[359e] τῇ χειρὶ χρυσοῦν δακτύλιον ὄντα περιελόμενον ἐκβῆναι. συλλόγου δὲ γενομένου τοῖς ποιμέσιν εἰωθότος, ἵν’ ἐξαγγέλλοιεν κατὰ μῆνα τῷ βασιλεῖ τὰ περὶ τὰ ποίμνια, ἀφικέσθαι καὶ ἐκεῖνον ἔχοντα τὸν δακτύλιον· καθήμενον οὖν μετὰ τῶν
ἄλλων τυχεῖν τὴν σφενδόνην τοῦ δακτυλίου περιαγαγόντα πρὸς ἑαυτὸν εἰς τὸ εἴσω τῆς χειρός, τούτου δὲ γενομένου
[360a] ἀφανῆ αὐτὸν γενέσθαι τοῖς παρακαθημένοις, καὶ διαλέγεσθαι ὡς περὶ οἰχομένου. καὶ τὸν θαυμάζειν τε καὶ πάλιν ἐπιψηλαφῶντα τὸν δακτύλιον στρέψαι ἔξω τὴν σφενδόνην, καὶ στρέψαντα φανερὸν γενέσθαι. καὶ τοῦτο ἐννοήσαντα ἀπο-
πειρᾶσθαι τοῦ δακτυλίου εἰ ταύτην ἔχοι τὴν δύναμιν, καὶ αὐτῷ οὕτω συμβαίνειν, στρέφοντι μὲν εἴσω τὴν σφενδόνην ἀδήλῳ γίγνεσθαι, ἔξω δὲ δήλῳ· αἰσθόμενον δὲ εὐθὺς διαπράξασθαι τῶν ἀγγέλων γενέσθαι τῶν παρὰ τὸν βασιλέα, ἐλθόντα
[360b] δὲ καὶ τὴν γυναῖκα αὐτοῦ μοιχεύσαντα, μετ’ ἐκείνης ἐπιθέμενον τῷ βασιλεῖ ἀποκτεῖναι καὶ τὴν ἀρχὴν οὕτω κατασχεῖν. εἰ οὖν δύο τοιούτω δακτυλίω γενοίσθην, καὶ τὸν μὲν ὁ δίκαιος περιθεῖτο, τὸν δὲ ὁ ἄδικος, οὐδεὶς ἂν γένοιτο, ὡς δόξειεν, οὕτως ἀδαμάντινος, ὃς ἂν μείνειεν ἐν τῇ δικαιοσύνῃ καὶ τολμήσειεν ἀπέχεσθαι τῶν ἀλλοτρίων καὶ μὴ ἅπτεσθαι, ἐξὸν αὐτῷ καὶ ἐκ τῆς ἀγορᾶς ἀδεῶς ὅτι βούλοιτο λαμβάνειν,
[360c] καὶ εἰσιόντι εἰς τὰς οἰκίας συγγίγνεσθαι ὅτῳ βούλοιτο, καὶ ἀποκτεινύναι καὶ ἐκ δεσμῶν λύειν οὕστινας βούλοιτο, καὶ τἆλλα πράττειν ἐν τοῖς ἀνθρώποις ἰσόθεον ὄντα. οὕτω δὲ δρῶν οὐδὲν ἂν διάφορον τοῦ ἑτέρου ποιοῖ, ἀλλ’ ἐπὶ ταὔτ’ ἂν ἴοιεν ἀμφότεροι. καίτοι μέγα τοῦτο τεκμήριον ἂν φαίη τις ὅτι οὐδεὶς ἑκὼν δίκαιος ἀλλ’ ἀναγκαζόμενος, ὡς οὐκ ἀγαθοῦ ἰδίᾳ ὄντος, ἐπεὶ ὅπου γ’ ἂν οἴηται ἕκαστος οἷός τε ἔσεσθαι ἀδικεῖν, ἀδικεῖν. λυσιτελεῖν γὰρ δὴ οἴεται πᾶς ἀνὴρ πολὺ
[360d] μᾶλλον ἰδίᾳ τὴν ἀδικίαν τῆς δικαιοσύνης, ἀληθῆ οἰόμενος, ὡς φήσει ὁ περὶ τοῦ τοιούτου λόγου λέγων· ἐπεὶ εἴ τις τοιαύτης ἐξουσίας ἐπιλαβόμενος μηδέν ποτε ἐθέλοι ἀδικῆσαι μηδὲ ἅψαιτο τῶν ἀλλοτρίων, ἀθλιώτατος μὲν ἂν δόξειεν εἶναι τοῖς αἰσθανομένοις καὶ ἀνοητότατος, ἐπαινοῖεν δ’ ἂν αὐτὸν ἀλλήλων ἐναντίον ἐξαπατῶντες ἀλλήλους διὰ τὸν τοῦ ἀδικεῖσθαι φόβον.»
