Δεν πιστεύω πως διαφωνεί κάποιος σχετικά με την σημασία ειδικά τα παιδιά μας να μην διατρέχουν τον κίνδυνο να στιγματιστούν ψυχολογικά από εγκλήματα σεξουαλικής φύσης. Προφανώς, το ίδιο ισχύει και για τους ενήλικες (ακόμη και αν υπάρχουν διαφωνίες για την ηλικία ενηλικίωσης). Ωστόσο, για να γίνει αυτό θα πρέπει -και πιστεύω ότι ΔΕΝ υπάρχει κάποιος που να διαφωνεί- οι καταγγελίες να γίνονται εγκαίρως. Όμως, τόσο στην περίπτωση της Μπεκατώρου όσο και όλων των υπολοίπων οι καταγγελίες ήρθαν κατόπιν εορτής. Η διερεύνηση τους είναι υποχρέωση του Εισαγγελέα, ο οποίος αποφασίζοντας ανάλογα καταδιώκει για λογαριασμό του θύματος και της Κοινωνίας τον δράστη.
Ο οποίος δράστης διαμέσου της διαδικασίας αυτής (η οποία μπορεί να καταλήξει στις δικαστικές αίθουσες) έχει την δυνατότητα ν’ αντικρούσει την κατηγορία και να λάβει (αν πείσει το δικαστήριο) μια απαλλακτική απόφαση. Προφανώς, την δυνατότητα αυτή την στερείται αν στο μεταξύ έχει παραγραφεί το έγκλημα. Τότε, το μόνο που απομένει είναι η «ρετσινιά» από την καταγγελία. Μια «ρετσινιά» η οποία ΔΕΝ βγαίνει μετά με τίποτα∙ κυρίως λόγω του τρόπου (για την θεαματικότητα) και της έκτασης που δίνουν τα Μ.Μ.Ε. (με όποιο περιεχόμενο θέλετε να δώσετε στο «Ε»). Η περίπτωση του ιερέα στην Λακωνία ο οποίος είχε σκόπιμα κατηγορηθεί ψευδώς πριν από λίγο καιρό από μάνα και κόρη ΔΕΝ σας έκανε σοφότερους (αλήθεια τι έπαθαν οι ψευδώς καταγγέλλουσες;). Στο πρόσωπο του όλοι σας είδατε έναν εκ προοιμίου ένοχο. Ειδικά, όσοι δηλώνετε «προοδευτικοί» είδατε μια ευκαιρία να επιτεθείτε στην Εκκλησία. Στο κάτω-κάτω τόσοι παπάδες παγκοσμίως κατηγορούνται για σεξουαλικά εγκλήματα ένας παραπάνω τι διαφορά κάνει;
Η περίπτωση του συγκεκριμένου παπά όπως και αυτή της Μπεκατώρου φέρνουν στο προσκήνιο την άνιση μεταχείριση της καταγγέλλουσας και του καταγγελλόμενου. Και στις δύο περιπτώσεις (αλλά και σ’ όλες τις υπόλοιπες) Μ.Μ.Ε. και «σοκαρισμένο κοινό» έχουν εκ προοιμίου αποφανθεί ότι η καταγγελία έχει υπόσταση. Ότι, δηλαδή, η καταγγέλλουσα λέει την αλήθεια. Αλήθεια, από που προκύπτει -κάθε φορά- κάτι τέτοιο (ειδικά πριν διερευνηθεί δικαστικά); Η προφανής απάντηση είναι από την ανάγκη όλων σας να κλείσει αμέσως αυτή η υπόθεση και η πληγή (το στίγμα) που αυτή αφήνει στην Κοινωνία. Σίγουρα έχετε διαβάσει πολλές φορές για τα λιντσαρίσματα σε εγκληματίες στο Μεξικό (το οποίο μαστίζεται από κάθε μορφής εγκληματικότητα). Αν έχετε διαβάσει θα γνωρίζετε πως κάποια από αυτά ήταν άδικα γιατί ο λιντσαρισμένος ΔΕΝ είχε εγκληματίσει. Οπότε αν ο λιντσαρισμένος δεν ήταν εγκληματίας, τότε εγκληματίας είναι το πλήθος που τον σκότωσε (νομίζοντας ότι αποδίδει δικαιοσύνη). Ο λιντσαρισμένος, όμως, μιας και δεν είναι πια μαζί μας ΔΕΝ ανησυχεί (παρά μόνον οι δικοί του) για την φήμη του. Τι γίνεται, όμως, με κάποιον που είτε κατηγορείται αδίκως είτε κατηγορείται κατόπιν εορτής (μετά την παραγραφή) και ΔΕΝ του δίνεται η δυνατότητα να υπερασπιστεί τον εαυτό του;
Ένα πλήθος δραστηριοτήτων βασίζεται στην τήρηση προθεσμιών. Έτσι το δικαίωμα επιστροφής ενός προϊόντος που αγοράσαμε, η είσπραξη των κερδών ενός λαχείου ή των ιατρικών μας εξόδων από το Δημόσιο ή την ασφαλιστική, η νομική δικαίωση μας παραγράφονται μετά από κάθε διάστημα. Ακόμη και ένα λάθος στον λογαριασμό που πληρώσαμε με μετρητά πολύ δύσκολα αποδεικνύεται μετά την απομάκρυνση εκ του ταμείου. Είναι αυτό που η «λαϊκή σοφία» συμπύκνωσε στην παροιμία:«περσινά ξινά σταφύλια». Αυτά είναι γνωστά σ’ όλους μας και θα έπρεπε να είναι γνωστά και στην Μπεκατώρου, η οποία από άποψη μόρφωσης (βλέπε εδώ) συγκαταλέγεται στις πλέον αξιόλογες αθλήτριες. Επιπλέον το γεγονός ότι εξαιτίας των επιτυχιών της είναι και Αξιωματικός του Ε.Σ. (Ταγματάρχης Μηχανικού) τυπικά αυξάνει την υποχρέωση της να βάζει πρώτα το συλλογικό και μετά το ατομικό της συμφέρον (άρα και να αποκαλύπτει εγκαίρως κάθε είδους έγκλημα για το οποίο γνωρίζει).
