Συνεπώς, δικαιολογούνται οι διαφορετικές απόψεις. Για έναν Βρετανό ο Καπιταλισμός ήταν μια συνεχής και μακροχρόνια διαδικασία κοντά 5 αιώνων. Για έναν Γερμανό από την άλλη ήταν μια διαδικασία 80 ετών περίπου. Είναι, λοιπόν, αναμενόμενο οι δυό τους να καταλήγουν σε διαφορετικά συμπεράσματα. Είναι σωστό πως ο τύπος της οικογένειας όπως και η κοινωνική οργάνωση και ο καταμερισμός της εργασίας μεταξύ των μελών της προέκυψαν εξ’ αιτίας της ανάγκης για μόνιμη εγκατάσταση. Προφανώς η ανάγκη για μόνιμη εγκατάσταση προέκυψε επειδή έτσι ήταν ευκολότερη (και άρα αποδοτικότερη) η καλλιέργεια της γής καθώς με τα τότε μέσα (όχι πως σήμερα η ανάγκη αυτή εξέλιπε) ο γεωργός/καλλιεργητής έπρεπε κάθε τόσο να εκτελεί τις αναγκαίες εργασίες. Δεδομένου ότι από τη μια δεν χρειαζόταν ν’ ασχολείται κάθε μέρα με την γή και ότι μέχρι την συγκομιδή (η οποία δεν ήταν πάντα βέβαιη) μεσολαβούσε σχετικά μεγάλο διάστημα, παράλληλα με την γεωργία/καλλιέργεια αναπτύχθηκε σε μεγαλύτερη κλίμακα η εξημέρωση αρχικά και η εκτροφή ζώων. Στην φάση αυτή και όσο τ’ αγαθά ήταν κοινά (αν και εφ’ όσον υπήρξε τέτοιο στάδιο) ΔΕΝ υπάρχει ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ (οικονομική δραστηριότητα).
Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ γεννιέται από την στιγμή που αρχίζουν οι πρώτες ανταλλαγές προϊόντων και υπηρεσιών μεταξύ των μελών της και από τότε παραμένει συνεχώς παρούσα. Δεχόμενοι ότι η Οικονομία μετασχηματίζεται εξ’ αιτίας των τεχνολογικών εφευρέσεων, τότε η σχετική τεχνολογική στασιμότητα που παρατηρείται μέχρι τον Μεσαίωνα βοηθά στην παγίωση του εκτεταμένου τύπου οικογένειας. Ενός τύπου που «ταιριάζει» με τις ανάγκες της καλλιέργειας της γής. Εξαιτίας τόσο του τρόπου καλλιέργειας, της φορολογίας αλλά και των φυσικών καταστροφών και των πολέμων η γή δεν μπορούσε να «ζήσει» παραπάνω από μια οικογένεια.
Εφ’ όσον η καλλιέργεια της γής δεν μπορούσε να συντηρήσει πάνω από ένα νοικοκυριό τα υπόλοιπα αδέρφια δεν είχαν παρά να φύγουν και ν’ αναζητήσουν την τύχη τους αλλού. Με τον τρόπο αυτό -και καθώς τα μέσα καλλιέργειας άλλαζαν ελάχιστα παρέμενε- σχετικά σταθερός ο αγροτικός πληθυσμός. Την ίδια στιγμή και για τον λόγο που αναφέραμε παραπάνω ο πληθυσμός στα αστικά κέντρα άρχισε ν’ αυξάνει. Η αύξηση αυτή έδωσε την «πρώτη ύλη» (ανειδίκευτη εργασία) για την «βιομηχανική επανάσταση».
Στα αστικά κέντρα ο τύπος της οικογένειας ήταν διαφορετικός απ’ αυτόν της υπαίθρου. Κατά τεκμήριο περιείχε λιγότερα άτομα γιατί το κόστος ζωής ήταν υψηλότερο. Ωστόσο δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις πολυμελών οικογενειών και στ’ αστικά κέντρα. Άλλωστε δεν υπήρχε ούτε στη φαντασία κάποιων ο «οικογενειακός προγραμματισμός». Και στ’ αστικά κέντρα και στην ύπαιθρο ο τύπος της οικογένειας που επικράτησε ήταν ανάλογος των παραγωγικών τους αναγκών. Ακόμη και αν δεχτούμε ότι ως οικονομικό σύστημα είχε επικρατήσει ο Καπιταλισμός, ωστόσο, δεν επιδρούσε το ίδιο σε αστικά κέντρα και ύπαιθρο. Μια λογική «μαρξιστικού τύπου» απάντηση θα ήταν ότι προφανώς ο κοινωνικός μετασχηματισμός της υπαίθρου από τον Καπιταλισμό θα γινόταν τελευταίος αφού προϋπέθετε την τεχνολογική πρόοδο που θα παρήγαγε καλύτερα μέσα παραγωγής.