Το οποίο σε μετάφραση έχει ως εξής:
«έλαβε κάποτε ο πρόγονος του Γύγη του Λυδού. Ήταν, λένε, βοσκός και δούλευε στον άρχοντα, τότε, της Λυδίας, όταν ύστερα από μια μεγάλη νεροποντή και σεισμό ράγισε κάπου το έδαφος και άνοιξε ένα βαθύ ρήγμα στον τόπο που έβοσκε το κοπάδι του. Σάστισε σαν το είδε, κατεβαίνει, και κοντά στα άλλα περίεργα βλέπει εκεί, όπως λέει ο μύθος, ένα χάλκινο άλογο, κούφιο από μέσα, που είχε κάτι μικρές θυρίδες· σκύβοντας στο εσωτερικό του βλέπει μέσα έναν νεκρό με κορμί, έτσι έδειχνε, μεγαλύτερο από ανθρώπινο που δεν είχε απάνω του τίποτε άλλο παρά μόνο φορούσε στο χέρι του ένα χρυσό δαχτυλίδι,
που ο βοσκός του το βγάζει κι ανεβαίνει επάνω. Καθώς τότε γινόταν η τακτική συνάθροιση των βοσκών για να στείλουν, όπως κάθε μήνα, στο βασιλιά τις αναφορές τους για τα κοπάδια, έφθασε κι αυτός φορώντας στο χέρι το δαχτυλίδι. Εκεί λοιπόν που καθόταν με τους άλλους βοσκούς, γύρισε εντελώς τυχαία το δέσιμο του δαχτυλιδιού προς το μέρος του, προς την παλάμη, και μόλις το έκανε αυτό, έγινε ο ίδιος
άφαντος για όσους ήσαν καθισμένοι εκεί γύρω, έτσι που κι εκείνοι μιλούσαν γι' αυτόν σαν να ήταν φευγάτος. Εκείνος τά 'χασε και ψηλαφώντας πάλι το δαχτυλίδι γυρίζει το δέσιμο προς τα έξω, και με το που το έκανε αυτό έγινε ορατός. Έχοντας αντιληφθεί ότι κάτι συνέβαινε, προσπάθησε να δοκιμάσει αν τη δύναμη αυτή την είχε το δαχτυλίδι, και αν πραγματικά στρέφοντας το δέσιμο προς τα μέσα, γινόταν άφαντος, ενώ στρέφοντάς το προς τα έξω γινόταν φανερός. Μόλις το διαπίστωσε, κατάφερε να πάει κι αυτός με τους βοσκούς, με τους οποίους έστελναν τους λογαριασμούς στο βασιλιά,
και φθάνοντας εκεί, αφού μοίχευσε τη γυναίκα του βασιλιά, του επιτέθηκε μαζί της, τον σκότωσε και έτσι άρπαξε την εξουσία. Αν λοιπόν γινόταν να είχαμε δύο τέτοια δαχτυλίδια, και το ένα να το φορούσε ο δίκαιος, το άλλο ο άδικος, κανένας τους, καθώς φαίνεται, δεν θα αποδεικνυόταν τόσο αδαμάντινος χαρακτήρας ώστε να μένει αταλάντευτα δίκαιος και να έχει τη λεβεντιά να κρατιέται μακριά από τα ξένα πράγματα και να μην τα αγγίζει, μόλο που θα μπορούσε να πηγαίνει στην αγορά και να παίρνει ό,τι θέλει χωρίς να έχει να φοβηθεί τίποτα,