Για να γίνει απόλυτα κατανοητό πόσο σημαντικό είναι τέτοια εγκλήματα να καταγγέλλονται εγκαίρως, ας υποθέσουμε ότι ο υποδεικνυόμενος ως δράστης από την Μπεκατώρου κινείται νομικά εναντίον της κατηγορώντας τη για «συκοφαντική δυσφήμιση» και τελικά πετυχαίνει την καταδίκη της. Σε μια τέτοια περίπτωση και επειδή στο μεταξύ η Μπεκατώρου έχει γίνει Αξιωματικός του Ε.Σ. (Ταγματάρχης Μηχανικού) θα πρέπει με βάση τον Στρατιωτικό Ποινικό Κώδικα (άρθρο 10) να καθαιρεθεί και ν’ αποταχθεί. Μια τέτοια κίνηση από τον υποδεικνυόμενο ως δράστη παρά την ηθική καταδίκη και κατακραυγή της από τους περισσότερους δεν είναι διόλου απίθανη. Στο κάτω-κάτω αφού λόγω της παραγραφής δεν μπορεί να κινηθεί εναντίον του καμία διαδικασία έχει κάθε δικαίωμα να το κάνει υπερασπιζόμενος την υπόληψη του. Έτσι η αδυναμία δίωξης για ένα έγκλημα ή η αθώωση λόγω αμφιβολιών ή παραγραφής του εγκλήματος είναι όλα όσα χρειάζεται κάποιος για να στραφεί εναντίον όσων τον «δυσφήμισαν».
Εξετάζοντας την κατάσταση που δημιουργήθηκε μετά την καταγγελία της Μπεκατώρου παρατηρούμε τα εξής:
- Η καταγγελία έρχεται 23 χρόνια μετά το συμβάν, άρα μετά την παραγραφή του.
- Η καταγγελία έρχεται σε προεκλογική λόγω κορονοϊού χρονιά για την ανάδειξη διοικήσεων στις Ομοσπονδίες.
- Η καταγγελία γίνεται σε βάρος ενός από τους υποψηφίους για την προεδρία.
- Η καταγγελία χρησιμοποιήθηκε από την Κυβέρνηση (Υφυπουργό Αθλητισμού) ως μέσο πίεσης σε βάρος της Ομοσπονδίας Ιστιοπλοΐας και οδήγησε στην διακοπή της χρηματοδότησης της και στην παραγγελία οικονομικού ελέγχου.
- Το συμβάν έγινε το 1998 (μετά τους Ολυμπιακούς της Ατλάντα) σε μια εποχή που η θέση της γυναίκας είχε αλλάξει σημαντικά σε σχέση με το παρελθόν.
- Μετά το συμβάν η Μπεκατώρου συνέχισε να δραστηριοποιείται στην ιστιοπλοΐα και δεν εγκατέλειψε τον χώρο.
Για το χρονικό σημείο σε σχέση με την παραγραφή και την δυνατότητα του καταγγελλόμενου να υπερασπιστεί τον εαυτό του δεν χρειάζονται περισσότερα. Ωστόσο, η παράμετρος του χρόνου είναι ιδιαιτέρως σημαντική σε τέτοιου είδους καταγγελίες, ειδικά επειδή τίποτα δεν είναι τυχαίο. Για παράδειγμα εκτός του χρονικού σημείου στο οποίο έγινε η καταγγελία (προεκλογική χρονιά λόγω μετάθεσης των Ολυμπιακών Αγώνων όταν και εκλέγονται οι διοικήσεις των Ομοσπονδιών) αλλά και του προσώπου (υποψήφιος Πρόεδρος) σε βάρος του οποίου έγινε, συν τοις άλλοις έγινε και κατά την διάρκεια αντίστοιχης διαδικτυακής ημερίδας του Υφυπουργείου Αθλητισμού (λίγο πριν τον Δεκέμβρη του 2020 είχε γίνει για πρώτη φορά σε συνέντευξη της στο MARIE CLAIRE). Άρα ήταν από πριν εν γνώση και σε συνεννόηση με την Κυβέρνηση (η οποία στη συνέχεια την εκμεταλλεύτηκε για τους δικούς της σκοπούς). Μη ξεχνάμε ότι με αφορμή την καταγγελία αυτή ο Αυγενάκης διέκοψε την κρατική χρηματοδότηση της Ομοσπονδίας και παρήγγειλε τον οικονομικό έλεγχο της (βλέπε εδώ).
