Font Size

SCREEN

Cpanel
Νέα σε τίτλους:

ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ – ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ. Η ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΣΤΑ ΠΛΑΙΣΙΑ ΤΩΝ ΠΟΛΥΕΘΝΙΚΩΝ ΚΡΑΤΩΝ.

Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ – ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ. Η ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΣΤΑ ΠΛΑΙΣΙΑ ΤΩΝ ΠΟΛΥΕΘΝΙΚΩΝ ΚΡΑΤΩΝ.

Η σύγχρονη τεχνολογία έχει διευκολύνει τόσο πολύ τις μετακινήσεις και την επικοινωνία με απομακρυσμένα μέρη που δίνει την ψευδαίσθηση ενός «παγκόσμιου χωριού». Ενός «παγκόσμιου χωριού» το οποίο επί της ουσίας έχει πολύ μεγάλες διαφορές: οικονομικού και πολιτισμικού περιεχομένου. Αυτές οι διαφορές, αλλά κυρίως η μεγάλη διευκόλυνση των μετακινήσεων και της επικοινωνίας δυσκολεύουν (όσο κι αν φαίνεται οξύμωρο) την ενσωμάτωση όσων αλλάζουν τόπο κατοικίας ελπίζοντας σ’ ένα καλύτερο μέλλον. Την κατάσταση κάνει χειρότερη η «πολιτική ανοικτών θυρών» ορισμένων κρατών, τα οποία προτάσσοντας τον «ανθρωπισμό» συντελούν στην συνεχιζόμενη πολύ φθηνή εκμετάλλευση για οικονομικούς σκοπούς ανθρώπων που ψάχνουν μια καλύτερη μοίρα.

Ωστόσο, κυρίως από οικονομικής (αλλά και από οικονομικής άποψης) αυτή η πολιτική των «ανοικτών θυρών» στη συγκεκριμένη οικονομική συγκυρία είναι μάλλον καταστροφική▪ ακόμα και αν κάποιοι βγάζουν απ’ όλο το κύκλωμα πολλά κέρδη. Το βασικό πρόβλημα είναι ότι στις σημερινές πολυεθνικές κοινωνίες καλούνται να συνυπάρξουν άτομα από διαφορετικές κουλτούρες και θρησκείες, με τους νέο-εισερχόμενους να μην επιθυμούν να ενσωματωθούν στο περιβάλλον της χώρας που βρέθηκαν, αλλά μάλλον να το αλλάξουν. Αυτό το τελευταίο είναι απλά απαράδεκτο.

Στον αντίποδα όλων αυτών δυναμώνει και ταυτόχρονα ωριμάζει η προάσπιση των δικαιωμάτων των «ιθαγενών», οι οποίοι αναλόγως την περιοχή που ζουν νοιώθουν την πίεση των νέο-εισερχομένων. Σε καιρούς αμέσως μετά μια Παγκόσμια Οικονομική Κρίση και την συνακόλουθη της Ύφεση έχει μεγάλη και κύρια σημασία η προσπάθεια ανάταξης της οικονομικής δραστηριότητας κάθε χώρας βάση της οποίας θα πρέπει να είναι η διατήρηση και ενίσχυση της «κοινωνικής συνοχής». Η οποία «κοινωνική συνοχή» μπορεί (και πρέπει) να εννοηθεί πρωτίστως μεταξύ των ατόμων που ήδη την στιγμή της εκδήλωσης της Π.Ο.Κ. ήταν μέλη της.

Τα τελευταία 4-5 χρόνια με αφορμή τον πόλεμο στη Συρία έχει δημιουργηθεί μια βιομηχανία εκμετάλλευσης ανθρώπων με κέρδη εκατομμυρίων. Με πρόφαση τον πόλεμο της Συρίας οργανώθηκε μια μετακίνηση εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων από διάφορες μη εμπόλεμες πλέον χώρες (Αφγανιστάν, Πακιστάν) η πλειοψηφία των οποίων είναι οικονομικοί (λαθραίοι) μετανάστες και όχι «πρόσφυγες». Προφανώς εκτός των Μ.Κ.Ο. που βγάζουν το ψωμί τους απ’ όλη αυτή την κατάσταση ωφελημένα είναι και τα κράτη των οικονομικά λαθραίων μεταναστών, τα οποία έτσι ανακουφίζονται κάπως από την πληθυσμιακή πίεση. Όλοι αυτοί προορίζονται να εργαστούν σε όσες ακόμη Ευρωπαϊκές βιομηχανίες υπάρχουν. Δεδομένου, ότι για πολλούς λόγους μαζεύτηκαν περισσότεροι απ’ όσοι είναι αναγκαίοι δημιουργήθηκε η ανάγκη «αποθήκευσης» τους. Η προσπάθεια να δια-μοιραστούν μεταξύ των κρατών-μελών της Ε.Ε. (παρά τις απειλές της Ευρωπαϊκής Επιτροπής) «πήγε περίπατο» εξ’ αιτίας της άρνησης των κεντροευρωπαϊκών μελών της Ε.Ε., τα οποία αυτή την περίοδο κυβερνώνται από ακροδεξιούς. Έτσι η Ιταλία μα κυρίως η Ελλάδα καλούνται να παίξουν τον ρόλο των «αποθηκών φθηνής εργατικής δύναμης», η οποία ανά διαστήματα και αναλόγως των αναγκών θ’ αποστέλλονται στην Γερμανία ενώ κάποιοι απ’ αυτούς θα βρίσκουν ευκαιριακή απασχόληση στην Χώρα μας.

