Το δικό μας δεν θα μπορούσε ν’ αποτελεί εξαίρεση καθώς (και παρά τα όσα λένε και θα ήθελαν να ισχύουν οι Μαρξιστές-Κομμουνιστές) οι ρίζες του χάνονται στον χρόνο. Η Αρχαιότητα πάντα θα ρίχνει βαριά τη σκιά της στη σύγχρονη Ελλάδα, η οποία από ένα σημείο και μετά αναζητά νέους ήρωες, νέα σύμβολα για ν’ αντισταθμίσει λίγο την κληρονομιά της. Κάπως έτσι σχηματίστηκε στην πορεία από την Επανάσταση και μετά ένα πάνθεον μορφών-συμβόλων οι οποίες είτε πολέμησαν για το Έθνος, είτε ξόδεψαν γι’ αυτό («ευεργέτες»), είτε διακρίθηκαν πνευματικά.
Σ’ αυτές οι μορφές μετά τον θάνατο τους ανατέθηκε η «αποστολή» να διαμορφώσουν μια νέα «Εθνική Ταυτότητα» βάσει και της οποίας να προσδιορίζεται το Ελληνικό Έθνος. Με την πάροδο του χρόνου η είσοδος στο πάνθεον γινόταν όσο τα μέλη του ήταν εν ζωή εξαιτίας της αναγνώρισης που μέχρι τότε είχαν γνωρίσει. Καθώς, όμως, οι είσοδοι μειώνονταν και οι θάνατοι αυξάνονταν, αρχίσαμε μια ιδιότυπη «αντίστροφη μέτρηση» μέχρι να φτάσουμε στον «τελευταίο μεγάλο Έλληνα». Από ένα σημείο και μετά ο ίσκιος αυτών των μορφών του «Νέο Ελληνικού Έθνους» είναι τόσο βαρύς που κάνει την είσοδο νέων μελών πολύ δύσκολη υπόθεση επειδή μια τέτοια διαδικασία οφείλει για να είναι επιτυχής να συγκεντρώνει μια μεγάλη συναίνεση.
Μια συναίνεση η οποία ούτε αυτονόητη είναι ούτε και μπορεί να επιτευχθεί για όλους όσους αποτελούν το πάνθεον. Τελευταία τέτοια περίπτωση ο Μίκης Θρεοδωράκης, για τον οποίο στήθηκε μια κακο-σκηνοθετημένη παράσταση. Ο Θεοδωράκης ΔΕΝ ήταν μόνο μουσικοσυνθέτης αν και σκόπιμα εστίασαν στη μόνη του ιδιότητα που δεν θα προκαλούσε αντιδράσεις. Γιατί ο Θεοδωράκης ήταν στο Κ.Κ.Ε. και μάλιστα πολέμησε στα «Δεκεμβριανά». Αργότερα το υπηρέτησε και ως Βουλευτής, μέχρι που στην ωριμότητα του έγινε Υπουργός του πατρός Μητσοτάκη.
Πάνω από το κουφάρι του νεκρού Μίκη μαζεύτηκε όλος σχεδόν ο πολιτικός κόσμος για να σκυλέψει κάτι από τη φήμη, να οικειοποιηθεί ότι περισσότερο μπορούσε. Από τη μια το Κ.Κ.Ε. προσπάθησε να τον εμφανίσει ως «δικό του» και αφού από ένα σημείο και μετά χώρισαν οι δρόμοι τους (στο τέλος της ζωής του ο Μίκης μετεβλήθη σε «πατριώτη») έκανε την ανάγκη φιλοτιμία και τον «τίμησε» για την περίοδο που ήταν μέλος του. Για την υπόλοιπη ο Θεοδωράκης «μοιράστηκε» μεταξύ της Ν.Δ. (που τον υπουργοποίησε) και του «Έθνους» (το οποίο εκπροσωπήθηκε από την ΠτΔ). Αυτό το τσίρκο με τις διαφορετικές τελετές στο μόνο που αποσκοπούσε ήταν στις δημόσιες σχέσεις αυτώ ν που τις διοργάνωσαν.
Γιατί μόνο σε επίπεδο δημοσίων σχέσεων χρειάζονται «σύμβολα» και «μεγάλοι Έλληνες». Και όπως ξέρουμε η ύπαρξη τους είναι αναγκαία είτε για να κάνεις προπαγάνδα είτε για να προωθείς πωλήσεις (μάρκετινγκ) που στην ουσία είναι το ένα και το αυτό. Γιατί αν δεν ήταν η περίφημη φωτογραφία του Τσε κατά την διάρκεια μιας παρέλασης και η εκτέλεση του πως θα πουλιόνταν τόσα είδη με την φωτογραφία του; Αναρωτηθήκατε ποτέ πόσα μπλουζάκια έχουν τυπωθεί και πουληθεί εξαιτίας του;
Καλός-κακός ή απλά ανθρώπινος ο Μίκης Θεοδωράκης ήταν αυτός που ήταν. Κανείς δεν μπορεί να διαχωρίσει τον μουσικοσυνθέτη από τον κομμουνιστή που πήρε τα όπλα και στράφηκε εναντίον άλλων Ελλήνων διεκδικώντας την πραγματοποίηση της ουτοπίας στην οποία πίστευε το κόμμα του. Κάθε τέτοια προσπάθεια είναι και αστεία και εξοργιστική. Τελικά, είναι και επιζήμια για το Έθνος το οποίο ως σύμβολο «κοσμεί». Γιατί στη σκιά ακόμη και ηρώων ή «μεγάλων Ελλήνων» ΔΕΝ μπορεί να φυτρώσει τίποτα νέο. Για να βλαστήσει ένα νέο φυντάνι χρειάζεται φως και όχι σκιά∙ το ακριβώς αντίθετο απ’ ότι χρειάζεται ένα Έθνος που δεν βρίσκεται σε «ανοδική φάση» για να επιζήσει. Γιατί ένα τέτοιο Έθνος δεν χρειάζεται ήρωες και «μεγάλους Έλληνες» για να παραδειγματίζεται, αλλά για να κοιμάται καλύτερα ξεγελώντας τον εαυτό του με κάτι από το μεγαλείο του. Γιατί, τελικά, όλο αυτό το κακο-σκηνοθετημένο τσίρκο με τις τελετές για να τιμηθεί ο νεκρός έγινε μόνο και μόνο για να μας αποκοιμίσει∙ για να μετατρέψει τον Θεοδωράκη σε μια απονευρωμένη φωτογραφία απογυμνώνοντας τον από κάθε αμφιλεγόμενη πλευρά του. Στο τέλος καθένας ανάλογα με την πολιτική του τοποθέτηση θα κρατήσει από τον Μίκη ότι αυτός θεωρεί πως πρέπει. Γι’ αυτό και η προσπάθεια συμβολοποίησης του στο «φαντασιακό» του Έθνους έχει ήδη αποτύχει γιατί ποτέ ΔΕΝ θα σημαίνει το ίδιο για όλους. Αυτή η αποτυχία έγινε φανερή από το γεγονός ότι παρότι έγινε προσπάθεια να εμφανιστεί σαν ένα «Εθνικό Σύμβολο» που «ενώνει» τους Έλληνες κανείς δεν σκέφτηκε(;) ή δεν ήθελε από τους δικούς του να σκεπάσει το φέρετρο με τη Ελληνική Σημαία.
Στο τέλος της ημέρας καθένας μας πρέπει ν’ αποφασίσει αν θέλει να ζει στο φως ή στη σκιά νεκρών από χρόνια «γιγάντων».
11 Σεπτέμβρη 2021
«πουθενάς 1».






















































































