Font Size

SCREEN

Cpanel
Νέα σε τίτλους:

ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7ο. ΟΙ ΘΕΩΡΗΤΙΚΕΣ ΒΑΣΕΙΣ ΤΩΝ ΔΥΟ ΑΝΤΙΘΕΤΩΝ ΤΑΣΕΩΝ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΛΕΓΧΟ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑΣ (ΜΕΡΟΣ Δˊ) .

Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7ο. ΟΙ ΘΕΩΡΗΤΙΚΕΣ ΒΑΣΕΙΣ ΤΩΝ ΔΥΟ ΑΝΤΙΘΕΤΩΝ ΤΑΣΕΩΝ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΛΕΓΧΟ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑΣ (ΜΕΡΟΣ Δˊ) .

(ΜΕΡΟΣ Α') (ΜΕΡΟΣ Β') (ΜΕΡΟΣ Γ')

Η δεκαετία του 1960 στην χώρα μας χαρακτηρίστηκε από συγκρούσεις διαρκείας ανάμεσα στις πολιτικές και οικονομικές δυνάμεις που βρίσκονταν στην εξουσία (με μικρά διαλείμματα) από το τέλος του ΒˊΠ.Π. εως εκείνη τη στιγμή και σε εκείνες που είχαν την δυναμική αλλά δεν κατείχαν τους αναγκαίους μηχανισμούς για την άνοδο τους στην εξουσία. Με τον τρόπο που παιζόταν το πολιτικό παιχνίδι η αντιπαράθεση γινόταν πάντα στο εμφυλιακό κλίμα που έθετε από τη μια πλευρά τους «εθνικόφρονες» και από την άλλη τους «κομμουνιστές και τους συνοδοιπόρους τους». Με δεδομένο αυτό το κλίμα και την επακόλουθη ψυχολογική πόλωση δεν ήταν δυνατή οποιαδήποτε σοβαρή συζήτηση για τήν οικονομική πολιτική, ειδικά σε όσα πρότειναν οι «συνοδοιπόροι» των κομμουνιστών.

Γνωρίζοντας ότι αποτελούσαν (εκείνη τη στιγμή τουλάχιστον) εκλογική μειοψηφία οι πολιτικές δυνάμεις που ήταν τότε για χρόνια στην εξουσία μηχανεύτηκαν την απόλυτη εκλογική απάτη, την οποία εφάρμοσαν στις εκλογές του Οκτώβρη του 1961. Οι εκλογές εκείνες έμειναν γνωστές ως «εκλογές βίας και νοθείας» για τον τρόπο διεξαγωγής τους. (Περισσότερα σχετικά μπορείτε να βρείτε στις «Μαύρες Βίβλους» της Ε.Κ. και της Ε.Δ.Α. αντίστοιχα). Ωστόσο ακόμα και αν δεν είχε ασκηθεί η βία που αποδεδειγμένα ασκήθηκε ειδικά στην επαρχία η τότε κυβέρνηση Καραμανλή είχε δώσει δείγματα της αντιδημοκρατικής συμπεριφοράς της με τον εκλογικό νόμο του 1956 όταν ίσχυσε το λεγόμενο |τριφασικό σύστημα». Όπως αναλύει σε κεφάλαιο αφιερωμένο στις εκλογές του 1956 ο εκλογολόγος Η. Νικολακόπουλος στο βιβλίο του «Των εκλογών τα πάθη», το εκλογικό σύστημα του 1956 ήταν (και συνεχίζει να είναι) παγκόσμια πρωτοτυπία η οποία διδάσκεται παγκοσμίως για την πρωτοτυπία της. Για τις ανάγκες του σχεδιασμού η Ελλάδα χωρίστηκε σε τρείς ζώνες:

