωρημένο και πικραμένο να σκέφτεται να «την κάνει» (βλέπε εδώ). Φυσικά κάποιοι δεν «τσίμπησαν» και έκαναν λόγο για «στημένη κρίση» (βλέπε εδώ). Τελευταία πράξη σ’ αυτού του τύπου την επικοινωνιακή διαχείριση ήταν μια δήλωση (την οποία κάλλιστα θα μπορούσε να είχε σκαρώσει οποιοσδήποτε «χατζηαβάτης» σύμφωνα με την οποία ο «Διοικητικός Ηγέτης» έθετε τον χρονικό ορίζοντα της αποχώρησης του δηλώνοντας πως πρώτα θ’ αφήσει την Α.Ε.Κ. ισχυρότερη από ποτέ (άρα δεν θ’ αποχωρήσει ποτέ μιας και αποκλείεται να το καταφέρει έτσι που πορεύεται).

Ωστόσο, η μεγαλύτερη ζημιά έγινε από «φίλια πυρά» και όχι απ’ όσους διαμαρτύρονται και αμφισβητούν την αυθεντία του Μελισσανίδη. Την ζημιά την έκανε ένας δημοσιογράφος που υποτίθεται ότι χαίρει γενικότερης εκτίμησης και ταυτόχρονα συνομιλεί απευθείας με τον «Διοικητικό Ηγέτη» (δηλαδή, του υπαγορεύει τι να γράψει). Ο συγκεκριμένος, λοιπόν, δημοσιογράφος τόλμησε να κριτικάρει την (για ξεκάρφωμα) κίνηση της ORIGINAL να σηκώσει πανό διαμαρτυρίας μέσα στο γήπεδο στο οποίο υπενθύμιζαν στον «Τίγρη» πως «μικραίνει την Α.Ε.Κ.» και πως αυτή ΔΕΝ είναι Ιωνικός (απ’ όπου και ξεκίνησε την διοικητική/παραγοντική καριέρα του). Το βασικότερο επιχείρημα του ήταν πως αυτό το πανό ΔΕΝ έπρεπε να σηκωθεί μέσα στο νέο γήπεδο μόνο και μόνο γιατί αυτό βρίσκεται στα «ιερά χώματα της Ν. Φιλαδέλφειας»!!! (διαβάστε εδώ το κείμενο).

Το επιχείρημα του Βέργη είναι για τα σκουπίδια για τον ίδιο λόγο που η εισβολή στο Καπιτώλιο (τον «ναό» της Αμερικάνικης Δημοκρατίας) ήταν προσβολή στο πολίτευμα. Ειδικά η επίκληση των «ιερών χωμάτων» αποδεικνύει την παντελή έλλειψη ουσιαστικών επιχειρημάτων. Ο Βέργης προσπαθεί να προκαλέσει το αίσθημα της ντροπής τόσο σ’ αυτούς που διαμαρτυρήθηκαν όσο και σ’ αυτούς που συμμερίζονται την διαμαρτυρία τους. Μα αν το χώμα του οικοπέδου της Ν. Φιλαδέλφειας είναι «ιερό», είναι για όλους τους ΑΕΚτζήδες και ειδικότερα γι’ αυτούς που θεωρούν εαυτούς αδικημένους απ’ όσα γίνονται. Η βασική λειτουργία ενός «ναού» είναι ν’ αποτελεί το σημείο συγκέντρωσης των πιστών. Δευτερευόντως λειτουργεί και ως άσυλο για όποιον αναζητά προστασία ή το δίκιο του. Αυτή η δεύτερη λειτουργία είναι εξίσου σημαντική για την κοινότητα των πιστών. Από την άλλη όπως και σ’ έναν κανονικό ναό σ’ ένα γήπεδο δεν λαμβάνουν χώρα μόνο ευχάριστα γεγονότα. Θα ήταν εξαιρετικά χαζό (πέρα από τα όρια της ηλιθιότητας) να νομίζει κάποιος ότι στο νέο της γήπεδο (αν και όταν αυτό ολοκληρωθεί) η Α.Ε.Κ. δεν θα γνωρίσει ήττες ή πως οι οπαδοί της δεν θα την γιουχάρουν ποτέ.

