Η Τεχνητή Νοημοσύνη αποτελεί μια τεχνολογική καινοτομία με πολλαπλές επιδράσεις τόσο στην Κοινωνία όσο και στην Οικονομία. Για παράδειγμα υπάρχουν φόβοι πως η μείωση της απασχόλησης και συνεπώς του Φόρου Εισοδήματος θα δημιουργήσει σοβαρά προβλήματα στην διακυβέρνηση η οποία βασίζεται στα φορολογικά έσοδα (και έναντι αυτών δανείζεται). Η αύξηση της παραγωγικότητας που θα προσφέρει η Τ.Ν. με την παράλληλη μείωση του εργατικού δυναμικού και την αδυναμία της Κοινωνίας και της αδυναμίας της γρήγορης προσαρμογής της Κοινωνίας φέρνει στο προσκήνιο τόσο την «παύση του Ένγκελς» όσο και εκ νέου τον «Λουτιδισμό» (την αντίδραση στην τεχνολογική αλλαγή) για τα οποία θα επανέλθουμε προσεχώς (βλέπε εδώ).
Ωστόσο, η Τ.Ν. εκτός από πιθανά και αναμενόμενα προβλήματα δημιουργεί και προκλήσεις. Μια τέτοια αφορά την «Οικονομία των Ανθρώπινων Δεξιοτήτων» (βλέπε εδώ). Η έρευνα σχετικά με την «Οικονομία των Ανθρώπινων Δεξιοτήτων» κατέληξε στο συμπέρασμα πως η Τ.Ν. δεν μπορεί να προχωρήσει χωρίς τα «ανθρώπινα χαρακτηριστικά» όπως η ενσυναίσθηση, η δημιουργικότητα και η διαπροσωπική επαφή. Προφανώς, για την ώρα το συμπέρασμα της έρευνας να ισχύει αν και κανείς δεν μπορεί να είναι σίγουρος για το μέλλον.
Ένας άλλος πιθανός κίνδυνος αφορά την λειτουργία της Κρατικής Μηχανής. Αν οι δημόσιοι υπάλληλοι αντικατασταθούν από την Τ.Ν., τότε θα χαθεί η «συσσωρευμένη ανθρώπινη γνώση» που προκύπτει από την (ανθρώπινη) διαπροσωπική επαφή (βλέπε εδώ).
Αν, όμως, οι παραπάνω κίνδυνοι που προέρχονται από την Τ.Ν. είναι πιθανοί και σχετικά μακρινοί, υπάρχει ένας αμεσότερος και σοβαρότερος ειδικά για τις Η.Π.Α. (και όχι μόνο). Ο κίνδυνος αυτός αφορά την χρηματοδότηση του Κράτους καθώς τόσο το χρηματιστήριο (μέσω του οποίου δανείζονται οι επιχειρήσεις της Τ.Ν.) όσο και το Κράτος δανείζονται από τις ίδιες τσέπες. Για την ώρα οι ιδιώτες «επενδυτές» αγοράζουν μετοχές και εταιρικά ομόλογα των επιχειρήσεων Τ.Ν. προσβλέποντας στην ταχύτατη ανάπτυξη τους. Όσο οι επιχειρήσεις Τ.Ν. βρίσκουν (σχετικά φθηνά) κεφάλαια να χρηματοδοτήσουν την επέκταση τους αυξάνοντας έστω και οριακά το μερίδιο αγοράς τους οι «επενδυτές» δεν ζητούν κέρδη (τα οποία ελπίζουν ότι θα έρθουν αργότερα).
Όταν, όμως, για οποιονδήποτε λόγο (χρηματοδοτικό ή ανεπαρκούς προμήθειας τσιπ) ο ρυθμός των επενδύσεων των επιχειρήσεων Τ.Ν. μειωθεί ή/και τα οικονομικά τους αποτελέσματα δεν είναι τ’ αναμενόμενα τότε οι «επενδυτές» θ’ απογοητευτούν και θα σταματήσουν να «επενδύουν» σ’ αυτές. Οι περισσότεροι από τους «επενδυτές» επενδύουν με δανεικά λεφτά τα οποία αποπληρώνουν με τα κέρδη που αποκομίζουν εξαιτίας της ανόδου της τιμής της μετοχής. Δεδομένου ότι ιδιώτες και Κράτος ανταγωνίζονται για τα ίδια πορτοφόλια η αύξηση των επιτοκίων στα ομόλογα αναλόγως των εξελίξεων στις επιχειρήσεις Τ.Ν. ενδέχεται να οδηγήσει σε απο-επενδύσεις απ’ αυτές και σε αντίστοιχες επενδύσεις στα ομόλογα.
Επιπλέον, οι επιχειρήσεις της Τ.Ν. δανείζονται οι ίδιες από τις τράπεζες βάζοντας ως εγγύηση μέρος των μετοχών τους. Αυτό σημαίνει πως αν η τιμή της μετοχής πέσει κάτω από την τιμή που είχε τη στιγμή της σύναψης του δανείου απαιτείται είτε μεγαλύτερη δόση, είτε περισσότερες μετοχές για εγγύηση.
Τελικά, από μια τέτοιου είδους καραμπόλα μπορεί να προέλθει μια «αλυσιδωτή αντίδραση» που θα οδηγήσει σ’ εξαγορές και συνενώσεις επιχειρήσεων του κλάδου. Μια τέτοια εξέλιξη θα ενδυνάμωνε όσες επιχειρήσεις απομείνουν και θα έκανε (για λίγο καιρό) τους «επενδυτές» λιγότερο ανήσυχους και νευρικούς. Μένει να δούμε ποιες από τις παραπάνω προβλέψεις επιβεβαιωθούν και κυρίως σε ποιο βάθος χρόνου.
26 Σεπτέμβρη 2026
«πουθενάς 1».























































































