Παραδοσιακά ο Πρωταθλητής κάθε χώρας συμμετέχει ως εκπρόσωπος της στην κορυφαία διασυλλογική διοργάνωση κάθε αθλήματος. Έτσι στο ποδόσφαιρο ο Πρωταθλητής Ελλάδας έχει το δικαίωμα (αναλόγως της Εθνικής κατάταξης) να διεκδικήσει την συμμετοχή του (ή να συμμετάσχει κατευθείαν) στους «χρυσοφόρους» ομίλους του CHAMPIONS LEAGUE. Παρά το γεγονός ότι είναι πολύ δύσκολο (σχεδόν ακατόρθωτο) για μια ομάδα με χαμηλό προϋπολογισμό να μπει καν στους ομίλους (που σημαίνει ότι πρακτικά μετέχουν οι ίδιες και οι ίδιες βασικά ομάδες), ωστόσο η συμμετοχή στο CHAMPIONS LEAGUE είναι ανοικτή σε όλους τους Πρωταθλητές των χωρών τους.
Αντίστοιχη ήταν η κατάσταση στο μπάσκετ. Την δεκαετία του ’80 γνωρίζαμε ότι αναλόγως της σειράς κατάταξης στο Πρωτάθλημα θα καθοριζόταν και η συμμετοχή στην αντίστοιχη Ευρωπαϊκή διοργάνωση. Τότε όπως και τώρα πρότυπο για το μπάσκετ αποτελούσε ο «μαγικός» κόσμος του ΝΒΑ. Ωστόσο η αντιγραφή του Αμερικάνικου Πρωταθλήματος δεν αποτελούσε σε καμία περίπτωση τη «σωστή» λύση, αφού:
- Αφορά στην διοργάνωση ενός Πρωταθλήματος μιας τεράστιας σε έκταση και πληθυσμό χώρας.
- Η κατανομή των ομάδων ακολουθεί γεωγραφικά και πληθυσμιακά κριτήρια.
- Όταν κριθεί ότι μια ομάδα δεν έχει τα έσοδα που θα μπορούσε (έπρεπε) να έχει δεν είναι σπάνιο να μετεγκαθίσταται σε άλλη πόλη ή πολιτεία.
Για να συμβεί αυτό στην Ευρώπη θα έπρεπε με κάποιον τρόπο ν’ αναπαραχθούν οι ίδιες συνθήκες, κάτι που εξ’ ορισμού ήταν δύσκολο, δεδομένου ότι στην περίπτωση της Ευρώπης υπάρχουν πολλά Κράτη τα οποία έχουν μεταξύ τους διαφορετικές Εθνικές Ταυτότητες. Το μόνο επίπεδο στο οποίο θα μπορούσε ν‘ αναπαραχθεί το ΝΒΑ ήταν το Κύπελλο Πρωταθλητριών, ο χώρος στον οποίο υποτίθεται ότι ανταγωνίζονται μεταξύ τους οι κορυφαίες ομάδες της Ευρώπης. Έτσι γεννήθηκε η Ευρωλίγκα. Στην αρχή δικαίωμα συμμετοχής σ’ αυτή είχαν τόσες ομάδες από κάθε χώρα (όχι μόνο ο Πρωταθλητής) όσες εκτιμάτο ότι αντιστοιχούσαν στην αθλητική και εμπορική σημασία της.
Στην πορεία και προκειμένου να ισχυροποιηθεί ακόμη περισσότερο η νέα διοργάνωση θεωρήθηκε σωστό η Ευρωλίγκα να μετεξελιχθεί σε «κλειστή» στην οποία οι ομάδες που θα συμμετείχαν κάθε χρόνο θα είχαν υπογράψει συμβόλαιο. Με τον τρόπο αυτό η διοίκηση της Ευρωλίγκας θα ήταν σε θέση να πουλήσει ακριβότερα τα τηλεοπτικά και εμπορικά δικαιώματα κάθε χρονιάς. Φυσικά η διοργάνωση δεν θα μπορούσε να είναι τελείως κλειστή γιατί κάτι τέτοιο θα μείωνε τα περιθώρια ελιγμών της διοίκησης της. Στην πράξη όμως τα περιθώρια αυτά είναι πολύ στενά.