Στο σημείο αυτό παρατηρείται ένα οξύμωρο: Ενώ η Ελλάδα μαστίζεται από υψηλή ανεργία, ταυτόχρονα υπάρχει έλλειψη εργατικών χεριών κυρίως στον «πρωτογενή τομέα». Η αντίστοιχη έλλειψη που παρατηρήθηκε την δεκαετία του ΄90 είχε καλυφθεί από την είσοδο στην Χώρα των Αλβανών, οι οποίοι ασχολήθηκαν αποκλειστικά με τα «χειρωνακτικά επαγγέλματα». Στην πορεία και αυτοί (όσοι παρέμειναν εδώ) έγιναν «νοικοκυραίοι» ασχολούμενοι και με άλλους τομείς όπως η εστίαση και το μικρο-εμπόριο (π.χ. περίπτερα, ψιλικατζίδικα). Έτσι δημιουργείται εκ νέου κάποια έλλειψη χεριών για τα «χειρωνακτικά επαγγέλματα». Μια έλλειψη την οποία παρά την κακή οικονομική συγκυρία ούτε οι Αλβανοί δεύτερης γενιάς (αυτοί που γεννήθηκαν στην Ελλάδα), ούτε πολύ περισσότερο οι Έλληνες επιθυμούν να καλύψουν.

Η Οικονομική Θεωρία δεν πολυσκοτίζεται για όλα αυτά, κυρίως γιατί την ενδιαφέρει το σύνολο και όχι οι τοπικές οικονομίες. Γι’ αυτήν η επιθυμία των γονιών τα παιδιά τους να έχουν μια καλύτερη από την δική τους απασχόληση είναι αδιάφορη▪ όσο τουλάχιστον υπάρχει διαθέσιμο «φθηνό εργατικό δυναμικό». Επιπλέον της είναι αδιάφορο αν την θέση των αδιάφορων για τις «χειρωνακτικές εργασίες» ντόπιων την καταλαμβάνουν λαθρο-μετανάστες. Αυτό, όμως, δεν αφήνει καθόλου αδιάφορη την Κοινωνική Επιστήμη στον βαθμό που η τελευταία έχει ως αποστολή της την διαφύλαξη και ενδυνάμωση του «κοινωνικού ιστού». Ενός «κοινωνικού ιστού» ο οποίος στην παρούσα φάση ΔΕΝ συμπεριλαμβάνει (και δεν πρέπει να συμπεριλάβει χωρίς ειδικούς κανόνες) τους νεο-εισερχόμενους.

Η διαφύλαξη και ενδυνάμωση της «κοινωνικής συνοχής» σε μια «παγκοσμιοποιημένη οικονομία» απαιτεί «στοχευμένα σε συγκεκριμένη κατεύθυνση μέτρα». Τέτοιου είδους μέτρα είναι τόσο κίνητρα αλλά και αντικίνητρα για τους «ιθαγενείς» που σκοπό θα έχουν την παραγωγική (και όχι παρασιτική) οικονομική και κοινωνική επαναδραστηριοποίηση τους. Προφανώς, τα μέτρα αυτά θα είναι εισοδηματικού χαρακτήρα και ειδικότερα επιδοματικού. Επιπλέον, για να είναι αποδοτικά θα πρέπει ν’ απευθύνονται πρωτίστως στου «ιθαγενείς» και στην δεύτερη γενιά μεταναστών που έχουν αποκτήσει την ιθαγένεια με την γέννηση τους στην χώρα. Με τον τρόπο αυτό οι κυβερνήσεις προσπαθούν να καλυτερεύσουν αφ’ ενός την οικονομική και αφ’ ετέρου την κοινωνική θέση των «ιθαγενών» βοηθώντας τους ν’ ανακάμψουν μετά το χτύπημα που δέχτηκαν από την Π.Ο.Κ. ενδυναμώνοντας παράλληλα την «Εθνική Ταυτότητα».