Στο εύλογο ερώτημα: «Γιατί τώρα;» θα επανέλθω αργότερα μιας και λόγω της σημασίας του πρέπει να εξεταστεί ξεχωριστά. Ωστόσο, και πάντα σε συνάρτηση με τον χρόνο καλό θα ήταν να μεταφερθούμε νοερά πίσω στο 1998. Τότε, λοιπόν, η Κοινωνία μας ζούσε μέσα σ’ ένα καθεστώς ευδαιμονίας. Το Χρηματιστήριο συγκέντρωνε ολοένα το ενδιαφέρον του κόσμου μοιράζοντας υποσχέσεις εύκολου και άκοπου πλουτισμού και μια πληθώρα περιοδικών ήταν κρεμασμένη στα μανταλάκια. Η θέση της γυναίκας φαινόταν αναβαθμισμένη(;) καθώς ολοένα και καταλάμβανε μέχρι πρότινος «παραδοσιακά ανδρικά κάστρα». Τουλάχιστον αυτό έγραφαν περιοδικά όπως το ΚΛΙΚ, ΜΑΧ, ΝΙΤΡΟ, PLAYBOY, PENTHOUSE και άλλα έντυπα. Στα εν λόγω περιοδικά παρήλαυναν κατά διαστήματα (κατά προτίμηση πριν ή μετά από σημαντικές αθλητικές διοργανώσεις) αθλητές αλλά κυρίως αθλήτριες ποζάροντας ως μοντέλα (πάντα με τα ρούχα του αθλήματος τους ή/και με ρούχα που αναδείκνυαν τα «προσόντα» τους). Ο προφανής σεξισμός μέσω του οποίου ειδικά οι αθλήτριες παρουσιάζονταν ως κομμάτια κρέας στα λάγνα μάτια των αρσενικών ΔΕΝ τις πείραζε (φανερά) τότε μιας και η αγωνία για επαγγελματική αποκατάσταση μετά το τέλος της αθλητικής καριέρας τους υπερίσχυε (το ένστικτο της «αυτό-συντήρησης»). Τα επόμενα χρόνια τα «ριάλιτι» θα έδιναν μια ακόμα ευκαιρία σε πρώην αθλητές και αθλήτριες να βιοποριστούν.
Σε κάθε περίπτωση το 1998 η γυναίκα δεν βρισκόταν χωρίς τη θέληση της κλεισμένη στο σπίτι και εξαρτώμενη από τις προσταγές του άντρα ή του αδερφού της∙ είχε κερδίσει σημαντικό ποσοστό αυτονομίας. Οπότε, ήταν ευκολότερη η καταγγελία τέτοιων περιστατικών σε σχέση με μια-δύο δεκαετίες πριν. Η Μπεκατώρου, όμως, ΔΕΝ το κατήγγειλε τότε. Αντίθετα συνέχισε την αθλητική της καριέρα δίνοντας την εντύπωση πως δεν συνέβαινε τίποτα. Προφανώς, αυτό το έκανε επειδή αν προχωρούσε σε καταγγελία θα ήταν δύσκολο να συνεχίσει την αθλητική της δραστηριότητα μιας και πολλοί θα την «έβλεπαν με μισό μάτι» και ίσως ν’ απέφευγαν τις σχέσεις μαζί της μη τυχόν «και βρουν κανένα διάολο» και αυτοί. Κάνοντας αυτή την επιλογή η Μπεκατώρου προέταξε το ατομικό της συμφέρον αντί του κοινωνικού της καθήκοντος το οποίο επιβάλλει την αποκάλυψη τέτοιων περιστατικών προκειμένου να μην επαναληφθούν στο μέλλον.
Μη μιλώντας τότε βοήθησε στο «κουκούλωμα» του ζητήματος δίνοντας την δυνατότητα στον «βιαστή» της (εφ’ όσον δεν υπάρχει δικαστική απόφαση) να συνεχίσει την δραστηριότητα του. Αυτή της η απόφαση είναι από ηθική άποψη καταδικαστέα ενώ θα μπορούσε (θα έπρεπε) να έχει και ποινικές κυρώσεις. Γιατί μη μιλώντας εγκαίρως η Μπεκατώρου άφησε ενδεχομένως και άλλες αθλήτριες να βιώσουν την ίδια εξευτελιστική κατάσταση στιγματίζοντας έτσι τη ζωή τους. Αν, δε, ισχύει αυτό που διάβασα, ότι δηλαδή μίλησε τώρα γιατί έμαθε πως ο καταγγελλόμενος έκανε και σε άλλες ότι και σ’ αυτή (βλέπε εδώ) τότε είναι ΕΝΟΧΗ για όσα δεν έκανε εγκαίρως και οδήγησαν στο αποτέλεσμα αυτό.