  • Τα αστικά κέντρα στα οποία πλειοψηφούσε η αντιπολίτευση και στα οποία οι έδρες μοιράστηκαν με απλή αναλογική.
  • Την παραμεθόριο (τις περιοχές που γειτνίαζαν με Αλβανία, Γιουγκοσλαβία, Βουλγαρία και Τουρκία στις οποίες όλες οι έδρες λαμβάνονταν από το κόμμα που ερχόταν πρώτο (έστω και για μια ψήφο). Στις περιοχές αυτές δρούσαν (για την ασφάλεια των κατοίκων πάντα) τα περίφημα Τ.Ε.Α. (ημιστρατιωτικές ένοπλες μονάδες) οι οποίες στην πράξη καταπίεζαν και φόβιζαν τους ντόπιους πληθυσμούς. Ειδικά για τις περιοχές αυτές για τον καθορισμό των εδρών χρησιμοποιήθηκε η απογραφή του 1941 με την οποία στα μέρη αυτά φαίνονταν να κατοικούν περισσότεροι απˊ ότι στην πραγματικότητα.
  • Την υπόλοιπη χώρα όπου και εφαρμόστηκε ενισχυμένη αναλογική ως εκλογικό σύστημα και η απογραφή του 1951 για τον καθορισμό των εδρών που κατανέμονταν ανά νομό.

Γίνεται προφανές από τα παραπάνω ότι μέσα στο τεταμένο και πολωμένο κλίμα (κυρίως εξαιτίας της δολοφονίας του Γρ. Λαμπράκη) στο οποίο έγιναν οι εκλογές η οικονομική πολιτική κατείχε λιγότερο σημαντική θέση στον προεκλογικό αγώνα. Ωστόσο ακόμη και έτσι η νικήτρια Ε.Ρ.Ε. δεν μπόρεσε να εδραιωθεί στην εξουσία, εξαιτίας του κλίματος έντονης αμφισβήτησης του εκλογικού αποτελέσματος από την αντιπολίτευση και κυρίως από την Ε.Κ. Φυσικά μέσα στο ρευστό κλίμα που επικράτησε μέχρι και την άνοδο της Ε.Κ. στην εξουσία τον Φλεβάρη του 1964 ήταν πρακτικά αδύνατο να εφαρμοστεί (και να λειτουργήσει) η οποιαδήποτε οικονομική πολιτική.

Στο σημείο αυτό πρέπει να έχουμε υπόψη μας δυο παραμέτρους:

  • Τουλάχιστον το μισό ποσοστό της αύξησης του Α.Ε.Π. των δεκαετιών 1950 & 1960 (τότε που επί πρωθυπουργίας Κ. Καραμανλή έφτασε ως και 8% κατˊ έτος) προερχόταν από τα εμβάσματα των μεταναστών στις οικογένειες τους, δηλαδή από την «εξαγωγή μεταναστών».
  • Η παραγωγική βάση της χώρας δεν είχε ακόμη ανακάμψει από τις καταστροφές του ΒˊΠ.Π. Τα μηχανήματα και ο εξοπλισμός που χρησιμοποιούνταν ήταν είτε παρωχημένος είτε μεταχειρισμένος.

Μέσα σˊ αυτό το εμφυλιακό κλίμα κλήθηκε η κυβέρνηση της Ε.Κ. να εφαρμόσει μια διαφορετική οικονομική πολιτική. Η Ε.Κ. όντας ουσιαστικά συνασπισμός πολιτικών ήταν αρκετά ανομοιογενής, ενώ ταυτόχρονα έορεπε εντός της να τηρούνται κάποιες ισορροπίες. Η συμμετοχή του γιού του Πρωθυπουργού (Α. Παπανδρέου) αρχικά στα κέντρα λήψης των αποφάσεων και στη συνέχεια ως Αναπληρωτή Υπουργό Συντονισμού (δεν υπήρχε τότε Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας) εξυπηρετούσε αυτές τις ισορροπίες. Αν και ο Α. Παπανδρέου θα ήταν ο ιθύνων οικονομικός νούς ωστόσο Υπουργός Οικονομικών ανέλαβε ο Κ. Μητσοτάκης ο οποίος και θεωρούσε τον εαυτό του διάδοχο στην αρχηγία του Γ. Παπανδρέου (στη συνέχεια οι προσωπικές του φιλοδοξίες θα τον οδηγήσουν να πρωταγωνιστήσει στα γεγονότα του Ιούλη του 1965, γνωστά ως «Αποστασία»). Οι μεταξύ τους κόντρες για τις επιπτώσεις της ακολουθούμενης από τον Α. Παπανδρέου οικονομικής πολιτικής στα δημοσιονομικά του κράτους ήταν συνεχείς και έντονες. Ο Παπανδρέου ως οικονομολόγος με σπουδές στις Η.Π.Α. είχε επηρεαστεί από τον καθηγητή του Τζον Κένεθ Γκαλμπραίηθ του οποίου δάσκαλος ήταν ο Κέυνς. Συνεπώς ο προσανατολισμός του ήταν αυτός της Κεϋνσιανής σχολής. Εκτός αυτού η κατάρτιση του αλλά και η οξεία αντίληψη του σχετικά με την οικονομική κατάσταση της Ελλάδας και τις προοπτικές της ήταν αναγνωρισμένη και από τους πολιτικούς του αντιπάλους, αφού ο Κ.Καραμανλής του είχε αναθέσει την διεύθυνση του Κέντρου Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών.

