Η πρώτη επιλογή είναι η πιο δύσκολη. Γιατί μετά την αποχώρηση της από την Ε.Ε. πολλές ξένες εταιρείες που χρησιμοποιούσαν την Μ. Βρετανία ως οικονομική πύλη για να κάνουν δουλειές στην Ε.Ε. αναγκάστηκαν να μετακομίσουν σε Γαλλία, Ολλανδία και Γερμανία. Αυτές οι χώρες (προφανώς και άλλες) δεν περιμένουν την Μ. Βρετανία με ανοιχτές αγκάλες. Οι διαπραγματεύσεις για την επανένταξη της θα είναι και δύσκολες, χρονοβόρες και επώδυνες (αν και όταν καταλήξουν σε συμφωνία). Η διαδρομή της όσο ήταν μέλος της δικαίωσε αναδρομικά τα 2 «όχι» του Ντε Γκώλ σε ισάριθμα αιτήματα ένταξης της (τελικά εντάχθηκε όταν ο Ντε Γκώλ αποχώρησε και ανέλαβε ο Πομπιντού) και δημιουργεί «δεύτερες σκέψεις» στους υπόλοιπους.
Τα όποια οικονομικά οφέλη τόσο για την Ε.Ε. όσο και για την Μ. Βρετανία μπορούν να προκύψουν τόσο από μια «τελωνειακή ένωση» όσο και από μια «ειδική σχέση». Προφανώς η «ειδική σχέση» είναι ευρύτερη (και καλύτερη) από την «τελωνειακή ένωση». Μπορεί, μεν, οι διαπραγματεύσεις να είναι λίγο ευκολότερες απ’ αυτές της πλήρους ένταξης, αλλά σε καμία περίπτωση δεν θα είναι λιγότερο χρονοβόρες και επώδυνες.
2η ιστορία: η φυγή των πλουσίων.
Οι φορολογικές αλλαγές της Κυβέρνησης των Εργατικών οδηγούν στην φυγή των πλούσιων ξένων που κατοικούσαν στην Μ. Βρετανία. Λίγο η ανάγκη να γεμίσει το Δημόσιο Ταμείο, λίγο τα επιβαρυμένα δημόσια οικονομικά, λίγο η ιδεολογία η αλλαγή του φορολογικού καθεστώτος που ίσχυε μέχρι τώρα οδηγεί σε έξοδο τους πλούσιους μη Βρετανούς από την Μ. Βρετανία. Οι αλλαγές στο ειδικό φορολογικό καθεστώς όσων δεν είναι φορολογικοί κάτοικοι Μ. Βρετανίας και η πολύ πιθανή επιβολή φόρων στην μεγάλη περιουσία οδηγεί σε μεγάλη φυγή κεφαλαίων από την χώρα (βλέπε εδώ).
Μια ενδεικτική περίπτωση είναι αυτή του Κρις Ρόκος η αποχώρηση του οποίου από την Μ. Βρετανία εκτός από την απώλεια των φόρων που πληρώνει ως φυσικό πρόσωπο θα επιφέρει και την απώλεια(;) των δωρεών που αυτός κάνει. Ωστόσο, οι μέσοι φορολογικοί συντελεστές των πλούσιων είναι χαμηλότεροι αυτών των μισθωτών. Όμως, οι πλούσιοι εστιάζουν όχι στο ποσοστό αλλά στο ποσό που πληρώνουν οπότε εμφανίζονται «αδικημένοι».
3η ιστορία: η τιμωρία της Μάντσεστερ Σίτι για τις οικονομικές παραβάσεις της.
Μετά από πολλά χρόνια ολοκληρώθηκε η διαδικασία για τις σε βάρος της Μάντσεστερ Σίτι καταγγελίες για οικονομικές παραβάσεις. Η τελική απόφαση βρήκε την ομάδα του Μάντσεστερ ένοχη για 114 από τις 115 περιπτώσεις για τις οποίες κατηγορήθηκε. Μετά την απόφαση αυτή έρχεται η ώρα της επιβολής της ποινής.
Η θεωρητικά μεγαλύτερη ποινή θα ήταν ο υποβιβασμός. Ωστόσο, σαν ποινή δεν θα ήταν αρκετή για μια ομάδα που επί σειρά ετών καταστρατηγούσε κάθε οικονομικό κανόνα. Μια άλλη πιο δίκαιη ποινή θα ήταν η αφαίρεση βαθμών για μια σειρά ετών (π.χ. -25β. για 5 χρόνια). Η αφαίρεση των τίτλων που κατέκτησε εκείνες τις περιόδους είναι το εύκολο κομμάτι της τιμωρίας. Η αποζημίωση των ομάδων που δεν βγήκαν στη θέση της στην Ευρώπη θα είναι πολύ πιο δύσκολη και χρονοβόρα. Όμως, όποια ποινή κι αν της επιβληθεί (υποβιβασμός, αφαίρεση βαθμών και χρηματικό πρόστιμο) αυτή θα επιβαρύνει μόνο την ομάδα και όχι την ιδιοκτησία, η οποία πέρασε στην αντεπίθεση και εξαπέλυσε απειλές.