Ο χρόνος στον οποίο γίνεται μια καταγγελία έχει μεγάλη σημασία όχι μόνο γιατί εμποδίζει την διάπραξη νέων αδικημάτων, αλλά και επειδή μειώνει ή αυξάνει τις επιπτώσεις στη ζωή των εμπλεκομένων. Για την περίπτωση που ο δράστης συνέχισε την δραστηριότητα του αναφέρθηκα προηγουμένως. Στην περίπτωση, όμως, που ο δράστης δεν διέπραξε άλλο αδίκημα η με μεγάλη καθυστέρηση καταγγελία (αδιάφορο πριν ή μετά την παραγραφή) μπορεί να προκαλέσει μια σειρά αχρείαστων αρχικά προβλημάτων. Γιατί στην διάρκεια του χρόνου τόσο ο δράστης όσο και το θύμα ενδέχεται να έχουν δημιουργήσει οικογένεια η οποία αγνοώντας το παρελθόν τους θα βρεθεί πλέον στο «μάτι του κυκλώνα». Επιπλέον, αν το θύμα για μια σειρά ετών δεν προχωρήσει σε καταγγελία (θέλοντας «ν’ αφήσει πίσω του το παρελθόν») δίνει την εντύπωση ότι έχει «συγχωρήσει» τον δράστη και έχει «προχωρήσει μπροστά». Ώστε, η με μεγάλη καθυστέρηση καταγγελία θα μπορούσε να θεωρηθεί και ως «εκδικητική» πράξη (ειδικά αν γίνεται μετά την παραγραφή του αδικήματος).
Επιστρέφοντας στο ερώτημα: «Γιατί τώρα;» εκτός της απάντησης που έδωσε η Σοφία Μπεκατώρου (ότι δηλαδή μίλησε τώρα γιατί έμαθε πως ο δράστης συνέχιζε τα ίδια) η αντίστοιχη απάντηση του Νίκου Κακλαμανάκη έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον κυρίως γιατί αποδεικνύει την ΛΑΘΟΣ προσέγγιση από πολλούς τέτοιων ζητημάτων. Ο Νίκος, λοιπόν, απάντησε: «Γιατί τώρα μας ακούνε.». Δεν κομίζω γλαύκα εις Αθήνας αν σημειώσω πως ζούμε σε μια «τηλεοπτική Δημοκρατία» όπου ο πολίτης θεωρεί πως μόνο μέσω των Μ.Μ.Ε. μπορεί να λύσει το πρόβλημα του. Όταν, όμως, το πρόβλημα είναι πολύ προσωπικό τότε επιλέγει ν’ απευθυνθεί στους «ειδικούς» (οι οποίοι και πρέπει όχι μόνο να τον ακούσουν, αλλά και να κάνουν κάτι γι’ αυτό). Και ποιοι άλλοι είναι οι «ειδικοί» στην περίπτωση μας από την αντίστοιχη Ομοσπονδία και τον εκάστοτε Υφυπουργό Αθλητισμού; Γνωρίζουμε τώρα πως για την περίπτωση του ο Νίκος δεν βρήκε εκεί που απευθύνθηκε «ευήκοον ους».
Έκανε σωστά που απευθύνθηκε μόνον εκεί; Εκ του αποτελέσματος που (δεν) είχε η απάντηση είναι «όχι». Από μια άποψη ήταν λάθος μιας και αν το πρόβλημα υπάρχει με κάποιο από τα μέλη της Ομοσπονδίας το να προσπαθήσεις να βρεις το δίκιο σου απευθυνόμενος σ’ αυτή ίσως και να μην είναι το σωστό (ειδικά αν αυτός με τον οποίο έχεις πρόβλημα είναι κάποιος σημαντικός). Και τότε τι απομένει; Όταν, λοιπόν, ο Νίκος δεν βρήκε άκρη με την Ομοσπονδία και την Αθλητική Ηγεσία της Χώρας και δεν μπορούσε να βγει στα Μ.Μ.Ε. να δημοσιοποιήσει το ζήτημα του έπρεπε (καλύτερα έπρεπε να το είχε κάνει από την αρχή) να είχε πάει στις Αρχές (Εισαγγελέα) οι οποίες είναι πάντα πρόθυμες να «ακούσουν» και να καταγγείλει ότι είχε συμβεί σε βάρος του. Επικουρικά, θα μπορούσε να είχε καταγγείλει το περιστατικό στην (αν υπήρχε) Επιτροπή Δεοντολογίας της Ομοσπονδίας ή/και στην Επιτροπή Φιλάθλου Ιδιότητας και το Υφυπουργείο Αθλητισμού για τα περαιτέρω. Αντ’ αυτών περίμενε μέχρι να βρεθεί ένας «ευαίσθητος» Υφυπουργός Αθλητισμού (Αυγενάκης) ο οποίος να κάνει κάτι περισσότερο από τον «αναίσθητο» προηγούμενο (Βασιλειάδη).
Το ζήτημα της ανταπόκρισης των Αρχών στις καταγγελίες είναι ιδιαιτέρως κρίσιμο. Στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι και ιδιαίτερα ενδιαφέρον. Η μεταχείριση της Μπεκατώρου από τα Μ.Μ.Ε. (προφανώς γιατί τα βόλευε) αρχικά και στη συνέχεια από την Κυβέρνηση και την ΠτΔ είναι τόσο μεροληπτική που παραβιάζει ξεδιάντροπα την Αρχαία Δικανική Αρχή, (η οποία μας παραδόθηκε από τον Πλάτωνα): «Μηδενί δίκη δικάσεις πριν αμφί μύθον ακούσεις.». Αυτό το ρητό-υποχρέωση-υπόμνηση βρίσκεται τόσο στις δικαστικές αίθουσες όσο και στα αστυνομικά τμήματα. Φαίνεται, ωστόσο, πως ακόμα κι έτσι το αγνοούν ξεδιάντροπα όσοι θα έπρεπε λόγω της θέσης τους να το προασπίζονται. Δεδομένου ότι τα Μ.Μ.Ε. δεν λογοδοτούν σε κανένα κάθε περαιτέρω σχολιασμός του τρόπου διαχείρισης της καταγγελίας είναι μάταια και ατελέσφορη. Όμως, για την διαχείριση της καταγγελίας από την Κυβέρνηση και την ΠτΔ το πράγμα διαφέρει.