Η «Εθνική Ταυτότητα» είναι σημαντική ειδικά στο «παγκόσμιο χωριό» όχι μόνο γιατί υπενθυμίζει στα μέλη της κοινωνίας ποιοι είναι, αλλά επιπλέον γιατί μόνο σε κράτη με ουσιαστική αστυνόμευση και επιβολή της νομιμότητας είναι δυνατή η σταδιακή και υπό όρους ενσωμάτωση οικονομικών μεταναστών που προέρχονται από διαφορετικές θρησκείες και κουλτούρες. Γιατί σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση θα έχουμε μια συνεχή προσπάθεια των νέο-εισερχομένων ν’ αλλάξουν το περιβάλλον της νέας τους πατρίδας κάνοντας το ίδιο μ’ αυτό που άφησαν πίσω τους. Μια τέτοιου είδους αλλαγή δεν είναι καθόλου επουσιώδης, αφού δεν είναι μόνο επιφανειακή, αλλά είναι βαθιά ποιοτική.

Για να γίνει αυτό κατανοητό πρέπει να δούμε τα διδάγματα του πρόσφατου παρελθόντος μας. Οι Αλβανοί έχουν σε μεγάλο βαθμό ενσωματωθεί (και θα συνεχίσουν να ενσωματώνονται) για δύο λόγους. Ο πρώτος είναι γιατί η Αλβανία είναι «στη γειτονιά μας» και βρισκόταν σ’ «επικοινωνία» με την Ελλάδα. Ο δεύτερος είναι ότι για τους Αλβανούς μεγαλύτερη σημασία έχει η οικογένεια από την θρησκεία. Έτσι, μετά από κάποια χρόνια θεωρούν τους εαυτούς τους Έλληνες (ειδικά τα παιδιά που γεννήθηκαν εδώ). Παρ’ όλα αυτά γνωρίζουν ότι η θέση τους (ειδικά στη συγκεκριμένη οικονομική συγκυρία) είναι (ή μπορεί να γίνει) επισφαλής. Έτσι, δεν είναι καθόλου σπάνιο ν’ αντιδρούν στην εγκατάσταση νέων «οικονομικών μεταναστών». Γιατί, γνωρίζουν πως ο «ανταγωνισμός των ειδών» δεν γίνεται μεταξύ μιας ζέβρας και του λιονταριού, αλλά μεταξύ των ζεβρών για το ποια θα είναι η λιγότερο ικανή ώστε να καταλήξει στο στομάχι του λιονταριού. (Ανάλογα φαινόμενα έχουν παρατηρηθεί και μεταξύ ατόμων προερχόμενων από κράτη της πρώην Σοβ. Ένωσης).  

Δυστυχώς, υπάρχουν πολλοί οι οποίοι με πρόσχημα την «Αριστεροσύνη» και τον «Ανθρωπισμό» τους ΔΕΝ κατανοούν πως το να συμπεριφερόμαστε προς όλους το ίδιο είναι τελικά αντιδημοκρατικό και κοινωνικά άδικο μιας και ΔΕΝ είμαστε όλοι ίδιοι. Όταν για παράδειγμα οι αιτιάσεις των Τούρκων σχετικά με την Δ. Θράκη έχουν εθνολογική και θρησκευτική βάση είναι απλά ηλίθιο μέτρα που στοχεύουν στην ενδυνάμωση του «κοινωνικού ιστού» ν’ απευθύνονται και στους οικονομικούς λαθρομετανάστες. Είναι απογοητευτικό το γεγονός ότι η εντρύφηση μας στην Κλασική Αρχαιότητα είναι τόσο επιφανειακή. Γιατί, αν δεν ήταν θα γνωρίζαμε πως οι Αρχαίοι Αθηναίοι είχαν λύσει το ζήτημα της μετανάστευσης και της απόκτησης της Αθηναϊκής υπηκοότητας με τον πλέον απλό τρόπο: Για ν’ αποκτήσει κάποιος ξένος την Αθηναϊκή υπηκοότητα έπρεπε πρώτα ν’ απαρνηθεί την μητρική του κόβοντας κάθε δεσμό με την πατρίδα του (πουλώντας όλη του την περιουσία). Γιατί, πολύ απλά οι Αρχαίοι Αθηναίοι γνώριζαν πως κανείς ΔΕΝ μπορεί να είναι «υπηρέτης δύο αφεντάδων» υπηρετώντας κατά το συμφέρον του όποιον τον βολεύει κάθε φορά (ειδικά όταν κάθε «αφέντης» είναι τόσο διαφορετικός σε σχέση με τον άλλο).