Από την πλευρά τους τα Η.Α.Ε. μέσω διαρροών προειδοποίησαν ότι η απόφαση της PREMIER LEAGUE θα επηρεάσει τις διακρατικές τους σχέσεις. Η σαφής αυτή απειλή φόβισε τον Βρετανό Πρωθυπουργό ο οποίος δήλωσε ότι θα ανησυχούσε αν οι Άραβες πουλούσαν την Σίτι. Καμία κυβέρνηση σε καμία χώρα δεν θα ήθελε ν’ αντιμετωπίσει το ενδεχόμενο αποχώρησης ενός πλούσιου (πολύ πλούσιου στην περίπτωση μας) ιδιοκτήτη ποδοσφαιρικής ομάδας. Άλλωστε είναι στην μέση και οι ψήφοι. Δεν θα υπήρχε πρόβλημα αν υπήρχε υποψήφιος αγοραστής και μάλιστα Βρετανός (βλέπε εδώ).
Ωστόσο, η PREMIER LEAGUE πρέπει να υπερασπιστεί την αξιοπιστία της αν θέλει να παραμείνει το καλύτερο Πρωτάθλημα της Ευρώπης. Η απόφαση για την ποινή της Σίτι πρέπει ν’ αποδίδει όχι μόνο δικαιοσύνη, αλλά και να σέβεται τις υπόλοιπες ομάδες τις οποίες η Σίτι των Αράβων αδίκησε παρανομώντας. Βέβαια, υπάρχει και το ερώτημα για ποιο λόγο έπρεπε να περάσουν τόσα χρόνια για να φτάσουμε στη συγκεκριμένη ετυμηγορία.
Η «σωστή» λύση σε καθεμία από τις 3 παραπάνω ιστορίες πρέπει να είναι δίκαιη και ισορροπημένη. Αυτό, όμως, κάθε άλλο σημαίνει πως δεν θα έχει σοβαρές παρενέργειες. Σε κάθε περίπτωση οι 3 αυτές ιστορίες είναι απόλυτα ενδεικτικές των διλημμάτων και των προκλήσεων που αντιμετωπίζει η Βρετανική Κυβέρνηση των Εργατικών τόσο σε κυρίως οικονομικό όσο και σε πολιτικό επίπεδο.
το μόνο σίγουρο είναι πως η εποχή που το Λονδίνο (και ειδικότερα το Σίτι) ήταν το παγκόσμιο χρηματο-οικονομικό κέντρο έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί. Η Μ. Βρετανία αν θέλει να επιβιώσει με αξιοπρέπεια σ’ έναν κόσμο που αλλάζει συνεχώς πρέπει να μάθει να είναι πιο ευέλικτη και καπάτσα. Για να συμβεί, όμως, αυτό πρέπει συνειδητά και οριστικά ν’ αποφασίσει ποιον δρόμο θέλει ν’ ακολουθήσει. Θέλει να μείνει ανεξάρτητη εκτός της Ε.Ε. με την οποία να συνδέεται με μια «ειδική» οικονομική σχέση; Θέλει να ξαναγίνει μέλος της; Ή μήπως θέλει να μείνει τελείως ανεξάρτητη διεκδικώντας τις πιθανότητες της; Θα συνεχίσει να παρέχει «φορολογικά κίνητρα» στους πλούσιους που δεν είναι «φορολογικοί κάτοικοι» της Μ. Βρετανίας για να φέρνουν εκεί τα λεφτά τους; Είναι η αξιοπιστία του καλύτερου Πρωταθλήματος της Ευρώπης πάνω από τις επιπτώσεις της φυγής των Αράβων; Οι απαντήσεις στα προηγούμενα ερωτήματα όχι μόνο δεν είναι απλές και εύκολες, αλλά θα καθορίσουν τις εξελίξεις στα χρόνια που έρχονται.
10 Οκτώβρη 2026
«πουθενάς 1».























































