Δεν πρέπει ν’ αμφιβάλλει κανείς πως ο Αυγενάκης ήταν ενήμερος για το τι θα ειπωθεί και ποιος θα το πει κατά την διάρκεια της διαδικτυακής ημερίδας που έγινε η καταγγελία της Μπεκατώρου. Επιπλέον, δεν πρέπει να υπάρχει καμία αμφιβολία ότι χρησιμοποίησε ως αφορμή αυτή την καταγγελία για να προχωρήσει τον σχεδιασμό του σε σχέση με την Ομοσπονδία Ιστιοπλοΐας διακόπτοντας για αρχή την χρηματοδότηση της (αλήθεια ποιους τιμωρεί αν όχι τα σωματεία και τους αθλητές;) και ενδεχομένως προωθώντας τον δικό του «εκλεκτό» για την προεδρία της Διοίκησης της. Μετά το σούσουρο μάθαμε ότι θα γίνει και οικονομικός έλεγχος στην Ομοσπονδία από το Ελεγκτικό Συνέδριο. Δεδομένου ότι η σημερινή Κυβέρνηση υφίσταται για πάνω από έναν χρόνο γεννάται ένα αφ’ ενός πολιτικό και αφ’ ετέρου ηθικό ζήτημα.
Το πολιτικό ζήτημα έχει να κάνει με την απόφαση διακοπής της χρηματοδότησης και τον οικονομικό έλεγχο. Ο Αυγενάκης και καθένας Υφυπουργός Αθλητισμού πριν και μετά απ’ αυτόν έχει την υποχρέωση (και όχι το δικαίωμα) να ελέγχει την οικονομική και διοικητική λειτουργία των Ομοσπονδιών όσο πιο συχνά γίνεται. Αν ο έλεγχος δεν βρει κάτι σημαντικό, τότε η Ομοσπονδία πρέπει να καθίσταται υπόδειγμα για τις υπόλοιπες, ενώ αν ο έλεγχος βρει σημαντικά ευρήματα να πηγαίνει «σούμπιτη» στον Εισαγγελέα για τα περαιτέρω. Οι αποφάσεις ενός Υφυπουργού οφείλουν να βασίζονται σε δεδομένα και όχι σε προσωπικές ή κομματικές αντιπάθειες. Με τον τυχοδιωκτικό τρόπο που έδρασε στην περίπτωση αυτή ο Αυγενάκης έχει κατά την γνώμη μου διαπράξει το αδίκημα της «παράβασης καθήκοντος».
Το ηθικό ζήτημα της λειτουργίας του αυτής με αφορμή την καταγγελία της Μπεκατώρου έγκειται ακριβώς στο επιλεκτικό (βάση της συγκυρίας) ενδιαφέρον του, το οποίο οδηγεί σε μια επίσης επιλεκτική άσκηση των καθηκόντων του. Ένας τέτοιος Υφυπουργός ακόμα και αν από κομματική άποψη είναι επιτυχημένος σε καμία περίπτωση δεν είναι ωφέλιμος στην Κοινωνία.
Αν, όμως, ο Αυγενάκης συμπεριφέρθηκε έτσι με προφανή σκοπιμότητα -λόγω του κλίματος που δημιουργήθηκε- να κερδίσει προσωπική πολιτική αναγνώριση (Ο Ηρακλέας που καθάρισε την κόπρο του Αυγεία) αγωνιώντας για το βουλευτικό του μέλλον, τι κίνητρο είχε η Πρόεδρος της Δημοκρατίας για να συμπεριφερθεί όπως συμπεριφέρθηκε; Ο τρόπος που συμπεριφέρθηκε η «πρώτη πολίτης της Χώρας» είναι διπλά ύποπτος και προσβλητικός αν συγκριθεί μ’ αυτόν του Αυγενάκη.
Η ΠτΔ συναντήθηκε με την Σοφία Μπεκατώρου μετά την καταγγελία της σ’ εκείνη την διαδικτυακή ημερίδα του Υφυπουργείου Αθλητισμού και πριν αυτή καταθέσει στον Εισαγγελέα. Με δεδομένα ότι:
- ο/η ΠτΔ είναι το μοναδικό μονομελές θεσμικό όργανο της Χώρας,
- είναι γυναίκα όπως και η καταγγέλλουσα και
- είναι πρώην υψηλόβαθμη δικαστικός
η ΠτΔ παραβίασε το καλώς εννοούμενο καθήκον της. Γιατί με τη συνάντηση της πριν ακόμη κάποιος από τους πρώην συναδέλφους της ασχοληθεί με την καταγγελία της Μπεκατώρου δείχνει σ’ όλους μας ότι την υιοθετεί πλήρως καλύπτοντας την Σοφία με το κύρος που αυτή απέκτησε κατά την δικαστική της καριέρα. Ποια είναι η θέση του «άτυχου» Εισαγγελέα που θα χρεωθεί την καταγγελία της Μπεκατώρου; Η τέτοια απολύτως μεροληπτική (αν συνυπολογίσουμε και το φύλο της) συμπεριφορά της ΠτΔ σε καμία περίπτωση ΔΕΝ συνάδει με τον ρόλο που της επιφυλάσσει το Σύνταγμα.