Έτσι, προκειμένου ν’ αντιμετωπιστεί το ζήτημα της υπογεννητικότητας είναι απόλυτα λογικό να δίνονται κίνητρα στα ήδη μέλη του «κοινωνικού ιστού» παρά να εισάγονται αλλόφυλοι και αλλόθρησκοι για να καλύψουν το κενό. Γιατί, στην δεύτερη περίπτωση μαζί με τους ανθρώπους εισάγεται και το πολιτισμικό τους υπόβαθρο, το οποίο μπορεί να είναι τόσο διαφορετικό έως και τελείως ασύμβατο. Για παράδειγμα, η γυναίκα στο Ισλάμ έχει μόνον εργαλειακή χρήση γι’ αυτό και η ζωή της συναρτάται απόλυτα από τον σύζυγο της. Μια τέτοια θεώρηση της γυναίκας έρχεται σ’ ευθεία σύγκρουση μ’ όσα εμείς ως κοινωνία πιστεύουμε. Αν, λοιπόν, θα θέλαμε ως Χώρα να διατηρούμε κάποιες κοινότητες οικονομικών μεταναστών Μουσουλμάνων στο θρήσκευμα, δεν θα έπρεπε να τους χορηγήσουμε πλήρη πολιτικά δικαιώματα ενώ την ίδια στιγμή θα έπρεπε ν’ απαγορεύουμε τους μεικτούς γάμους. Όσοι θεωρούν μια τέτοια πολιτική «ρατσιστική» καλά θα κάνουν να σκεφτούν όλες τις περιπτώσεις που σ’ έναν μεικτό γάμο (ενός Μουσουλμάνου με μια Χριστιανή) ο σύζυγος απαγάγει το παιδί τους και το μεταφέρει στην χώρα καταγωγής του (εκεί που το νομικό σύστημα λειτουργεί πάντα υπέρ του). Ή ακόμα καλύτερα ας σκεφτούν την νομική θέση των Ελληνικής υπηκοότητας γυναικών (με βάση τη «Συνθήκη της Λωζάννης») της Δ. Θράκης για τις οποίες μέχρι την πρόσφατη καταδίκη της Ελλάδας από το «Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων» ΔΕΝ ίσχυε ο Α.Κ. και το Ελληνικό Κληρονομικό Δίκαιο αλλά το Ισλαμικό Δίκαιο.

Μια τέτοια αντιμετώπιση από την πλευρά του κράτους προϋποθέτει την αντίστοιχη «πολιτική βούληση». Μια «πολιτική βούληση» την οποία επέδειξαν Αυστραλία και Η.Π.Α. όταν στρατιές μεταναστών από την Ιταλία και την Ελλάδα βρέθηκαν εκεί για να βρουν μια «καλύτερη ζωή». Δεν είναι λίγοι όσοι εκτελέστηκαν για «εγκλήματα τιμής», τα οποία στην νέα τους πατρίδα ήταν απλά απαράδεκτα. Και αυτό οι Αυστραλοί και οι Αμερικανοί το έκαναν σε κατά βάση ομόθρησκους τους, θέτοντας ως πρώτη προτεραιότητα τους την «εκμάθηση» σ’ αυτούς του εκεί αποδεκτού τρόπου κοινωνικής συμβίωσης. Κάτι που η απερχόμενη κυβέρνηση εξ’ αιτίας της «Αριστεροσύνης» της δεν ήταν διατεθειμένη να κάνει. Το αντίθετο μάλιστα. Έτσι, αντί να κάνει πιο αυστηρές τις ποινές για τον βιασμό τίς σχετικοποιεί. Μια εξέλιξη που ευνοεί τους Μουσουλμάνους οι οποίοι είναι μαθημένοι στο ν’ αντιμετωπίζουν τις γυναίκες ως «σκεύη ηδονής» χωρίς πολιτικά δικαιώματα.

