Αυτές τις παραμέτρους θα παρουσιάσω σήμερα έτσι ώστε να είσαστε υποψιασμένοι τώρα που είναι στην επικαιρότητα η αντίστοιχη συζήτηση εξαιτίας και των προγραμματικών της νέας (ίδιας με την προηγούμενη) κυβέρνησης. Το κίνητρο πίσω από κάθε οικονομική πράξη μικρή και μεγάλη είναι η επίτευξη του κέρδους. Το κέρδος μπορεί να είναι άμεσο ή έμμεσο, να εισπράττεται επιτόπου ή στο μέλλον. Όσο μεγαλύτερο είναι το χρονικό διάστημα μετά την διάπραξη της οικονομικής πράξης και μέχρι την είσπραξη του κέρδους τόσο μεγαλύτερο πρέπει να είναι και το κέρδος. Το κέρδος όμως είναι συνισταμένη τόσο του όγκου πωλήσεων όσο και του κόστους τους. Το δε κόστος προσδιορίζεται από τα έξοδα παραγωγής και διάθεσης στα οποία περιλαμβάνονται και οι αναλογούντες φόροι.
Βλέπουμε για άλλη μια φορά ότι το Κράτος μέσω των αποφάσεων του είναι ένας από τους κύριους ρυθμιστικούς παράγοντες της οικονομικής δραστηριότητας. Ρυθμίζοντας το ύψος της φορολόγησης (άμεσης και έμμεσης) επηρεάζει το ύψος της κερδοφορίας και άρα και τα Κρατικά Έσοδα. Ο επιχειρηματίας έχει ανάγκη να γνωρίζει προκαταβολικά τα φορολογικό και νομικό πλαίσιο ενώ πάντα επιζητεί να μοιραστεί μέρος του κόστους με το Κράτος είτε μέσω φορολογικών κινήτρων είτε μέσω επιδοτήσεων. Κοντολογίς ο επενδυτής (με ή χωρίς εισαγωγικά) δεν πρέπει να βγεί χαμένος για κανένα λόγο.
Η Ιστορία (και μάλιστα η Ελληνική) είναι γεμάτη από παραδείγματα επενδυτών οι οποίοι ακόμη και όταν οι δουλειές τους δεν πήγαν όπως αυτοί περίμεναν δεν βγήκαν στο τέλος ζημιωμένοι. Επιπρόσθετα πρέπει να έχουμε υπ’ όψη μας ότι όπως αποδεικνύει η Ιστορία όλες οι μεγάλες επενδύσεις διαμόρφωσαν ανάλογα με τις ανάγκες τους τόσο το πολιτικό όσο και το οικονομικό πλαίσιο, απολαμβάνοντας έτσι ιδιαίτερη προσοχή από τους εκάστοτε κυβερνώντες. Ήταν δηλαδή «Κράτος εν Κράτει». Για να μείνουμε μόνο στα δικά μας θ’ αναφέρω τις πιο μεγάλες επενδύσεις μια από τις οποίες συνεχίζεται ως τις μέρες μας.
«Επενδυτική λογική» (τέσσερα παραδείγματα):
Ν.1 Τα «Ομόλογα του Αγώνα».
Ο πρώτος τύπος επένδυσης στην οποία ο επενδυτής δεν διακινδύνευε τίποτα ήταν τα αποκαλούμενα «Ομόλογα του Αγώνα». Με την ονομασία αυτή έμειναν στην Ελληνική Ιστορία τα Ομόλογα που πωλούνταν στους «φιλέλληνες» οι οποίοι με τον τρόπο αυτό δάνειζαν το επαναστατημένο Έθνος. Αν και τα Ομόλογα αυτά θα αποπληρώνονταν μετά το (αίσιο) τέλος της Επανάστασης, διαπραγματεύονταν ωστόσο στα χρηματιστήρια της εποχής. Όπως είναι φυσικό με κάθε στρατιωτική επιτυχία η τιμή τους αυξάνονταν, ενώ μετά από κάθε ήττα έπεφτε. Η λογική πίσω από την αυξομείωση της τιμής τους ήταν πολύ απλή. Κάθε νίκη έφερνε την τελική επικράτηση κοντύτερα αυξάνοντας και την πιθανότητα αποπληρωμής τους, ενώ κάθε ήττα προεξοφλούσε την καταστροφή και άρα την απώλεια των κεφαλαίων των «φιλελλήνων».