Σύμφωνοι, η θέση του/της ΠτΔ μετά την αναθεώρηση του 1986 έχει καταστεί απλά διακοσμητική. Στην ουσία πρόκειται για έναν/μια «υπεύθυνο/η δημοσίων σχέσεων» που πρέπει να εκτελεί τα καθήκοντα του/της σε καλό κλίμα με την Κυβέρνηση (αν θέλει, φυσικά, να κάνει και δεύτερη θητεία). Μόνον απ’ αυτή τη σκοπιά μπορεί να εξηγηθεί το θεσμικό ατόπημα της ΠτΔ. Μόνον αν θεωρηθεί μια εκδούλευση προς την Κυβέρνηση (από την οποία ωφελείται και η ίδια με την αύξηση της δημοτικότητας της) έχει νόημα όλη αυτή η σκηνοθεσία. Αυτό, όμως, κάθε άλλο παρά σωστό και έντιμο είναι. Ακόμα και αν η καταγγελία ευσταθεί η όποια συνάντηση της ΠτΔ με την Μπεκατώρου θα έπρεπε να έχει γίνει ΜΕΤΑ την δικαστική της διερεύνηση. Σε κάθε περίπτωση η τέτοια συμπεριφορά της ΠτΔ είναι από πολιτειακή σκοπιά εξω-θεσμική, καθώς αποτελεί μια πρωτοφανή για το αξίωμα της επέμβαση στη λειτουργία της Δικαιοσύνης.
Από μια άποψη η Σοφία Μπεκατώρου θα είναι από δω και πέρα η χαμένη (αν και κερδισμένη από άλλες απόψεις) της συγκεκριμένης ιστορίας. Το προφανές κέρδος είναι η αυξημένη συμπάθεια και αναγνωρισιμότητα η οποία της ανοίγει (είτε το επεδίωκε είτε όχι) και άλλες ευκαιρίες επαγγελματικής αποκατάστασης εκτός από την διαφήμιση συμπληρωμάτων διατροφής. Για παράδειγμα μπορεί τώρα ευκολότερα να κατέβει υποψήφια για την Ομοσπονδία Ιστιοπλοΐας ή για Βουλευτής. Και αν στην πρώτη περίπτωση η Ομοσπονδία δεν προσφέρει μισθό παρά μόνο κύρος, στην δεύτερη τα πράγματα διαφέρουν.
Από μια άλλη οπτική αυτό ακριβώς το κέρδος είναι ταυτόχρονα και η ζημιά για την Σοφία. Γιατί από δω και πέρα οτιδήποτε θα κάνει και ανεξαρτήτως του λόγου για τον οποίο (υποτίθεται ότι) το κάνει θα συνδυάζεται με την καταγγελία της. Αν για παράδειγμα κατέβει κάποια στιγμή υποψήφια για την Διοίκηση της Ομοσπονδίας ή για Βουλευτής θα δώσει το δικαίωμα σε πολλούς από εμάς να θεωρήσουμε ότι πίσω από την κατόπιν εορτής καταγγελία της υπήρχε κάποιος γενικότερος σχεδιασμός. Ανεξάρτητα από τα λεγόμενα της κανείς δεν θα μπορεί αντικειμενικά να σβήσει αυτές τις υποψίες. Στο κάτω-κάτω τα ύστερα τιμούν τα πρώτα και όχι το αντίθετο.
Στο σημείο αυτό είναι σκόπιμο να γίνει ένα σχόλιο σχετικά με τις Διοικήσεις των Ομοσπονδιών. Ένα από τα προβλήματα είναι ο αριθμός των μελών των Δ.Σ. ο οποίος αν δεν είναι ανάλογος του μεγέθους τους (αριθμού ενεργών σωματείων) «αναγκάζει» τους ίδιους και τους ίδιους να τα στελεχώνουν για μια μακρά περίοδο ετών. Έτσι, δημιουργείται ένα «μονοπώλιο εξουσίας» το οποίο πάντα οδηγεί σε καταχρήσεις (χρηματικές και εξουσίας) κάνοντας τα μέλη των Δ.Σ. να νοιώθουν παντοδύναμα και να θεωρούν πως δεν χρωστούν να δώσουν σε κανέναν λογαριασμό για τις πράξεις τους.