Όλη η παραπάνω εισαγωγή ήταν απαραίτητη προκειμένου να τοποθετηθεί στο σωστό πλαίσιο η εξιστόρηση που θˊ ακολουθήσει. Έτσι ή αλλιώς η επιτυχία ή η αποτυχία της οικονομικής πολιτικής εξαρτάται από πολλούς -φαινομενικά μόνο- ανεξάρτητους παράγοντες οι οποίοι όμως στην πράξη έχουν ήδη διαμορφωθεί. Η εξιστόρηση δεν θα λάβει εξειδικευμένη μορφή, αλλά θα κινηθεί στην περιγραφή του γενικού πλαισίου και των αποτελεσμάτων που η οικονομική πολιτική παρήξε. Δεν θεωρούμε ότι θα έπρεπε νˊαντιμετωπιστεί το ζήτημα αυτο διαφορετικά, αφού σκοπός του παρόντος κειμένου είναι να δείξει την αλληλεπίδραση της οικονομικής δραστηριότητας με όσα συμβαίνουν στην πολιτική και κοινωνική σφαίρα και όχι να διαπραγματευθεί εξαντλητικά και από ακαδημαϊκής άποψης το θέμα.

Όπως έχουμε σημειώσει ο μοναδικός τρόπος άμεσης παρέμβασης του κράτους στην οικονομική δραστηριότητα είναι η ρύθμιση της κυκλοφορίας, του χρήματος. Η ρύθμιση αυτή γίνεται είτε άμεσα μέσω της πτώσης των επιτοκίων δανεισμού (των κρατικών τραπεζών), είτε έμμεσα μέσω της αύξησης των παρεχομένων πιστώσεων και των ρυθμίσεων χρεών. Πράγματι και οι δύο αυτοί τρόποι χρησιμοποιήθηκαν από την κυβέρνηση της Ε.Κ., η οποία θέλοντας από την πρώτη ημέρα ανάληψης της εξουσίας να εφαρμόσει τις προεκλογικές της υποσχέσεις. Έτσι με τα μέτρα όπως τη ρύθμιση των αγροτικών χρεών και την καθιέρωση της «δωρεάν παιδείας» σ’ όλες τις βαθμίδες προχώρησε στην ουσία σε αναδιανομή του εισοδήματος πρός όφελος των κατοίκων ειδικά της επαρχίας. Η αναδιανομή αυτή ήταν όχι μόνο καλοδεχούμενη αλλά και επιβεβλημένη δεδομένου ότι στον απλό κόσμο (από τη μέση και κάτω της εισοδηματικής πυραμίδας) δεν είχε γίνει αισθητή οποιαδήποτε αύξηση εισοδήματος παρά τους υψηλούς ρυθμούς αύξησης του Α.Ε.Π.