Δεδομένης της ανάγκης για ευνοϊκή αντιμετώπιση από την Ευρωπαϊκή κοινή γνώμη που είχε το επαναστατημένο Έθνος, η αντίδραση των αντιπροσωπειών του στις χώρες του εξωτερικού (που μάζευαν δωρεές για την χρηματοδότηση του Αγώνα) ήταν να καλύπτουν τις απώλειες των «φιλελλήνων» με χρήματα που είχαν συγκεντρώσει για άλλο σκοπό. Έτσι τον κίνδυνο (ρίσκο) της επένδυσης δεν τον αναλάμβανε ο επενδυτής (δανειστής) αλλά αυτός για τον οποίο προορίζονταν τα λεφτά (δανειζόμενος).
Αυτό ήταν το πρώτο οικονομικού τύπου μάθημα που πήρε το επαναστατημένο και κατόπιν απελευθερωμένο Ελληνικό Έθνος. Δεν ήταν όμως -όπως θα δούμε- και το τελευταίο.
Ν.2 & 3. Το σιδηροδρομικό δίκτυο και οι «σκωρίες» του Λαυρίου.
Σύμφωνα με την περιληπτική ιστορία που μαθαίνουν τα παιδιά μας στο σχολείο (όταν την διδάσκονται) το σιδηροδρομικό δίκτυο που κατασκευάσηκε επί Χ. Τρικούπη χρηματοδοτήθηκε -ως πρός το κόστος κατασκευής- με εξωτερικό δανεισμό. Εκτός όμως από τον εξωτερικό δανεισμό χρηματοδοτήθηκε και από το υστέρημα των Ελλήνων πολιτών στους οποίους διατέθηκαν μετοχές των εταιρειών που θα το εκμεταλλεύονταν. Ελλείψει δε Χρηματιστηρίου εκείνη την περίοδο οι αγοραπωλησίες των μετοχών γίνονταν στο πατάρι του καφενείου «Η Ελλάς» (από τότε η Χώρα μας θεωρούνταν επιπέδου καφενείου).
Η εκμετάλλευση των κατεργασμένων από την αρχαιότητα υπολειμμάτων των μεταλλείων ασημιού του Λαυρίου (αλλά και πλήθος άλλων πετρωμάτων) εξήψε την φαντασία των Αθηναίων την περίοδο 1869-1875 και οδήγησε στην σύσταση μιας αμφιλεγόμενης εταιρείας η οποία δραστηριοποιήθηκε για δεκαετίες στην περιοχή. Η παρουσία της δε στην περιοχή ήταν τόσο καταλυτική ώστε εκείνη την περίοδο το Λαύριο απέκτησε κτηματολόγιο και πολεοδομικό σχέδιο. Πρακτικά όλη η περιοχή ανήκε στην εταιρεία. Η οικονομική κατάσταση στο νέο Ελληνικό Βασίλειο (το οποίο μόλις το 1864 είχε ενσωματώσει τα Επτάνησα και είχε σύνορα από τον Αμβρακικό ως το Παγασητικό κόλπο) ήταν τέτοια που παρά τα προβλήματα υγείας που αποκτούσαν (εξαιτίας της μεθόδου εξόρυξης) όσοι εργάζονταν εκεί χρειαζόταν πολιτικό μέσο για να προσληφθεί κάποιος εκεί.
Η εταιρεία που εκμεταλλευόταν τις «εκβολάδες» όπως έμειναν στην ιστορία οι σωροί του επεξεργασμένου από την αρχαιότητα μεταλλεύματος ήταν Γαλλο-Ιταλική και μέχρι ν’ αρχίσει τη λειτουργία της είχε προκαλέσει πολλές έριδες που έφτασαν μέχρι και στην πρόκληση διπλωματικού επεισοδίου μεταξύ των δύο χωρών. Όπως αναφέρθηκε παραπάνω όλη η περιοχή του Λαυρίου «ανήκε» στην ουσία σ’ αυτή. Είναι χαρακτηριστικό ότι η εταιρεία πλήρωνε τους εργαζόμενους της με μάρκες αντί χρημάτων οι οποίες ήταν ανταλλάξιμες σε επιχειρήσεις της περιοχής οι οποίες ανήκαν στην ίδια. Έτσι διακρατούσε όλα τα λεφτά μέρος των οποίων έδινε όταν έπρεπε να εξοφλήσει κάποιον αποχωρούντα εργαζόμενο. (Περισσότερα για την εταιρεία «Ρού-Σερπιέρι» βλέπε εδώ).