Στα πλαίσια μιας οποιασδήποτε Εθνικής Οικονομίας είναι απολύτως απαραίτητη η ανάδειξη όλων εκείνων των δυνατοτήτων της, η εκμετάλλευση των οποίων θα μπορούσε να της δώσει ένα συγκριτικό πλεονέκτημα στο «παγκόσμιο χωριό». Αυτό, προφανώς, σημαίνει πως η εγχώρια παραγωγή έχει απόλυτη προτεραιότητα. Με τη σειρά του αυτό σημαίνει πως πρέπει να ληφθούν όλα τα μέτρα που είναι δυνατόν προκειμένου αυτή να ενισχυθεί. Μέτρα όπως η μείωση των συντελεστών Φ.Π.Α. για τα εγχωρίως παραγόμενα (και όχι αυτά που παράγονται στο εξωτερικό για λογαριασμό Ελληνικών εταιρειών) σε συνδυασμό με επενδυτικά και φορολογικά κίνητρα (μόνο για εγχώρια παραγωγή) είναι όχι μόνο απολύτως απαραίτητα, αλλά και πολιτικώς σκόπιμα.

Το ίδιο σκόπιμη είναι και η οικονομική ενίσχυση μόνο των Ελληνικών ζευγαριών με επίδομα για την γέννηση παιδιών. Γιατί ένα τέτοιο μέτρο αντιμετωπίζει ένα συγκεκριμένο πρόβλημα με προοπτική την αναζωογόνηση της Ελληνικής Οικογένειας σε μια δύσκολη συγκυρία. Η προτίμηση μόνο στους Έλληνες (ή και στους μετανάστες δεύτερης γενιάς) αποσκοπεί στον ίδιο στόχο με την πριμοδότηση ειδικών κατηγοριών του πληθυσμού στην εισαγωγή σε Α.Ε.Ι./Τ.Ε.Ι. και το Δημόσιο. Στην περίπτωση της Ελλάδας ΔΕΝ είναι επιθυμητή οποιαδήποτε γενίκευση ενός τέτοιου μέτρου. Μια τέτοια γενίκευση είναι επιθυμητή μόνο σε μεγάλης έκτασης πολυεθνικά κράτη, τα οποία λόγω του μεγέθους τους λειτουργούν «ιμπεριαλιστικά» έναντι των υπολοίπων.

Στις Η.Π.Α. για παράδειγμα ένας μετανάστης άπαξ και λάβει την υπηκοότητα μπορεί εκτός από τις κακοπληρωμένες δουλειές που έκανε ως λαθρομετανάστης να βρει απασχόληση στον στρατό (σκοτώνοντας για το ψωμί του) ή την αστυνομία (κυνηγώντας συμπατριώτες του). Ακόμη και τότε ΔΕΝ θα είναι τελείως αποδεκτός από την Αμερικάνικη κοινωνία. Θα είναι, ωστόσο, «πρώτης τάξεως» αναλώσιμος για την κυβέρνηση την οποία θα έχει ήδη ορκιστεί να υπηρετεί (για να πάρει την υπηκοότητα) μπας και βρει μια «καλύτερη ζωή». Καθώς, όμως, η Ελλάδα δεν έχει πλανητικές βλέψεις όπως οι Η.Π.Α. ΔΕΝ μπορεί (και δεν πρέπει) να υποστηρίξει ένα μοντέλο κοινωνικών παροχών σ’ όλους ανεξαιρέτως.

Σύμφωνα με το Σύνταγμα και ειδικότερα με το άρθρο 22:

«1. H εργασία απoτελεί δικαίωμα και πρoστατεύεται από τo Kράτoς, πoυ μεριμνά για τη δημιoυργία συνθηκών απασχόλησης όλων των πoλιτών και για την ηθική και υλική εξύψωση τoυ εργαζόμενoυ αγρoτικoύ και αστικoύ πληθυσμoύ.»

Πρώτη αναφορά σε συνταγματικό κείμενο της εργασίας ως «δικαιώματος» έχουμε στο «Σύνταγμα της Δημοκρατίας» του 1927. Στα μετέπειτα «μοναρχικά συντάγματα» η συγκεκριμένη αναφορά αφαιρείται για να επανέλθει στο Σύνταγμα του 1975. Ωστόσο, στο πλαίσιο της Οικονομικής Θεωρίας (και παλαιότερα της «Πολιτικής Οικονομίας») θεωρούνταν μάλλον αυτονόητο ότι καθένας μας επεδίωκε πάντα να έχει μια παραγωγική (και όχι παρασιτική όπως «απατεώνας») εργασία για να βιοπορίζεται. Έτσι από οικονομικής τουλάχιστο σκοπιάς η εργασίας δεν αντιμετωπίζεται ως «δικαίωμα» αλλά μάλλον ως «υποχρέωση» τόσο του πολίτη όσο και του Κράτους (αν και σε μικρότερο βαθμό). Στα πλαίσια της Οικονομικής Θεωρίας και για όσο η κίνηση κεφαλαίων εκτός της χώρας ΔΕΝ θα ήταν ανεμπόδιστη (ελεύθερη) ο επιχειρηματίας/εργοστασιάρχης ήταν «υπεύθυνος» για την δημιουργία νέων θέσεων εργασίας όσο η οικονομία πήγαινε καλά (όσο, δηλαδή, προέκυπτε γι’ αυτόν ένα «εύλογο κέρδος»).