να μπαίνει στα ξένα σπίτια και να σμίγει ερωτικά με όποιον του αρέσει, να σκοτώνει ή να βγάζει από τη φυλακή όποιον κι αν θελήσει και να κάνει κάθε άλλη πράξη όντας ίδιος θεός ανάμεσα στους ανθρώπους. Ενεργώντας δε έτσι, δεν θα 'κανε τίποτα διαφορετικό από τον άλλο, αλλά και οι δυο τους θα τραβούσαν τον ίδιο δρόμο. Κι αναμφίβολα θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς ότι αυτό αποτελεί τρανή απόδειξη πως κανένας δεν είναι με τη θέληση του δίκαιος αλλά από αναγκασμό, πιστεύοντας ότι προσωπικά γι' αυτόν το δίκιο δεν αποτελεί κάτι καλό, αφού όπου καθένας νομίζει ότι έχει τη δύναμη να αδικήσει, θα αδικήσει. Γιατί κάθε άνθρωπος πιστεύει ότι για τον εαυτό του η αδικία είναι πολύ πιο ωφέλιμη από τη δικαιοσύνη,
και σωστά το πιστεύει, όπως θα υποστηρίξει όποιος εκφράζει μια τέτοια άποψη· αφού, αν συνέβαινε να πάρει κάποιος στα χέρια του τέτοια εξουσία χωρίς να δείχνει καμιά διάθεση να κάνει το άδικο ούτε να βάλει χέρι σε ξένα πράγματα, τον άνθρωπο αυτό, όσοι θα τύχαινε να τον προσέξουν, θα τον θεωρούσαν αξιολύπητο ίσαμ' εκεί που δεν πάει άλλο, και πέρα για πέρα ανόητο, ωστόσο δημοσίως θα τον επαινούσαν εξαπατώντας ο ένας τον άλλο από φόβο μήπως αδικηθούν κι οι ίδιοι. Αυτά σχετικά με τούτο το θέμα.»
Περιληπτικά ο μύθος έχει ως εξής:
Ο βοσκός Γύγης από τη Λυδία βρήκε μια μέρα έναν τάφο στον οποίο ο νεκρός φορούσε ένα ωραίο δαχτυλίδι. Χωρίς δεύτερη σκέψη το πήρε και το φόρεσε. Αργότερα όταν συναντήθηκε με τους φίλους του κατάλαβε πως το δαχτυλίδι όταν έστρεφε την πέτρα που είχε πάνω του τον έκανε αόρατο. Χωρίς να χάσει ευκαιρία έγινε ξανά ορατός και απαίτησε να πάει με τους φίλους του στον Βασιλιά για να του εκθέσουν τις υποθέσεις τους. Όταν έφτασε στο παλάτι έγινε πάλι αόρατος, βίασε τη Βασίλισσα και με τη συνέργεια της σκότωσε τον άντρα της και πήρε τη θέση του. Πλέον από τη θέση του Βασιλιά ο Γύγης χρησιμοποιούσε το δαχτυλίδι κατά το δοκούν διαπράττοντας ατιμώρητος (λόγω της θέσης του) κάθε μικρό και μεγάλο αδίκημα.
Το δίδαγμα του μύθου είναι πως καθένας μας όταν βρεθεί να εξουσιάζει τους άλλους εύκολα θα διαφθαρεί και θα επιλέξει για τον εαυτό του ν’ αδικεί τους άλλους από το να είναι δίκαιος ειδικά αν γνωρίζει πως θα μείνει ουσιαστικά ατιμώρητος. Γιατί η Εξουσία (η δυνατότητα να άρχουμε τους άλλους) διαφθείρει και τον πιο δυνατό χαρακτήρα όταν είναι απόλυτη και μακροχρόνια. Είναι τότε που η προσωπική μας επιβίωση ταυτίζεται μ’ αυτή του Κράτους.