Η ανάγκη σεβασμού της προσωπικότητας καθενός μας ανεξαρτήτως χρώματος τή φύλου είναι απολύτως δεδομένη. Για τον λόγο αυτό πρέπει οι όποιες καταγγελίες να γίνονται εγκαίρως και όχι κατόπιν εορτής. Υπάρχουν εγκλήματα π.χ. φόνος ή τα «οικονομικά» στα οποία ανεξαρτήτως του χρόνου παραγραφής τους μπορούμε ν’ ανατρέξουμε σε κάποια τεκμήρια. Ένα δακτυλικό αποτύπωμα, οι φωτογραφίες από την «σκηνή του εγκλήματος» μπορούν να συσχετιστούν μεταξύ τους και μαζί μ’ άλλα στοιχεία να οδηγήσουν στην (ακόμη και κατόπιν εορτής) αποκάλυψη του δράστη. Όμοια στα «οικονομικά» εγκλήματα τραπεζικές συναλλαγές, τηλεφωνικά αρχεία, έγγραφα κ.λπ. αφήνουν ίχνη για να βρεθεί ο ένοχος. Σε ένα σεξουαλικό έγκλημα 23 χρόνια μετά τι αξιοποιήσιμα και αδιάσειστα στοιχεία μπορούν να υπάρξουν;
Δυστυχώς και σ’ αυτή όπως και σε προηγούμενες (αλλά και επόμενες) περιπτώσεις καταγγελιών για σεξουαλικά εγκλήματα εκτός από τις σοβαρές υπάρχουν και ένα πλήθος «καταγγελιών» που γίνονται λόγω της ανάγκης αυτοπροβολής των καταγγελλουσών με αφορμή τη συγκυρία («Είχα και εγώ ένα ανάλογο περιστατικό.») Είναι η «μόδα» για την οποία έκανε λόγο ο Γ. Κιμούλης. Όπως εύστοχα είχε σημειώσει πάνω από 2.000 χρόνια πριν ο Αριστοτέλης στην «Ρητορική» κρίνουμε τα λεγόμενα (καταγγελλόμενα) κάποιου με βάση την εικόνα που ήδη έχουμε γι’ αυτόν (ακόμα και αν αυτό είναι άδικο). Έχοντας αυτό υπ’ όψη αναρωτιέμαι πως είναι δυνατό να πιστέψεις τις καταγγελίες μιας παρουσιάστριας ή μιας ηθοποιού-τραγουδίστριας-παρουσιάστριας ή μιας πρώην αθλήτριας η οποία με κάθε ευκαιρία μας μόστραρε το ελαφρά ντυμένο (σέξι) κορμί της για να ευφράνει τους οφθαλμούς μας. Στην περίπτωση που θεωρείτε το προηγούμενο «σεξιστικό» αυτό αποδεικνύει την μονομέρεια και την προκατάληψη σας (τις οποίες, όμως, καταγγέλλετε στους άλλους).
Από την άποψη αυτή είναι απολύτως ανήθικη, ενοχλητική και εκδικητική κάθε καταγγελία η οποία προέρχεται από ηθοποιούς, παρουσιαστές, τραγουδιστές (κατά κύριο λόγο) ή άλλους επαγγελματίες και γίνεται κατόπιν εορτής. Είναι ανήθικη, ενοχλητική και εκδικητική γιατί δεν έγινε όταν έπρεπε και ο λόγος γι’ αυτό είναι πως η καταγγέλλουσα ΔΕΝ ήθελε να έχει εξαιτίας της επαγγελματικές επιπτώσεις. Είναι ανήθικη, ενοχλητική και εκδικητική γιατί εκείνη τη στιγμή η καταγγέλλουσα έβαλε πριν και πάνω από την τιμή της (την οποία επιδιώκει τώρα ν’ αποκαταστήσει) το οικονομικό της συμφέρον. Είναι ανήθικη, ενοχλητική και εκδικητική γιατί η καταγγέλλουσα όταν ένοιωσε ισχυρή και δεν είχε (οικονομική) ανάγκη τον καταγγελλόμενο τον ξεμπρόστιασε δημοσίως. Επιπλέον, όταν πρόκειται για σεξουαλικά εγκλήματα (όπως στην περίπτωση Μπερναστάιν) και όχι για χαζομάρες τύπου «λεκτικής βίας» (όταν σε βρίζουν διέκοψε τη συνεργασία και αποχώρησε) η μη έγκαιρη καταγγελία οδηγεί στην διάπραξη νέων εγκλημάτων.
Αν θέλουμε να μειωθούν τα σεξουαλικά εγκλήματα πρέπει να λειτουργήσουμε προς δύο κατευθύνσεις. Η μια είναι η έγκαιρη καταγγελία/αποκάλυψη τους. Η δεύτερη είναι να σταματήσουμε να υποκρινόμαστε. Δε γίνεται να ζούμε σ’ έναν κόσμο συνεχούς ερεθισμού των ανδρικών σεξουαλικών ενστίκτων προκειμένου κάποιες να βιοποριστούν και να «πέφτουμε από τον ουρανό» κάθε φορά που αποδεικνύεται ότι κάποιος αδυνατεί να συγκρατηθεί. Η λειτουργία της διαφήμισης ως μεθόδου διαφήμισης των προϊόντων αλλά και της show business συχνά εδράζονται ξεδιάντροπα στον σεξισμό. Η πρόκληση (ακόμη και η αισχρή) είναι «μέσα στους κανόνες του παιχνιδιού». Θα έπρεπε να είναι απόλυτα κατανοητό πως δεν υπάρχει κανένας διακόπτης που πατώντας τον αυτομάτως παύει κάθε σεξουαλική επιθυμία όταν αυτή έχει προηγουμένως προκληθεί. Ο σεβασμός της προσωπικότητας και της ακεραιότητας και των δύο φύλων περνά μέσα από τον σεβασμό του ψυχισμού και του τρόπου λειτουργίας του άλλου. Έτσι, για την αποφυγή πολλών σεξουαλικών εγκλημάτων αρκεί η απουσία κάθε σεξουαλικής πρόκλησης ή υπαινιγμού. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί είτε μέσω του αυτοπεριορισμού σε ζητήματα εμφάνισης, είτε με τον τρόπο των Μουσουλμάνων. Απόδειξη ευφυίας θα ήταν η επιλογή του πρώτου τρόπου και η αποφυγή του δεύτερου.