Ο αντίκτυπος των οικονομικών μέτρων της Ε.Κ. στην οικονομική δραστηριότητα ήταν θετικός. Προτού όμως προχωρήσουμε σε σχολιασμό του αντίκτυπου τους πρέπει να σημειώσουμε ότι η στατιστική επεξεργασία των στοιχείων την εποχή εκείνη γινόταν με το χέρι και γι’ αυτό έπειρνε πολύ χρόνο. Ήταν συνηθισμένο τα στοιχεία μιάς περιόδου ν’ αναθεωρούνται πολλούς μήνες μετά. Ακόμη όμως κι έτσι τα στοιχεία δείχνουν ότι η αύξηση του πληθωρισμού ήταν χαμηλότερη της αναμενόμενης (αυτής που φοβούνταν ο Κ. Μητσοτάκης) κάτι που αυτομάτως σημαίνει ότι η αύξηση της κυκλοφορίας του χρήματος παρήχε τ’ αναγκαία κεφάλαια για την αγορά του αναγκαίου για την εγχώρια παραγωγή εξοπλισμού. Πράγματι και από άλλα στατιστικά στοιχεία της περιόδου παρατηρείται αύξηση του εισαγόμενου εξοπλισμού η οποία με τη σειρά της οδηγεί στην αύξηση της (εγχώριας) παραγωγής και κατανάλωσης με φθηνότερα λόγω του μειωμένου κόστους προϊόντα. Εκτός από την αλλαγή του πολιτικού κλίματος (έγινε κατορθωτή η ανεμπόδιστη ανάγνωση εφημερίδων στην επαρχία) υπήρξε και αναζωογόνηση της οικονομίας. Η αναδιανομή του εισοδήματος έφτασε σε τέτοιο βαθμό ώστε τότε καταναλώθηκε για πρώτη φορά το «λευκό ψωμί» (φόρμα πολυτελείας με αλεύρι 70%) από τους επαρχιώτες.

Η οικονομική αυτή πολιτική σταμάτησε με την πτώση της κυβέρνησης της Ε.Κ. (μετά την «Αποστασία» του Ιούλη 1965) και ανεστράφη με τη λήψη μέτρων που περιόριζαν την κυκλοφορία του χρήματος. Ακολούθως η οικονομική πολιτική της Χουντικής επταετίας χαρακτηρίζεται από έλλειψη σχεδιασμού και κεντρικών επιλογών, την ίδια στιγμή που οι επιπτώσεις των απανωτών πετρελαϊκών κρίσεων των αρχών της δεκαετίας του 1970 δεν είχαν γίνει ακόμα αισθητές.

Όταν ο Α. Παπανδρέου -ως Πρωθυπουργός τούτη τη φορά- μπόρεσε να εφαρμόσει ξανά την Κεϋνσιανού τύπου οικονομική πολιτική του η κατάσταση ήταν διαφορετική και γι’ αυτό τ’ αποτελέσματα δεν ήταν τα ίδια. Η άσκηση της ίδιας οικονομικής πολιτικής από το 1982 ως το 1989 (Ιούνη) δεν είχε τα ίδια αποτελέσματα. Αντί να ενισχύσει την εγχώρια παραγωγή και κατανάλωση ενίσχυσε τις εισαγωγές καταναλωτικών ειδών. Η διαφορά με την περίοδο 1964-1965 ήταν οι ίδιοι οι Έλληνες, οι οποίοι πλέον (εξαιτίας και της επικοινωνίας με τον έξω κόσμο μέσω κυρίως της τηλεόρασης αλλά και των ταξιδιών) επιθυμούν πρώτα να ικανοποιήσουν την επιθυμία τους για κατανάλωση και μάλιστα για είδη άγνωστα μέχρι τότε στη χώρα μας. Έτσι η απόκτηση ενός βίντεο ή/και εισαγόμενων μαρκών ρούχων ήταν πολύ ψηλά στις καταναλωτικές προτεραιότητες. Η καταναλωτική μανία σχετικά μ’ αυτά τα είδη ήταν τέτοια που ανάγκασε την κυβέρνηση ν’ αναλάβει σχετική καμπάνια με την οποία προσπαθούσε να ευαισθητοποιήσει τους καταναλωτές σχετικά με την προτίμηση των εισαγόμενων ειδών (βλέπε εδώ).