Ν.4 «ΠΕΣΙΝΕ/ΑΛΟΥΜΙΝΙΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ».
Η επένδυση του Γαλλικού ομίλου «PECΗINEY» στην Ελλάδα ξεκινά με την δημιουργία της «Αλουμίνιον της Ελλάδος» το 1960. Ο Γαλλικός όμιλος δραστηριοποιείται στην εξόρυξη και επεξεργασία βωξίτη. Στις εγκαταστάσεις του στα Άσπρα Σπίτια Βοιωτίας επεξεργάζεται το μετάλλευμα που εξορύσσει από εκεί κοντά. Οι εγκαταστάσεις αυτές είναι (μαζί με εκείνες του Καναδά) οι πλέον σημαντικές του ομίλου. Για τους μεγαλύτερους η «ΠΕΣΙΝΕ» είναι συνώνυμη της πλέον προνομιακής μεταχείρισης που θα μπορούσε να τύχει ιδιώτης. Μέρος της συμφωνίας που είχε υπογράψει με την Κυβέρνηση του Κων/νου Καραμανλή ήταν η πάμφθηνη τροφοδοσία της με ρεύμα από την Δ.Ε.Η. Η σημασία της δραστηριότητας της εταιρείας για την Εθνική Οικονομία τόσο ως προς τον όγκο των εξαγωγών όσο και ως ποσοστό του Α.Ε.Π. είναι αναλογικά ιδιαιτέρως μεγάλη, κάτι που εξηγεί και την προνομιακή της μεταχείριση. Επιπλέον πρόκειται για μια βιομηχανία από τις λίγες που κατάφεραν να σταθούν στον τόπο αυτό. Η λειτουργία της συνεχίζεται και σήμερα μετά την μεταβίβαση της στον όμιλο Μυτιληναίου. (Περισσότερα για την εταιρεία βλέπε εδώ).
Διδάγματα από τις παραπάνω περιπτώσεις.
Κοινή συνισταμένη όλων των παραπάνω περιπτώσεων είναι ο τρόπος με τον οποίο το Κράτος αντιμετώπισε σε κάθε περίπτωση τους «επενδυτές». Στην περίπτωση των «Ομολόγων του Αγώνα» οι εκπρόσωποι στο εξωτερικό του επαναστατημένου Έθνους έβαζαν σε πρώτη προτεραιότητα την διαφύλαξη των καλών σχέσεων με τους «φιλέλληνες» από την οικονομική ενίσχυση της Επανάστασης. Έτσι κάλυπταν τις απώλειες που υφίσταντο όταν μετά από τις στρατιωτικές αποτυχίες έπεφτε η τιμή τους. Από την άλλη οι «φιλέλληνες» δεν είχαν πρόβλημα να εκβιάζουν με την στάση τους άπαξ και διέγνωσαν αυτή την «αδυναμία» των ερανικών επιτροπών του εξωτερικού.
Όμοια ισχύουν τόσο για την κατασκευή του σιδηροδρομικού δικτύου επί Χ. Τρικούπη (όχι πως η αδύναμη πολιτικά, οικονομικά και στρατιωτικά Ελλάδα θα μπορούσε να κάνει διαφορετικά) όσο και στην περίπτωση των «εκβολάδων» του Λαυρίου. Η δεύτερη περίπτωση είναι πολύ χαρακτηριστικότερη της πρώτης καθώς αποτελεί στην ουσία την πρώτη μεγάλη επένδυση από το εξωτερικό (αν όχι και την μοναδική) της νεώτερης Ελλάδας. Φυσικά στην επένδυση αυτή χρειάστηκαν ως ενδιάμεσοι (μεσίτες) και κάποιοι ιθαγενείς γνωστότερος και σπουδαιότερος των οποίων ήταν ο τραπεζίτης Α. Συγγρός.