Η δικαιολογία που προβλήθηκε για τα κλειστά συμβόλαια είναι ενδιαφέρουσα όχι μόνο γιατί δείχνει τον τρόπο σκέψης κάποιων, αλλά και επειδή δικαιολογεί την παγιοποίηση μιας κατάστασης η οποία κάνει κακό στο ίδιο το άθλημα. Η δικαιολογία ήταν ότι τα κλειστά συμβόλαια προσφέρονταν για συγκεκριμένη χρονική περίοδο (π.χ. 3ετία) στις κατά τεκμήριο καλύτερες ομάδες μιας χώρας. Έτσι οι υπόλοιπες ομάδες που θα ήθελαν ν’ αμφισβητήσουν αυτές που υπέγραφαν σήμερα το κλειστό συμβόλαιο με την Ευρωλίγκα είχαν στην διάθεση τους 3 χρόνια για να το κατορθώσουν και να πάρουν την θέση τους. Εφ’ όσον τα κλειστά συμβόλαια προσφέρονταν στις κατά τεκμήριο καλύτερες ομάδες κάθε χώρας αυτό ήταν απόδειξη της δικαιοσύνης με την οποία φερόταν η διοίκηση της Ευρωλίγκα.
Αυτά στην θεωρία. Στην πράξη τα πράγματα είναι πολύ διαφορετικά. Από την στιγμή που υπέγραφαν Π.Α.Ο. και Γαύρος με την Ευρωλίγκα είχαν κάθε συμφέρον να παγιοποιήσουν με οποιονδήποτε τρόπο την κατάσταση που υπήρχε εκείνη την στιγμή. Είχαν κάθε συμφέρον να παραμείνουν οι μοναδικοί μονομάχοι για την κούπα του Πρωταθλητή αναπαράγοντας την κούρσα εξοπλισμών μεταξύ των Η.Π.Α. και της Σοβιετικής Ένωσης. Όταν αυτό για οποιουσδήποτε λόγους δεν ήταν αρκετό ο έλεγχος της διαιτησίας αποκαθιστούσε την ισορροπία που αλλιώς κινδύνευε να διασαλευθεί.
Προφανώς ο έλεγχος της εσωτερικής αγοράς είναι ευκολότερος από το να παραμένουν μονίμως πλήρως ανταγωνιστικοί απέναντι στις υπόλοιπες ομάδες της Ευρωλίγκα. Τα λεφτά που δαπανώνται για τον λόγο αυτό είναι τέτοια που μικρό μόνο μέρος τους επιστρέφει στους ιδιοκτήτες τους ακόμα και αν κατακτούν συνεχώς την Ευρωλίγκα. Είναι προφανές ότι άπαξ και μπουν οι «κορυφαίες» ομάδες στην πιο πάνω διαδικασία πρέπει αναγκαστικά να καταπνίξουν εν τη γενέσει του τον ανταγωνισμό, ειδικά αυτόν που μπορεί μακροπρόθεσμα ν’ αποδειχθεί επικίνδυνος για την κυριαρχία τους. Η απώλεια των «χρυσοφόρων» (σε σχέση με τις υπόλοιπες διοργανώσεις) συμβολαίων της Ευρωλίγκας οδηγεί στην δυσκολία αποπληρωμής των χρεών και στην αναγκαστική υποβάθμιση του ρόστερ της ομάδας (αφού αυτό είναι αντίστοιχο του βαθμού δυσκολίας της διοργάνωσης και των χρημάτων που αυτή αποφέρει στην ομάδα). Στην πλήρη εκδήλωση της αυτή η κατάσταση μπορεί να εξελιχθεί σ’ ένα ανατροφοδοτούμενο καθοδικό σπιράλ το οποίο συνήθως οδηγεί αργά ή γρήγορα σε αλλαγή του ιδιοκτήτη.