Ο Γύγης για να κυβερνήσει έπρεπε να σκοτώσει τον Βασιλιά και να νομιμοποιήσει την εξουσία του μέσω του βιασμού-γάμου (και τελικά της συνέργειας στον φόνο) της Βασίλισσας. Στον μύθο ο Γύγης είναι βοσκός, δηλαδή ένας αμόρφωτος άνθρωπος που άγεται και φέρεται από τις ορμές του όπως και τα ζώα που βόσκει. Η αντιπαραβολή του με τον κατά Πλάτωνα ιδανικό Κυβερνήτη (Βασιλέα-Φιλόσοφο) είναι άνιση και επιτελεί τον (εκ)παιδευτικό σκοπό του συγκεκριμένου «διαλόγου».
Σε κάθε περίπτωση από την άποψης της χρηστής διακυβέρνησης η απόλυτη και μακροχρόνια εξουσία διαφθείρει. Τόσο μάλλον όσο οι όποιες δικλείδες ασφαλείας υπολειτουργούν ή ακόμη χειρότερα έχουν υποταχθεί στην ίδια την Εξουσία καθώς αυτή είναι ο εργοδότης τους. Τελικά, ο Κυβερνήτης μεταβάλλεται σε Δικτάτορα και ταυτίζει το δικό του συμφέρον μ’ αυτό του Κράτους. Την τελευταία φορά που ένα σύστημα εξουσίας ταύτισε τον εαυτό του με το Κράτος είχαμε 7 χρόνια Χούντα.
Στο τέλος η μόνη δύναμη που μπορεί να ανατρέψει την κατάσταση είναι ο Λαός, στου οποίου τον πατριωτισμό το Σύνταγμα του 1952 αφιερώνει την τήρηση του (άρθρο 114). Στην αναθεώρηση του 1975 ο Συνταγματικός Νομοθέτης δίνει στον Λαό το δικαίωμα αλλά και τον υποχρεώνει ν’ αντιστέκεται με κάθε μέσο εναντίον οποιουδήποτε επιχειρεί να το καταλύσει με τη βία (άρθρο 120 παρ. 4).
Ωστόσο, ο Λαός πνιγμένος μέσα στο άγχος του καθημερινού του βίου σπάνια αντιδρά. Ή μάλλον δεν αντιδρά καθόλου μέχρι να υπάρξει μια υπόθεση όπως αυτή των Τεμπών που δεν θα τους αφήνει να κοιμηθούν λιγότερο ή περισσότερο ήσυχα τα βράδια. Ακόμη χειρότερα ένα μέρος του Λαού είναι βολεμένο με την εκάστοτε Εξουσία και γι’ αυτό όχι μόνο δεν αντιδρά αλλά και καθίσταται απολογητής της.
Από την άλλη ο ορισμός της «βίας» αναλόγως του ποιος τον χρησιμοποιεί είναι ιδιαίτερα ελαστικός. Ο «κλασικός-στενός» ορισμός αφορά την κατάληψη της Εξουσίας με τα όπλα (πραξικόπημα). Ωστόσο, η εξαθλίωση (ειδικά όταν είναι σκόπιμη) του Λαού που τον κάνει να ενδιαφέρεται μόνο για την επιβίωση του και δευτερευόντως για την ποιότητα της ζωής του αποτελεί μια μορφή βίας, τόσο αισχρής όσο τον αναγκάζει να συνδιαλλαγεί με την Εξουσία για να βελτιώσει τη ζωή του.