Τέλος η πλέον εμβληματική περίπτωση επένδυσης μεταπολεμικά είναι αυτή της «ΠΕΣΙΝΕ». Μπορεί η συμπεριφορά της κυβέρνησης Κων/νου Καραμανλή απέναντι στους Γάλλους να φαίνεται «δουλική» -ιδιαίτερα αν εστιάσουμε στην τιμή πώλησης του ρεύματος στην επιχείρηση- αλλά αν συνυπολογίσουμε το μέγεθος της στον κλάδο εξόρυξης και επεξεργασίας βωξίτη παγκοσμίως (άρα και την σημασία της) δεν είναι ανεξήγητη. Οι 1.100 θέσεις εργασίας στην ίδια την επιχείρηση και οι ακόμα 400 σε συνεργαζόμενες επιχειρήσεις δεν είναι αμελητέες, ειδικά στην επαρχία όπου η κύρια απασχόληση είναι η γεωργία και η κτηνοτροφία.
Θα ήταν λάθος να θεωρήσουμε την «δουλική» αντιμετώπιση από το Κράτος των «επενδυτών» ως εξαίρεση στον κανόνα ή σαν «παθογένεια» μόνο των «μικρών και αδύναμων» κρατών. Αυτού του τύπου η συμπεριφορά συμβαίνει παντού και πάντα και οφείλεται στην θεωρητικά αποδιδόμενη σημασία του ιδιωτικού τομέα στην δημιουργία του πλούτου. Έχουμε επιχειρηματολογήσει σχετικά με το πώς το Κράτος επηρεάζει αποφασιστικά την οικονομική δραστηριότητα (άρα και την δημιουργία του πλούτου). Έχουμε επίσης αναφερθεί στην οικειοθελή παραίτηση των εθνικών κρατών (τον χορό άνοιξαν τα «μεγάλα» και ακολούθησαν και τα υπόλοιπα) από τον κεντρικό (και άρα αποφασιστικό) ρόλο τους στην διαμόρφωση της οικονομικής πολιτικής (συνεπώς και της οικονομικής δραστηριότητας) δίνοντας την πρωτοκαθεδρία στους τραπεζίτες. Έτσι τα ίδια τα κράτη όντας αδύναμα όταν χρειάζεται ν’ αναλάβουν πρωτοβουλίες για την αντιμετώπιση της ανεργίας στρέφονται αναγκαστικά στους τραπεζίτες για την χρηματοδότηση των σχεδίων τους. Η χρηματοδότηση αυτή είναι πολύ επικερδής για τους τραπεζίτες οι οποίοι αναλαμβάνουν την διεκπεραίωση της από την αρχή ως το τέλος έναντι παχυλών προμηθειών. Το καλύτερο είναι ότι τον λογαριασμό τον χρεώνονται τα κράτη, ενώ τα κέρδη τα πιστώνονται οι τραπεζίτες.
Κεντρική ιδέα του παραπάνω τρόπου αναδιανομής (εντός του συστήματος) του πλούτου είναι ότι μόνον οι ιδιώτες-επιχειρηματίες μπορούν να δημιουργήσουν απασχόληση και να παράξουν πλούτο ο οποίος θα γεμίσει με φόρους το Δημόσιο Ταμείο. Μετά από τα παραπάνω δεν είναι περίεργη η στάση όλων των κυβερνήσεων έναντι των μεγάλων ιδιωτών-επιχειρηματιών. Συνοψίζοντας μ’ ένα επίγραμμα καταλήγουμε στο εξής:
«Ο ιδιώτης μεγαλοεπιχειρηματίας δεν πρέπει να έχει ποτέ ζημιές. Για τον λόγο αυτόν το Κράτος του παρέχει κάθε είδους διευκολύνσεις: ελαστική εφαρμογή της νομοθεσίας, φορολογικές ελαφρύνσεις, επιδοτήσεις. Μόνον έτσι ο ιδιώτης μεγαλοεπιχειρηματίας θα συνεχίσει να παρέχει στην κοινωνία τις υπηρεσίες του.».