Μια τέτοια, όμως, εξήγηση πάσχει γιατί δεν είναι σε θέση να εξηγήσει το γεγονός ότι στις λεγόμενες «υπανάπτυκτες χώρες» (δηλαδή, εκεί που χρειάζονται πολλά χέρια για την καλλιέργεια της γής) ο εκτεταμένος τύπος οικογένειας συνεχίζει να υφίσταται. Έτσι η καλύτερη εξήγηση είναι πως η επικράτηση ενός τύππου οικογένειας έναντι κάποιου άλλου έχει περισσότερη σχέση με τις προσδοκίες κοινωνικής και οικονομικής ανόδου των μελών της κοινωνίας παρά με το οικονομικό σύστημα το ίδιο. Άλλωστε η εκμηχάνιση της αγροτικής και κτηνοτροφικής παραγωγής και η εκβιομηχάνιση μιας χώρας ήταν πρωταρχικοί στόχοι και της Ε.Σ.Σ.Δ. και των χωρών που αυτή επικυριαρχούσε. Συνεπώς και στον «Επιστημονικό Σοσιαλισμό» εφ’ όσον επιδιώκονται οι ίδιοι στόχοι πρέπει να επικρατούν οι ίδιοι τύποι οικογένειας.
Άρα είναι σωστότερο να πούμε πως ο τύπος οικογένειας που επικρατεί σε μια κοινωνία εξαρτάται από παράγοντες οι οποίοι ΔΕΝ συναντώνται σ’ όλες τις χώρες και τις περιόδους, ακόμα και αν όλες οι χώρες εφαρμόζουν το ίδιο οικονομικό σύστημα. Ο κύριος παράγοντας είναι:
Το στάδιο/επίπεδο οικονομικής ανάπτυξης στο οποίο βρίσκεται μια χώρα.
Αναλόγως του αν μια οικονομία (κατ’ επέκταση η χώρα) θεωρείται υποανάπτυκτη, υπό ανάπτυξη (αναπτυσσόμενη) ή ανεπτυγμένη η συμπεριφορά των μελών της κοινωνίας θα είναι διαφορετική.
Το αν μια οικονομία χαρακτηριστεί με κάποιον από τους παραπάνω βασικούς χαρακτηρισμούς ΔΕΝ έχει σχέση μόνο με τους οικονομικούς της δείκτες. Συνεκτιμώνται παράμετροι όπως το προσδόκιμο ζωής και το μορφωτικό επίπεδο. Το προσδόκιμο ζωής αυξάνεται καθώς βελτιώνονται οι υπηρεσίες υγείας. Επίσης, εξ’ αιτίας του σταδίου/επιπέδου οικονομικής ανάπτυξης καθορίζεται και το «κόστος διαβίωσης». Όσο υψηλότερο το οικονομικό επίπεδο τόσο ακριβότερη μεγαλύτερα τα καθημερινά έξοδα για την συντήρηση του νοικοκυριού. Τέλος ΔΕΝ θα πρέπει να ξεχνάμε ότι όσο πλουτίζει μια κοινωνία τόσο υψηλότερες προσδοκίες για κοινωνική και οικονομική άνοδο έχουν τα μέλη της. Έτσι απορρίπτουν θέσεις απασχόλησης που ΔΕΝ ανταποκρίνονται στα προσόντα ή τις προσδοκίες τους.
Στο παρελθόν το φορολογικό σύστημα ήταν σταθερό και τουλάχιστον αυτό ΔΕΝ επηρέαζε ουσιαστικά τον τύπο της οικογένειας. Στα νεότερα χρόνια, όμως, εξ’ αιτίας του τρόπου φορολόγησης υπήρξαν κάποιες (δυστυχώς μη μετρήσιμες) επιπτώσεις στον τύπο της οικογένειας. Η εισαγωγή του αφορολογήτου το οποίο διαβαθμιζόταν αναλόγως της οικογενειακής κατάστασης του φορολογουμένου ευνόησε σε κάποιες περιπτώσεις τους γάμους (και άρα την από νομικής άποψης δημιουργία νοικοκυριών). Ομοίως οι αλλαγές που έγιναν στη συνέχεια εξανέμισαν το αρχικό πλεονέκτημα.
Τελευταία και εξ’ αιτίας της οικονομικής ασφυξίας που προκλήθηκε από την μείωση του οικογενειακού εισοδήματος ή λόγω της ανεργίας αυξήθηκαν οι οφειλές των πολιτών έναντι του Κράτους. Το Κράτος από την πλευρά του αυξάνει συνεχώς την πίεση στους οφειλέτες του δεσμεύοντας λογαριασμούς και απειλώντας με κατασχέσεις και εκποιήσεις ακινήτων. Από την άλλη προσφέρει ως «καρότο» συνεχείς «ρυθμίσεις οφειλών». Μόνη προϋπόθεση είναι να έχεις να πληρώσεις. Την όλη διαδικασία ρυθμίζει ένα νέο νομικό πλαίσιο το οποίο ψηφίστηκε το 2013. Πρόκειται για τον περίφημο «Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας» ή πιο γνωστό σαν Ν. 4174/2013. Ο συγκεκριμένος νόμος αντικατέστησε τον «Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων» και αποτελεί τον τυφλοσούρτη της Εφορίας.