Προφανώς, όλα αυτά τα γνωρίζει ο Βέργης οπότε τα γραφόμενα του έχουν άλλη ανάγνωση. Ο Βέργης ως ευσυνείδητο υπάλληλος έγραψε ένα κείμενο με το οποίο μέσω της επίκλησης των «ιερών χωμάτων της Ν. Φιλαδέλφειας» αρνείται στους ΑΕΚτζήδες το δικαίωμα της συμβολικής διαμαρτυρίας. Υποστηρίζει ότι το πανό θα μπορούσε ν’ αναρτηθεί οπουδήποτε αλλού, ωστόσο το κεντρικό ζήτημα της διαμαρτυρίας ήταν αυτή να γίνει στο πλέον συμβολικό σημείο για να «πονέσει» τον «Διοικητικό Ηγέτη» όσο πονάνε οι οπαδοί τόσο μ’ αυτά που βλέπουν να γίνονται όσο και με την διάψευση των υποσχέσεων που ο Μελισσανίδης αφειδώς στην αρχή τους μοίραζε. Από την αντίδραση του «Τίγρη» μέσω του Βέργη φαίνεται πως αυτή η κίνηση «πόνεσε» και άρα ο σκοπός επιτεύχθηκε.      

Θα μπορούσε, ωστόσο, ο (his masters voice) Βέργης να έχει κάποιο δίκιο όσον αφορά τον ρόλο της ίδιας της OROGINAL. Αλλά δεν έθιξε αυτό το ζήτημα. Πράγματι, ο ρόλος των οργανωμένων κάθε ομάδας είναι θολός και γι’ αυτό τον λόγο πολλές φορές προβληματικός. Οι οργανωμένοι θεωρούν εαυτούς θεματοφύλακες των ιδανικών της ομάδας επειδή της αφιερώνουν πολύ μεγάλο μέρος της ζωής τους αποκτώντας μια σχέση εξάρτησης. Αυτό που δεν τόλμησε να θίξει ο Βέργης (αλλά ούτε και οι ιδιοκτήτες των Π.Α.Ε. μ’ εξαίρεση τον Βαρδινογιάννη) είναι ο ρόλος των οργανωμένων ως «θεσμικών συνομιλητών» με την εκάστοτε Διοίκηση/Ιδιοκτησία. Έτσι από τη στιγμή που αυτός ο ρόλος μένει στο απυρόβλητο ΔΕΝ έχει νόημα να εκφράζει παράπονα για αυτή την κίνηση διαμαρτυρίας. Αυτό που τελικά έκανε (έστω και αν δεν το κατάλαβε ούτε ο ίδιος ούτε ο Μελισσανίδης) ήταν να αφ’ ενός να προσφέρει κακές υπηρεσίες γράφοντας χαζομάρες και αφ’ ετέρου να μειώσει περαιτέρω το δικό του γόητρο μειώνοντας έτσι και τη μελλοντική χρησιμότητα/αποτελεσματικότητα του.

Αυτές ήταν, λοιπόν, οι δύο περιπτώσεις που οι δημοσιογράφοι κατά την εκτέλεση της αποστολής τους «πέρασαν κάτω από τον πήχη». Προφανώς, και δεν ήταν οι τελευταίες. Προφανώς, και οι δύο δημοσιογράφοι θα ξανακάνουν τα ίδια∙ άλλωστε πρώτα βγαίνει η ψυχή και μετά το χούι. Και όπως και να το κάνουμε οι προσωπικές τους απόψεις επηρεάζουν (και θα συνεχίσουν να το κάνουν) την ποιότητα της δουλειάς τους. Το καλό της υπόθεσης είναι πως ακόμη κι έτσι η αλήθεια είναι εύκολα προσβάσιμη σ’ όποιον την αναζητά. Ακόμη κι έτσι τόσο η Τσίμα όσο και ο Βέργης ένοιωθαν υποχρεωμένοι (καθ’ ότι «στρατευμένοι») να κάνουν την προσπάθεια τους. Τουλάχιστον έχουν ήσυχη τη συνείδηση τους.

16 Γενάρη 2021
«πανταχού παρών 1».

Διαβάστηκε 284 φορές
 
 
   
Βρίσκεστε εδώ: Αρχική Κείμενα Παρατηρητηρίου ΟΤΑΝ Ο ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ ΕΧΕΙ ΚΟΛΛΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΔΕΝ ΤΟΝ ΒΟΛΕΥΕΙ Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ (ΕΙΣΒΟΛΗ ΣΤΟ ΚΑΠΙΤΩΛΙΟ, Α.Ε.Κ.)