Η Α.Ε.Κ. και στο μπάσκετ επανήλθε στην Α1 καθαρή από τα χρέη του παρελθόντος προκειμένου ευκολότερα να πρωταγωνιστήσει σπάζοντας την κυριαρχία των Π.Α.Ο. και Γαύρου. Ακόμα και αν δεν κατακτήσει άμεσα το Πρωτάθλημα η συμμετοχή της στην Ευρωλίγκα θ’ αποτελούσε μια πρώτη ένδειξη. Ακόμα καλύτερα θα έδινε την ευκαιρία και τον χρόνο στην Ιδιοκτησία της να «παραμυθιάσει» τους οπαδούς σχετικά με την επιτυχία του αγωνιστικού της πλάνου. Γίνεται έτσι εύκολα κατανοητή η σπουδή με την οποία πέρισυ τέτοιον καιρό η Α.Ε.Κ. παζάρευε με την Ευρωλίγκα την χορήγηση ενός πάσου (wild card) για να συμμετάσχει και αυτή μαζί με τον Π.Α.Ο. και τον Γαύρο.
Όλα τα παραπάνω θα είναι λιγότερο χρήσιμα αν δεν συνοδεύονταν από την ακόλουθη «υπόθεση εργασίας»:
Έστω ότι η Α.Ε.Κ. αποκλείει στον επόμενο γύρο των πλέι οφ τον Γαύρο και βρίσκει στον τελικό του Πρωταθλήματος τον Άρη (ο οποίος για την περίσταση απέκλεισε τον Π.Α.Ο.).
Ερωτάσθε:
- Σε ποια διοργάνωση θα παίξουν οι Α.Ε.Κ. και Άρης;
- Είναι δίκαιο να μην παίξουν και οι δυό τους στην Ευρωλίγκα, αφού θα έχουν αποδειχθεί καλύτεροι των «αιωνίων»;
- Αν απαραίτητη προϋπόθεση για την συμμετοχή των Π.Α.Ο. και Γαύρου στην Ευρωλίγκα είναι κάθε χρονιά να βρίσκονται στις δύο πρώτες θέσεις του Πρωταθλήματος πόσο πιθανό είναι η διαιτησία ν’ αφήσει την Α.Ε.Κ. και τον Άρη να τις αποκλείσουν;
Συμπέρασμα:
Η συμμετοχή στην Ευρωλίγκα (τουλάχιστον όπως διοργανώνεται ως τώρα) και μέχρι τότε στο EURO CUP έχει νόημα μόνον αν η Α.Ε.Κ. επιθυμεί να γίνει χαλίφης στην θέση ενός εκ των Π.Α.Ο. και Γαύρου. Για να γίνει όμως κάτι τέτοιο θα πρέπει ν’ ακολουθήσει το ίδιο με τους «αιώνιους» μονοπάτι και να κάνει στους υπόλοιπους αυτά τα οποία τους κατηγορεί ότι μας κάνουν. Αλήθεια όλο αυτό πόσο Α.Ε.Κ. είναι;
Μήπως είναι καλύτερο (και τελικά ΑΕΚτζήδικο) η ομάδα να συμμετέχει σε μια διοργάνωση από την οποία να μην αποκλείεται κανείς και η οποία με την πάροδο του χρόνου ακριβώς επειδή θα είναι «ανοιχτή» και όχι «κλειστή» θα διευκολύνει την αμφισβήτηση της κυριαρχίας των «αιωνίων» σε εγχώριο επίπεδο;
Στο κάτω-κάτω η συμμετοχή στις Ευρωπαϊκές διοργανώσεις νομιμοποιείται από την συμμετοχή στο Εθνικό Πρωτάθλημα και την κατάληψη της αντίστοιχης θέσης και όχι το αντίστροφο. Άρα για να έχουμε ένα Πρωτάθλημα το οποίο θα μπορεί κάθε φορά να διεκδικεί η καλύτερη εντός του γηπέδου ομάδα απαιτείται οι Ευρωπαϊκές διοργανώσεις να είναι «ανοιχτές» και όχι «κλειστές». Αν τα πράγματα συνεχίσουν όπως είναι σήμερα τότε τόσο η Α.Ε.Κ. όσο και οι υπόλοιπες ιστορικές ομάδες θα συνεχίσουν να παίζουν τις «Φιλιππινέζες» (κατά τον Μελισσανίδη) που νομιμοποιούν την όλη διαδικασία.
6 Μάη 2016
παρατηρητήριο.























































