Ανεξάρτητα, όμως, από το ισχύον νομικό πλαίσιο επί της ουσίας λίγα πράγματα έχουν αλλάξει σε σχέση με το παρελθόν και όσα έχουν αλλάξει ΔΕΝ είναι προς όφελος του φορολογούμενου. Η κατάσχεση και η εκποίηση (πλειστηριασμός) των ακινήτων ενώ είναι μια λύση σε ομαλές οικονομικά περιόδους πολύ δύσκολα θ’ οδηγήσει στην είσπραξη όλων των οφειλομένων σε περίοδο ύφεσης. Στις περισσότερες των περιπτώσεων τ’ ακίνητα θα πλειστηριαστούν «για ένα κομμάτι ψωμί», ειδικά αν ληφθεί υπ’ όψη η αντικειμενική τους αξία όσο και η αντίστοιχη μελλοντική τους όταν η οικονομία αναθερμανθεί.
Όπως γίνεται κατανοητό οι φορολογούμενοι από την πλευρά τους προσπαθούν να σώσουν οτιδήποτε μπορούν. Το τελευταίο «τρυκ» που μπορούν να χρησιμοποιήσουν προκειμένου να γλυτώσουν τ’ ακίνητα τους από τον πλειστηριασμό φαίνεται να είναι το διαζύγιο. Προφανώς η Κρίση αρχικά και η Ύφεση στη συνέχεια δοκίμασαν την συνοχή των οικογενειών που επλήγησαν περισσότερο. Τώρα στα όσα διαζύγια προκλήθηκαν απ’ αυτές έρχονται να προστεθούν και άλλα περισσότερο ή λιγότερο εικονικά.
Δεδομένης της σχέσης του Έλληνα με την Ιδιοκτησία το διαζύγιο προκειμένου να σώσει την κυριότητα του ακινήτου του είναι το «ύστατο όπλα». Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι για τον Έλληνα η Ιδιοκτησία είναι «ιερή». Εκεί, άλλωστε, πάταγε και η Δεξιά λέγοντας ότι «Οι Κουμουνιστές θα σας πάρουν τα σπίτια.». Όπως, όμως, ήρθαν τα πράγματα αυτοί που «παίρνουν τα σπίτια του κόσμου» θα μπορούσαν κατά μια έννοια να θεωρηθούν «Κομμουνιστές», αλλά ΔΕΝ το κάνουν για να τα δώσουν σε κάποιους που τα έχουν μεγαλύτερη ανάγκη ή για να τιμωρήσουν όσους «πλούτισαν σε βάρος του λαού». Τα παίρνουν (κατάσχουν) ως Κυβέρνηση για ίδιον όφελος (να εισπράξουν, δηλαδή, τα χρωστούμενα από τους πολίτες στο Κράτος). Ακόμη περισσότερο διευκολύνουν με κάθε τρόπο τις τράπεζες να εισπράξουν ότι μπορούν περισσότερο.
Καλώς ή κακώς αυτή είναι η πραγματικότητα. Καθώς η σύγχρονη οικογένεια δοκιμάζεται από την άνοδο του κόστους διαβίωσης από τη μια και από την μείωση του εισοδήματος της από την άλλη, καταφεύγει ακόμα και σε λύσεις απελπισίας. Αν, δε, στα παραπάνω προσθέσουμε και ένα ή παραπάνω παιδιά που ενδέχεται να σπουδάζουν σε άλλη πόλη, τότε κατανοούμε για ποιο λόγο ακόμη και ένα εικονικό διαζύγιο αποτελεί επιλογή στη σημερινή Ελλάδα που συνεχίζει να δοκιμάζεται από τις επιπτώσεις της παρατεταμένης Ύφεσης.
Στον βαθμό που επιθυμούμε ως Κοινωνία η Ιδιοκτησία να συνεχίσει να έχει νόημα θα πρέπει να δοθεί άμεσα λύση. Η λύση ΔΕΝ μπορεί να είναι άλλη παρά η παραχώρηση περιόδου χάριτος για όλα τα Χρέη είτε είναι προς το Δημόσιο είτε προς τράπεζες και ιδιώτες. Κατά την διάρκεια της περιόδου αυτής τα Χρέη ΔΕΝ θα επιβαρύνονται με τόκους ή θα επιβαρύνονται με ιδιαιτέρως χαμηλό τόκο. Η περίοδος αυτή θα πρέπει να είναι τουλάχιστον 5ετής, ενώ ιδεατά θα μπορούσε να είναι 10ετής. Ωστόσο μια τέτοια αντιμετώπιση (η οποία θα ήταν σωτήρια για την Οικονομία και την Κοινωνία) είναι απίθανη ειδικά αν λάβουμε υπ’ όψη τόσο την στάση των τραπεζιτών όσο και την προθυμία της παρούσας Κυβέρνησης να τις ικανοποιεί πλήρως ότι κι αν διακήρυσσε όταν βρισκόταν στην Αντιπολίτευση.
18 Νοέμβρη 2017
παρατηρητήριο.






















































