Μέχρι εδώ περιγράψαμε την «επενδυτική λογική» η οποία παραμένει ουσιαστικά απαράλλαχτη στο πέρασμα των αιώνων. Για την καλύτερη κατανόηση του ζητήματος θα αναφέρω το παρακάτω παράδειγμα:
Την περίοδο που η Βρετανική Αυτοκρατορία μεσουρανούσε (η οποία ήταν τόσο μεγάλη με αποτέλεσμα ο ήλιος στην επικράτεια της να μην δύει ποτέ) δίνονταν φορολογικά κίνητρα για επενδύσεις στις αποικίες. Αποτέλεσμα αυτής της τακτικής ήταν σωρεία κεφαλαίων να κατευθυνθούν στην Ινδία και στις Η.Π.Α. (πριν την Ανεξαρτησία τους) όπου και αναπτύχθηκε αξιολογότατη υφαντουργική βιομηχανία της οποίας τα φθηνότερα προϊόντα (εξαιτίας του πιο σύγχρονου εξοπλισμού) ανταγωνίζονταν αυτά της Μητρόπολης (κυρίως Αγγλίας). Έτσι σιγά-σιγά η υφαντουργική βιομηχανία της Μητρόπολης απαξιώθηκε και έχασε την θέση της. Αν αυτό σας θυμίζει την ιστορία με τις επιδοτήσεις Ελληνικών επιχειρήσεων για επενδύσεις σε βαλκανικές χώρες (οι οποίες στην πορεία μετέφεραν το σύνολο των δραστηριοτήτων τους εκεί) έχετε απόλυτο δίκιο. Είναι ακριβώς το ίδιο πράγμα.
Οι κυβερνητικές επιδιώξεις.
Έχοντας αναφερθεί στην «επενδυτική λογική» σειρά έχει η αναφορά στις κυβερνητικές επιδιώξεις. Το καλό μ’ αυτές είναι ότι δεν αλλάζουν όσα χρόνια κι αν περάσουν. Οι ανάγκες μιας κυβέρνησης και του συντονιστή της (πρωθυπουργού ή Προέδρου) είναι οι ίδιες. Πρέπει και οι δύο να κρατάνε ευχαριστημένο το «αφεντικό» τους. Παλαιότερα (επί Απόλυτης Μοναρχίας) «αφεντικό» ήταν ο κληρονομικώ δικαίω Μονάρχης. Σήμερα στις Αστικές Δημοκρατίες «αφεντικό» είναι ο «κυρίαρχος λαός» (βλέπε ψηφοφόρος). Επιπρόσθετα αν στο παρελθόν έπρεπε να είναι μόνο ο Μονάρχης (και ο κύκλος του) ικανοποιημένος, τώρα πρέπει να ικανοποιούνται απείρως περισσότεροι πολλοί εξ’ αυτών έχουν αντιτιθέμενα μεταξύ τους συμφέροντα. Το χειρότερο όλων είναι ότι η διάθεση του «κυρίαρχου λαού» (ψηφοφόρων) είναι ευμετάβλητη και ασταθής και γι’ αυτό δεν μπορεί να υπολογίζει κανείς για πολύ σ’ αυτήν. Έτσι ο πολιτικός πρέπει για να έχει δουλειά την επόμενη τετραετία να κολακεύει συνεχώς (αλλά και ν’ απειλεί καμιά φορά) το «εκλογικό σώμα».
Συνεπώς οι «κυβερνητικές επιδιώξεις» ταυτίζονται με το δικό του συμφέρον. Απαριθμώντας τες πρόχειρα έχουμε:
- Αύξηση φορολογικών εσόδων και ακόλουθη μείωση (έστω και μικρή) της φορολογίας.
- Παροχή επιδομάτων και άσκηση γενναίας (όσο γίνεται) «κοινωνικής πολιτικής» (έστω και στα λόγια).
- Αύξηση της απασχόλησης.
- Συνεχής αύξηση των εισοδημάτων.
- Μείωση του κόστους διαβίωσης (όσο είναι δυνατό χωρίς να έρθει σε ρήξη με τους ιδιώτες μεγαλοεπιχειρηματίες).
- Απονομή (σχετικά) μεγάλων συντάξεων.
Από την άποψη αυτή και δεδομένης της δύναμης που παραδοσιακά είχαν οι κυβερνήσεις (μέχρι και την δεκαετία του ’60) είναι απορίας άξιο πως επικράτησε η πεποίθηση ότι η οικονομική μεγέθυνση («ανάπτυξη» λένε οι πολιτικοί) είναι έργο μόνο του ιδιωτικού τομέα.
Η διαχρονική σημασία των «Ειδικών Οικονομικών Ζωνών».
Κάποιοι λανθασμένα θεωρούν ότι οι Ειδικές Οικονομικές Ζώνες (Ε.Ο.Ζ.) όπως και οι «Ζώνες Ελευθέρων Συναλλαγών» (Ζ.Ε.Σ.) είναι ταυτόσημες έννοιες. Στην πραγματικότητα είναι αρκετά διαφορετικές αλλά εξυπηρετούν την ίδια σκοπιμότητα που είναι η αύξηση του όγκου των συναλλαγών εντός των ορίων τους.