Η διαφορά βρίσκεται στην διαφορετική ψυχολογία μεταξύ των δύο περιόδων. Το 1964 ο Έλληνας ήταν περιορισμένος μέσα στα όρια της χώρας του και οι καταναλωτικές του επιλογές περιορίζονταν κυρίως από το διαθέσιμο εισόδημα και τους δασμούς των εισαγόμενων ειδών. Δεκαοχτώ χρόνια μετά η Ελλάδα όντας μέλος της τότε Ε.Ο.Κ. εισήγαγε τα προϊόντα των υπολοίπων κρατών μελών χωρίς περιορισμούς, καθιστώντας έτσι ευκολότερη την απόκτηση τους. Ωστόσο δεν ήταν μόνο η ένταξη στην Ε.Ο.Κ. ο κρίσιμος παράγοντας ο οποίος μετέβαλε την άποψη που είχαν τόσο για τον εαυτό τους όσο και για τον κόσμο οι Έλληνες της δεκαετίας του 1980. Η «μαζική κουλτούρα» (κυρίως μέσω της τηλεόρασης) οδήγησε στην ομογενοποίηση των μεσαίων εισοδηματικών στρωμάτων τα οποία δεν εννοούσαν να μην μετέχουν και αυτά στον τρόπο ζωής των αντίστοιχων στρωμάτων του εξωτερικού (ειδικά των Η.Π.Α.) ακόμη και αν αυτό θα σήμαινε την κατανάλωση αποκλειστικά εισαγόμενων ειδών (τα οποία υποτίθεται ότι ήταν πάνω απ’ όλα ποιοτικά ανώτερα των ελληνικών). Οι Έλληνες «αρχοντοχωριάτες» επέστρεφαν με αυτό τον τρόπο τα λεφτά που η χώρα δανειζόταν από το εξωτερικό στους δανειστές της μέσω της αύξησης της ζήτησης για εισαγωγές, κρατώντας με την στάση αυτή την όποια εγχώρια παραγωγή καθηλωμένη τόσο από άποψη πρακτικών και οργάνωσης όσο και από άποψης προσανατολισμού. Όπως απέδειξαν και οι μετέπειτα εξελίξεις ο τουρισμός, η εξαγωγή των αγροτικών μας προϊόντων καθώς και η μεταποίηση δεν μπορούσαν ν’ αποτελέσουν την «ατμομηχανή» της οικονομικής δραστηριότητας στις δεκαετίες του 1990 και του 2000. Επιπρόσθετα τα πράγματα κατέστησαν δυσκολότερα γιατί στην απουσία κεντρικού οικονομικού σχεδιασμού (τι και πως θα παράγει η χώρα και πως θα μεθοδευτεί η μεταβολή αυτή) προστέθηκε η αδυναμία επιβολής «διαρθρωτικών αλλαγών» οι οποίες θα διευκόλυναν την κατάσταση. Η διαχείρηση της κατάστασης (όχι μόνο στην Ελλάδα) περιορίστηκε στο μοίρασμα των ευρωπαϊκών κοινωτικών πόρων χωρίς την παράλληλη αναθεώρηση του παραγωγικού μοντέλου εξαιτίας του «πολιτικού κόστους».