Αν, όμως, είναι για το Κράτος ευθύνη η απασχόληση των πολιτών αυτό σημαίνει ότι είναι και ευθύνη του η επιβίωση τους όταν αυτοί δεν έχουν εργασία. Στις περισσότερες περιπτώσεις αυτό ισχύει, αφού εκτός του «επιδόματος ανεργίας» υπάρχει ένα πλέγμα προνοιακής πολιτικής για την οικονομική στήριξη σε τέτοιες περιπτώσεις. Στο σημείο αυτό γεννάται το εξής ερώτημα:

Εφόσον ο άνεργος (ή ο άεργος) επιβιώνει από την κρατική επιδοματική και προνοιακή στήριξη έχει το δικαίωμα ν’ αρνηθεί την εργασία που ενδεχομένως θα του προτείνει το Κράτος;

Ή για να το διατυπώσουμε από την πλευρά του Κράτους:

Έχει δικαίωμα το Κράτος να πιέσει τον άνεργο (ή άεργο) να δεχτεί μια εργασία που μπορεί να μην είναι της αρεσκείας του; Ακόμη περισσότερο για όσο διάστημα το Κράτος στηρίζει την επιβίωση ενός ανέργου (ή αέργου) μπορεί ν’ απαιτεί απ’ αυτόν να παρέχει «κοινωνική εργασία» και να συμμετέχει υποχρεωτικά σε μετεκπαιδευτικά σεμινάρια;

Τελικά, έχει δικαίωμα ο άνεργος (η άεργος) πολίτης ν’ απορρίψει την προσφορά εργασίας από το Κράτος; Και αν «ναι», τότε η απόρριψη αυτή συνιστά από την πλευρά του Κράτους την «αποδέσμευση» του από την «υποχρέωση» να παρέχει απασχόληση σ’ όλους τους πολίτες του;

Η απάντηση στα παραπάνω ερωτήματα δεν είναι απλά «φιλολογική» (θεωρητική). Επιπλέον, η απάντηση έχει να κάνει κυρίως με την πολιτική σκοπιά καθενός μας. Κάποιοι, θα προτάξουν τα «ατομικά δικαιώματα» έναντι της «υποχρέωσης» του άνεργου (άεργου) να δεχτεί την προσφερόμενη από το Κράτος εργασία. Οι ίδιοι θ’ απαντήσουν ότι ο άνεργος (άεργος) δεν θα έπρεπε να έχει καμία «υποχρέωση» (π.χ. να προσφέρει «κοινωνική εργασία») στο Κράτος για όσο διάστημα αυτό τον στηρίζει οικονομικά. Προφανώς, θεωρούν ότι η «υποχρέωση» είναι μονομερής. Στη βάση της επιχειρηματολογίας τους βρίσκεται η άποψη πως «Στον Καπιταλισμό το Κράτος δεν είναι ένας ουδέτερος μηχανισμός.». Από την άλλη το ίδιο Κράτος στα πλαίσια μιας «Διευθυνόμενης Οικονομίας» στην οποία δεν υφίστανται πλέον Τάξεις και όλη η ιδιοκτησία είναι Κρατική θα είχε «δικαίωμα» να επιβάλλει σ’ όσους δεν είχαν την εργασία που αυτό θα έκρινε.

Στα πλαίσια, όμως, της Οικονομικής Θεωρίας αυτή η διαφορετική άποψη είναι απλά απαράδεκτη. Θα ήταν σαν να θεωρούσαμε ότι μπορούμε να παίξουμε «Μονόπολη» με διαφορετικούς κανόνες αναλόγως αν οι παίκτες ήταν Μαρξιστές ή Φιλελεύθεροι. Θα έπρεπε μέχρι τώρα η Ιστορία να μας έχει κάνει ξεκάθαρο πως υπάρχουν αντικειμενικοί κανόνες και περιορισμοί που ισχύουν παντού και πάντα (ανεξαρτήτως οικονομικών και κοινωνικών καθεστώτων) όσον αφορά την «διαχείριση των πόρων». Γιατί, αυτό είναι η Οικονομία. Η παραγνώριση της διαπίστωσης αυτής βρίσκεται στην βάση κάθε αποτυχημένης απόπειρας διαχείρισης της Οικονομικής πραγματικότητας▪ βρίσκεται πίσω από κάθε εκατέρωθεν θεωρητικό εξοβελισμό όσων δεδομένων δεν συμφωνούν με την εκάστοτε θεωρία. Από την άλλη η παραπάνω διαπίστωση παρέχει την εξήγηση γιατί απέτυχαν οικονομικά η Σοβ. Ένωση και οι δορυφόροι της.