Η Ε.Ο.Ζ. είναι μια περιοχή στην οποία ισχύουν «ειδικοί» κανόνες κυρίως φορολογικοί. Οι επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην Ε.Ο.Ζ. απολαμβάνουν εκτός της χαμηλότερης φορολόγησης και άλλων κινήτρων όπως π.χ. επιχορηγήσεις, διαφορετικούς εργασιακούς κανόνες. Οι Ε.Ο.Ζ. δημιουργούνται προκειμένου ένα κράτος ν’ αυξήσει τις εξαγωγές του αποφέροντας σ’ αυτό συνάλλαγμα. Δεδομένου ότι για τις επιχειρήσεις που είναι εγκατεστημένες σ’ αυτή δεν ισχύουν οι ίδιοι κανόνες όπως για τις επιχειρήσεις στην υπόλοιπη χώρα, είναι ευνόητο ότι αυτές πλεονεκτούν έναντι των υπολοίπων.
Η Ζ.Ε.Σ. είναι μια ζώνη την οποία έχουν από κοινού δημιουργήσει όμορα (γειτονικά) κράτη και στην οποία οι συναλλαγές γίνονται «ελεύθερα» (χωρίς την επιβολή δασμών) και πάντως όχι με τους ίδιους όρους με τους οποίους τα κράτη της Ζ.Ε.Σ. συναλλάσσονται με αυτά που δεν ανήκουν σ’ αυτή.
Υπάρχει η λανθασμένη άποψη ότι η Ε.Ο.Ζ. είναι ένας χώρος στυγνής εκμετάλλευσης και ότι δημιουργούνται μόνο σε υπανάπτυκτα κράτη. Σύμφωνα με την επικρατούσα άποψη μια Ε.Ο.Ζ. αντιστοιχεί σε έκταση από ένα λιμάνι (για να διευκολύνονται οι εξαγωγές) ή μια πόλη μέχρι μια επαρχία (περιοχή). Αυτό μεν είναι αληθές μιας και η λογική της δημιουργίας μιας Ε.Ο.Ζ. είναι να ισχύουν διαφορετικοί κανόνες μόνο σε μια περιορισμένη (συγκεκριμένη) περιοχή και όχι σε μεγάλο μέρος της χώρας. Με τον τρόπο αυτό η οικονομική δραστηριότητα στην υπόλοιπη χώρα μένει (σε μεγάλο βαθμό) ανεπηρέαστη απ’ όσα συμβαίνουν εντός της Ε.Ο.Ζ.
Ωστόσο αν κοιτάξουμε με προσοχή υπάρχουν παραδείγματα Ε.Ο.Ζ. ακόμη και σε οικονομικά «ανεπτυγμένα» κράτη (τα οποία για τον λόγο αυτόν είναι «ανεπτυγμένα»). Κρατίδια στην Ευρώπη προσφέρουν χαμηλή φορολογία («φορολογικοί παράδεισοι») λειτουργώντας στην πράξη ως Ε.Ο.Ζ. Πολιτείες στις Η.Π.Α. (π.χ. Ντελάγουερ) προσφέρουν ευνοϊκούς όρους για όσους εμπιστευθούν τα χρήματα τους σ’ αυτές. Ακόμη και το Σίτυ του Λονδίνου (η καρδιά της Βρετανικής χρηματαγοράς) είναι στην ουσία μια Ε.Ο.Ζ.
Η ιστορία των Ε.Ο.Ζ. έχει τις ρίζες της -όπως άλλωστε και η οικονομική δραστηριότητα- στην Αρχαιότητα, ενώ κατά την διάρκεια του Μεσαίωνα θα μπορούσαμε να πούμε ότι το φαινόμενο γενικεύεται. Έτσι οι Ρωμαίοι καθιστούν το ιερό νησί του Απόλλωνα, την Δήλο, μια Ε.Ο.Ζ. παρέχοντας το προνόμιο σ’ όσους δραστηριοποιούνται εκεί να μην πληρώνουν φόρους. Αντίστοιχα την περίοδο της Τουρκοκρατίας χωριά (ή ομάδες χωριών) εκχωρούνταν σε μέλη της Σουλτανικής Οικογένειας και ως αποτέλεσμα απαλλάσσονταν από την φορολογία (δίνοντας άλλου είδους ανταλλάγματα). Γνωρίζουμε επίσης για τα ειδικά φορολογικά και εμπορικά προνόμια που απολάμβαναν κατά καιρούς πολίτες συγκεκριμένων πόλεων π.χ. Γενουάτες (Γενοβέζοι) στην Κωνσταντινούπολη (και τα οποία δεν μπορούσαν να καταργηθούν χωρίς σοβαρές επιπτώσεις).