Πρέπει να έχει γίνει από τα παραπάνω κατανοητό πως η άσκηση της οικονομικής πολιτικής δεν είναι κάτι μονοδιάσταστο ούτε και είναι ανεξάρτητη από επιρροές που ασκούνται σ’ αυτή από τους παράγοντες της «αγοράς». Η επίδραση που ασκείται στην οικονομική πολιτική από τις αποφάσεις τόσο κάθε μεμονωμένου καταναλωτή όσο και κάθε νοικοκυριού για τον τρόπο που θα διαθέσει το εισόδημα του (αν θα το καταναλώσει και πού ή αν θα το αποταμιεύσει) σχετίζεται τόσο με τις προσδοκίες που διαμορφώνονται από την διεθνή οικονομική συγκυρία (σε καιρούς παρατεταμένης ύφεσης η στροφή στην αποταμίευση είναι έντονη), όσο και από τις προσωπικές του στάσεις και πεποιθήσεις κυρίως όμως από την εικόνα που έχει για τον εαυτό του σε σχέση με τον υπόλοιπο κόσμο. Έτσι παρ’ ότι δεν υπάρχει (ή δεν θα έπρεπε να υπάρχει) αμφιβολία σχετικά με τις θετικές επιπτώσεις της Κεϋνσιανού τύπου οικονομικής πολιτικής, αυτή θα πρέπει να είναι ιδιαιτέρως στοχευμένη προκειμένου τα οφέλη της να μεγιστοποιούνται και να διαχέονται ακριβώς εκεί που πρέπει. Επίσης η οικονομική πολιτική ενώ θα πρέπει να έχει κάποιες πάγιες επιδιώξεις (π.χ. την εξασφάλιση της αυτάρκειας) θα πρέπει ωστόσο να μεταβάλλεται ανάλογα και με τις αλλαγές που λαμβάνουν χώρα διεθνώς. Δεδομένου όμως του γεγονότος ότι οι καρποί της οικονομικής πολιτικής (εκτός από μέτρα μεσοπρόθεσμου χαρακτήρα) αργούν να φανούν και έχοντας υπόψη τον χαρακτήρα του πολιτικού ανταγωνισμού, γίνεται κατανοητό ότι η εφαρμογή μιάς εθνικής οικονομικής πολιτικής απαιτεί την κατ’ αρχήν πολιτική συμφωνία ανταγωνιστικών μεταξύ τους πολιτικών δυνάμεων. Με τη σειρά της αυτή η κατ’ αρχή πολιτική συμφωνία προϋποθέτει τουλάχιστον την συναντίληψη (κοινή αντίληψη) τόσο της κατάστασης όσο και των προοπτικών της χώρας κάθε στιγμή. Αυτό όμως μας οδηγεί στο κεντρικό πρόβλημα της άσκησης της οικονομικής πολιτικής, δηλαδή στην απάντηση των ερωτημάτων «τι θέλουμε να κάνουμε;» και «πως (με ποιό τρόπο) θα το επιτύχουμε». Η απάντηση σ’ αυτά τα ερωτήματα σχετίζεται τόσο με την διεθνή οικονομική συγκυρία (η οποία καθορίζει και τη σχετική θέση κάθε χώρας στο παγκόσμιο οικονομικό γίγνεσθαι) όσο και από αυτό που ονομάζουμε «συγκριτικό πλεονέκτημα» κάθε χώρας (σε τι είμαστε ως λαός περισσότερο καλοί). Ωστόσο το μέλλον ανήκει στους τολμηρούς αλλά και σ’ αυτούς που είναι σε θέση να το οραματιστούν και ν’ «ανοίξουν δρόμους». Στη συγκεκριμένη περίπτωση αυτό σημαίνει ότι εκτός από το ν’ ακολουθήσει την πεπατημένη (την συνέχιση της δραστηριοποίησης σ’ αυτό που παραδοσιακά είμαστε καλοί) μιά κυβέρνηση μπορεί και πρέπει να προγραμματίσει την βαθμιαία στροφή του οικονομικού προσανατολισμού της χώρας σε τομείς που στο μέλλον θα της δώσουν μεγαλύτερο «συγκριτικό πλεονέκτημα» από τις ανταγωνίστριες χώρες, δηλαδή αντί να εκμεταλλευθεί το «συγκριτικό πλεονέκτημα» να το δημιουργήσει.      

 

ΓΛΩΣΣΑΡΙ

 

16 Δεκέμβρη 2014.
παρατηρητής 1.

 

     

 

Διαβάστηκε 6309 φορές
 
 
   
Βρίσκεστε εδώ: Αρχική Κείμενα Παρατηρητηρίου ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7ο. ΟΙ ΘΕΩΡΗΤΙΚΕΣ ΒΑΣΕΙΣ ΤΩΝ ΔΥΟ ΑΝΤΙΘΕΤΩΝ ΤΑΣΕΩΝ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΛΕΓΧΟ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑΣ (ΜΕΡΟΣ Δˊ) .