Τελικά, η απάντηση στο ερώτημα περί της υποχρέωσης του άνεργου (άεργου) να δεχτεί οποιαδήποτε εργασία του προσφέρει το Κράτος (ως υπόχρεου να παρέχει εργασία σ’ όλους) έγκειται τόσο στην πολιτική άποψη καθενός μας, όσο και στην σημασία που έχει για το Κράτος να εργάζονται όλοι οι πολίτες του. Πιθανόν, θα ήταν ευκολότερο ν’ απαντηθεί αν αντικαθιστούσαμε το «απρόσωπο Κράτος» με κάτι πιο προσωπικό όπως οι γονείς μας. Τότε η υποχρέωση μας να δεχτούμε την λύση που μας προσφέρουν αυτοί που μας ζουν φαίνεται δυνατότερη από πριν όχι γιατί άλλαξε τίποτα επί της ουσίας, απλά οι γονείς μας είναι αμεσότεροι και πιο χειροπιαστοί από το Κράτος.

Η μεταρρύθμιση που εισήχθη από φέτος στην Ιταλία (βλέπε εδώ) σε συνδυασμό με τις αλλαγές στα εργασιακά που επιβλήθηκαν πέρυσι (βλέπε εδώ) δημιουργούν ένα ενδιαφέρον πλέγμα κρατικών μέτρων, τα οποία (θεωρητικό) στόχο έχουν την αύξηση της απασχόλησης των Ιταλών. Η επιτυχία τους θα κριθεί από πολλούς και ανεξάρτητους της επιθυμίας του νομοθέτη παράγοντες. Σε κάθε περίπτωση το σύνολο των μέτρων αφορά την εκπεφρασμένη βούληση του Ιταλικού Κράτους ν’ αναλάβει τον ρόλο του «Διευθυντή» σε μια πιο «κρατικά διευθυνόμενη οικονομία». Σε μια περισσότερο «Ιταλοποιημένη» οικονομία όπου προτεραιότητα στην απασχόληση θα έχουν οι Ιταλοί πολίτες. Προφανώς, μια τέτοια οικονομική και κοινωνική πολιτική πρέπει να υποστηριχτεί και από μέτρα που θα δυσκολεύουν (πρακτικά θα κάνουν αδύνατη) την απόκτηση της Ιταλικής υπηκοότητας.

Το μεγαλύτερο ενδιαφέρον από την μεταρρύθμιση των εργασιακών που εισήχθη στην Ιταλία είναι ότι εκτός της πολύ μεγάλης λαϊκής υποστήριξης τους, η παρούσα Ιταλική κυβέρνηση έχει κατανοήσει πως η «απελευθέρωση της αγοράς εργασίας» ΔΕΝ είναι η πανάκεια για την Οικονομία. Γιατί, πολύ απλά η μείωση του κόστους παραγωγής μέσω της «ελαστικοποίησης» των σχέσεων απασχόλησης θα είχε αποτέλεσμα σε μια κατά βάση βιομηχανοποιημένη οικονομία και με εξαγωγικούς προσανατολισμούς. Όταν η οικονομία βασίζεται στο λιανεμπόριο (εισαγόμενων προϊόντων) και τις υπηρεσίες, τότε η «ελαστικοποίηση» ΔΕΝ παράγει κανένα αποτέλεσμα εκτός της αύξησης των κερδών των εταιρειών.