Ωστόσο, η σκόπιμη εξαθλίωση έχει κι αυτή τα όρια της τα οποία κανείς δεν μπορεί να ξεπεράσει ατιμώρητα. Μεθυσμένοι από τη γλύκα της απόλυτης Εξουσίας οι κυβερνώντες το ξεχνούν και συνεχίζουν να κάνουν ότι και όπως μπορούν για να κρατηθούν στη θέση τους. Δυστυχώς, η Νέμεσις αργεί να έρθει να τους τιμωρήσει γιατί η τιμωρία της έχει καθαρά εκπαιδευτικό χαρακτήρα. Δυστυχώς για τον Λαό η Νέμεσις τους δίνει αρκετό χρόνο για ν’ αντιληφθούν και να διορθώσουν τα λάθη τους (κάτι που δεν γίνεται ποτέ) οπότε αυτοί συνεχίζουν τα εγκλήματα τους.
Από μια άποψη η Νέμεσις είναι ο «φυσικός δικαστής» όλων μας μιας και είναι θεότητα. Τι γίνεται, όμως, με τον «φυσικό δικαστή» μας πάνω στη Γη; Για τους «κοινούς θνητούς» είναι οι δικαστές που διορίζει και πληρώνει το Κράτος. Όμως, για τους εν ενεργεία πολιτικούς είναι αρχικά η ίδια η Βουλή και τελικά το Ειδικό Δικαστήριο. Πρακτικά, όπως είναι δομημένο το σύστημα η παραγραφή σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα είναι δεδομένη και η ατιμωρησία εγγυημένη. Η «πολιτική ευθύνη» είναι το υποκατάστατο Δικαιοσύνης με το οποίο ο Λαός θα πρέπει να μείνει ικανοποιημένος. Το χειρότερο της φαρσοκωμωδίας που παίζεται αυτή την περίοδο με το έγκλημα (από οποιαδήποτε άποψη και να το εξετάσει κανείς) των Τεμπών είναι η κοροϊδία.
Η Κυβέρνηση σεμνύνεται πως κατάργησε την συνταγματική πρόβλεψη για την περίοδο παραγραφής (2 σύνοδοι, δηλαδή 2 χρόνια). Ωστόσο, μετά την κατάργηση δεν έχει φέρει τον αντίστοιχο εφαρμοστικό νόμο αφήνοντας ένα «νομικό κενό», η ερμηνεία του οποίου χωρά οποιαδήποτε από τις δύο ερμηνείες βολεύει κατά περίπτωση. Σίγουρα, θα βρεθούν νομικοί να υποστηρίξουν πως από τη στιγμή που δεν έχει ψηφιστεί ο εφαρμοστικός νόμος είναι σαν να παραμένει σε ισχύ η κατηργημένη διάταξη. Στον αντίποδα θα υποστηριχτεί πως αφού η διάταξη καταργήθηκε η μη ψήφιση του εφαρμοστικού νόμου δεν αίρει την κατάργηση αυτή. Μύλος δηλαδή…
Σε μια κανονική χώρα η πιο απλή λύση θα ήταν και η προτιμότερη: άρση της ασυλίας των εμπλεκομένων και αποστολή τους στον «φυσικό δικαστή» τους όπως όλοι οι πολίτες. Το ζήτημα είναι πως οικειοθελώς κανείς τους δεν θέλει ν’ αποποιηθεί της ιδιαίτερης μεταχείρισης που έχουν μέχρι σήμερα, οπότε και η κοροϊδία σε βάρος του Λαού συνεχίζεται κανονικά.
Δυστυχώς, όπως ο Γύγης πήρε το μαγικό δαχτυλίδι από έναν νεκρό έτσι και στην περίπτωση των εκάστοτε κυβερνώντων δεν υπάρχει τρόπος να τους το πάρουμε όχι τουλάχιστον χωρίς να κόψουμε το δάχτυλο στο οποίο είναι φορεμένο. Ακόμη και τότε αυτός που θα το φορέσει είναι απολύτως σίγουρο πως θα κάνει τις ίδιες αδικίες, ειδικά αν κυβερνήσει για χρόνια και χωρίς ουσιαστικό έλεγχο.
22 Μάρτη 2025
«πουθενάς 1».






















































