Με τον τρόπο αυτό θ’ απομένουν ως σεξουαλικοί εγκληματίες μόνον αυτοί που από χαρακτήρα εκμεταλλεύονται τις θέσεις ευθύνης (και δύναμης) που κατέχουν τις οποίες και καταχρώνται για προσωπικό τους όφελος. Ακόμη, όμως, και στις περιπτώσεις αυτές οι καταγγελίες για να υπηρετούν και το συλλογικό (κοινωνικό) εκτός από το ατομικό συμφέρον πρέπει να γίνονται εγκαίρως. Και αν οι παθούσες σκέφτονται το προσωπικό τους κόστος (κοινωνικό στίγμα ή/και καταστροφή καριέρας-οικονομική ζημιά) μπορούν και πρέπει να παρηγορούνται με τη σκέψη των γυναικών που -εξαιτίας της δικής του καταγγελίας- έσωσαν.
Υ.Γ.1. Ακούστηκε πως υπάρχει σκέψη ώστε στον Π.Κ. να μην προβλέπεται παραγραφή για τα σεξουαλικά εγκλήματα∙ να είναι δηλαδή απαράγραπτα. Δεδομένης της υποβάθμισης της σημασίας τους από τον Π.Κ. του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. αυτό είναι μια ακραία αλλά δικαιολογημένη με βάση το κλίμα αντίδραση. Θα είναι, όμως, απαράδεκτο αν αυτό ισχύσει μόνο για τα σεξουαλικά εγκλήματα. Γιατί για παράδειγμα να υπάρχει παραγραφή για τα οικονομικά οι συνέπειες των οποίων μπορούν να είναι από κοινωνικής άποψης μεγάλες και να διαρκούν πολύ; Επιπλέον, αν τα σεξουαλικά εγκλήματα είναι απαράγραπτα δεν θα έπρεπε να ισχύσει το ίδιο και για τον φόνο (οποιασδήποτε μορφής);
Μόνον αν το απαράγραπτο ισχύσει και γι’ αυτού του είδους τα εγκλήματα δεν θα πρόκειται για μια ακόμη προσπάθεια πολιτικής εκμετάλλευσης της επικαιρότητας. Γιατί, σκεφτείτε για παράδειγμα ο βιασμός να είναι απαράγραπτος και ο φόνος όχι. Τότε τι εμποδίζει τον βιαστή να σκοτώσει μετά τον βιασμό το θύμα του και να μετρά ανάποδα μέχρι τη συμπλήρωση της 20ετίας; Και μη σκεφτεί κανείς την μπαγαποντιά να είναι απαράγραπτοι μόνον οι φόνοι που συνδέονται με βιασμό γιατί αν φτάσουμε εκεί αυτό θα σημαίνει πως ζυγίζουμε ποια ζωή μετρά περισσότερο έναντι μιας άλλης.
Υ.Γ.2. Όσοι διαβάζοντας τα παραπάνω τα βρήκατε «απαράδεκτα» ή «σεξιστικά» ανήκετε στην κατηγορία αυτών που δηλώνουν «πολιτικά ορθοί». Αυτών που χαρακτηρίζουν (όπως νομίζουν) απαξιωτικά κάτι προκειμένου ν’ αποφύγουν την αντίκρουση των επιχειρημάτων του. Αυτών που μέσω της «πολιτικής ορθότητας» μπασταρδεύουν τόσο τις λέξεις και τα νοήματα τους που στο τέλος δεν μπορούν να πουν τίποτα το ουσιαστικό. Αν ανήκετε στην κατηγορία αυτή προφανώς και δεν υπάρχει κάτι να συζητήσουμε μιας και δεν υπάρχει κοινό σημείο επαφής. Σε κάθε περίπτωση αν δεν αντιλαμβάνεστε πως ο τρόπος διαχείρισης των καταγγελιών για σεξουαλικά εγκλήματα ΔΕΝ υπηρετεί τίποτα περισσότερο από τις υψηλές τηλεθεάσεις, την πολιτική/κομματική εκμετάλλευση και την αύξηση της δημοτικότητας κάποιων (αν και όχι όλων) των με καθυστέρηση καταγγελλουσών (μια και δικαστικός κολασμός τους λόγω παραγραφής δεν μπορεί να υπάρξει), τότε δεν υπάρχει ελπίδα για εσάς. Το ζήτημα είναι αν αυτό το κατανοούν οι καταγγέλλουσες.
30 Γενάρη 2021
«πανταχού παρών 1».























































