Από πολιτικής και οικονομικής σκοπιάς τα μέτρα της σημερινής Ιταλικής κυβέρνησης είναι ιδιαιτέρως ενδιαφέροντα. Ωστόσο, από μόνα τους δεν είναι αρκετά όσο μια σοβαρή παράμετρος της καθημερινότητας των πολιτών δεν μπορεί να ελεγχθεί. Η παράμετρος αυτή έχει να κάνει με το «κόστος διαβίωσης», δηλαδή με το πόσα λεφτά απαιτούνται για να διαβιώσει «αξιοπρεπώς» μια οικογένεια. Από την άποψη αυτή το ποσό του «Βασικού Εισοδήματος Πολίτη» θα πρέπει να είναι τέτοιο που κάποιος να μην «πεθαίνει από την πείνα», αλλά ταυτόχρονα να είναι χαμηλότερο απ’ αυτό που θα προέκυπτε από μια εργασία «πλήρους απασχόλησης» έτσι ώστε να δημιουργείται αντικίνητρο σε κάποιον να παραμένει εσαεί στο «προνοιακό εισόδημα». Πρακτικά ο έλεγχος του επιπέδου τιμών έχει να κάνει τόσο με την επιτήρηση του τρόπου διαμόρφωσης των όσο και με την ενίσχυση της εγχώριας παραγωγής τους. Στην καλύτερη θεωρητικά περίπτωση θα μιλάγαμε για μια πλήρως εθνικοποιημένη παραγωγή και κατανάλωση, το περίσσευμα της οποίας θα εξαγόταν. Δυστυχώς, όμως, αυτή η περίπτωση είναι από την αυγή της Ιστορίας μόνο θεωρητική καθώς όσες φορές έγινε κατορθωτή αυτό προϋπέθετε μεγάλες και συγκεντρωτικές (καταπιεστικές) αυτοκρατορίες με πολυπληθή στρατό (Η.Π.Α., Σοβ. Ένωση).    

Εν κατακλείδι.    

Εφόσον το Κράτος ως μηχανισμός είναι αναντίρρητα «Εθνικός» είναι προφανές ότι έχει κάθε δικαίωμα (κάποιοι θα έλεγαν «υποχρέωση») να μεριμνά πρωτίστως (αν όχι αποκλειστικά) για τους υπηκόους του σε σχέση με τους υπόλοιπους. Με τον τρόπο αυτό κάνει ότι μπορεί προκειμένου να μειώσει τις πιθανότητες να ξεσπάσει κοινωνική αναταραχή η οποία θα οφείλεται στην οικονομική κατάσταση των ανέργων (αέργων) υπηκόων του. Από την σκοπιά αυτή τα μέτρα της παρούσας Ιταλικής κυβέρνησης είναι απολύτως σωστά και θεμιτά όσο και αν θυμίζουν «Εθνικοσοσιαλισμό» τύπου Μουσολίνι. Γιατί, στην κατεστραμμένη μετά τον Α’ Π.Π. Ευρώπη η «οικονομική συνταγή» ήταν (πρακτικά) κοινή για όλα τα κράτη που υπέφεραν από μεγάλα ελλείμματα. Μόνον η ρητορεία άλλαζε. Μια ρητορεία που διαμορφωνόταν από την διεθνή θέση της κάθε χώρας.

Γι’ αυτό και μέχρι ο χρόνος ν’ αποδείξει την αποτελεσματικότητα (ή την αναποτελεσματικότητα) μέτρων όπως η επιδότηση της γέννησης μόνο Ελληνόπουλων ή των μέτρων στην Ιταλία σχετικά με τα εργασιακά, το μόνο που έχουμε να κάνουμε είναι να συμφωνήσουμε πως όχι μόνο είναι εύλογα αλλά και απολύτως απαραίτητα στα πλαίσια των (ακόμη) Εθνικών Κρατών και ειδικά της παρούσας οικονομικής συγκυρίας. Μιας συγκυρίας στην οποία όλα τα κράτη ψάχνουν να ξαναβρούν την θέση τους στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας και να διεκδικήσουν μεγαλύτερο (ει δυνατόν) μερίδιο του παγκόσμιου πλούτου. Έτσι, πρώτιστη υποχρέωση του Εθνικού Κράτους είναι να μεριμνά για τις απαραίτητες συνθήκες έτσι ώστε οι υπήκοοι του να μπορούν (εφόσον το επιθυμούν) να παραμείνουν στην χώρα τους και όχι να μεταναστεύουν για μια «καλύτερη ζωή». Στο κάτω-κάτω αυτό δεν είναι το αίτημα που προβάλλουν (καταγγέλλοντας την «ανικανότητα» του «ταξικού Κράτους» να λύσει προβλήματα όπως η «εργασία για όλους») όσοι επιδιώκουν την πολιτική και κοινωνική αλλαγή;       

29 Ιούνη 2019
«πανταχού παρών 1».

Διαβάστηκε 3524 φορές
 
 
   
Βρίσκεστε εδώ: Αρχική Χρονολόγιο ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ – ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ. Η ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΣΤΑ ΠΛΑΙΣΙΑ ΤΩΝ ΠΟΛΥΕΘΝΙΚΩΝ ΚΡΑΤΩΝ.