Προφανώς όσοι απολάμβαναν αυτά τα προνόμια έβγαζαν πάρα πολλά χρήματα. Στην περίπτωση μάλιστα των Γενουατών (και όχι μόνο) τα χρήματα δανείζονταν με τόκο σ’ αυτούς που παρείχαν τα προνόμια. Με τον τρόπο αυτό οι ευνοούμενοι «έβαζαν στο χέρι» όλο και περισσότερο τους κυβερνώντες αποκτώντας συνεχώς μεγαλύτερη ισχύ. Το ζήτημα, λοιπόν, είναι αν και πως ξοδευόταν ο πλούτος που αποκτούνταν μ’ αυτό τον τρόπο.
Στο σημείο αυτό κρίσιμο ρόλο παίζει ο «κοινωνικός έλεγχος» που έμμεσα ασκούσε η υπόλοιπη κοινωνία σ’ αυτούς που είχαν πλουτίσει. Ο κοινωνικός περίγυρος δεν αποδεχόταν όσους δεν μοιράζονταν με την υπόλοιπη κοινωνία τον πλούτο τους. Στο πλαίσιο αυτό πρέπει να ενταχθούν οι μεγάλες (αλλά και μικρότερες) «αγαθοεργίες» των «Εθνικών Ευεργετών» μας. Στην μεγάλη πλειοψηφία των περιπτώσεων οι τέτοιου τύπου «ευεργεσίες» παρήξαν καλύτερα και διαρκέστερα αποτελέσματα απ’ όσα θα παρήγαγε η αναδιανομή μέσω της φορολόγησης και των κοινωνικών παροχών. Με την εξαίρεση των «ευεργεσιών» και των «δωρεών» σε ναούς, η μεγάλη πλειοψηφία των χρημάτων που διατέθηκαν χρηματοδότησε εκπαιδευτικά ιδρύματα τα οποία ανέδειξαν πλήθος αποφοίτων πολύ καλύτερα καταρτισμένων από τους αντίστοιχους των δημόσιων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων.
Συμπέρασμα;
Μέχρι εδώ περιγράφηκε τόσο η «επενδυτική λογική» όσο και οι κυβερνητικές προσδοκίες/επιδιώξεις, ενώ τέλος έγινε λόγος και για την διαχρονικότητα των Ε.Ο.Ζ. και των Ζ.Ε.Σ. Ωστόσο και παρά τα όσα αναφέρθηκαν δημιουργείται το ερώτημα αν είναι δυνατή η οριστική εξαγωγή συμπεράσματος για τις «επενδύσεις», τους «επενδυτές» και τα προνόμια/κίνητρα που απολαμβάνουν. Δυστυχώς όπως και σ’ όλα τα κοινωνικά και οικονομικά ζητήματα το συμπέρασμα είναι ανάλογο της πολιτικής τοποθέτησης καθενός μας.
Επίσης είναι αδύνατο να προσδιοριστούν προκαταβολικά είτε οι ζημιές από την ίδρυση και λειτουργία μιας Ε.Ο.Ζ., είτε τα κέρδη από την διάθεση του πλούτου που παράγεται σ’ αυτή. Το μόνο σίγουρο είναι ότι στην σημερινή συγκυρία που όλα έχουν μηδενίσει (και άρα ξεκινάμε σχεδόν από το «μηδέν») δεν έχουμε την πολυτέλεια (κάποιοι λένε το «δικαίωμα») να επιλέγουμε δουλειές (αφήνοντας τις «βαριές» στους «μαύρους» και τους «μετανάστες»). Όλη η συζήτηση που κατά καιρούς γίνεται σχετικά με το «συγκριτικό πλεονέκτημα» της Χώρας μας σε συγκεκριμένους τομείς (τελευταία γίνεται λόγος για τον τομέα της πληροφορικής) βασίζεται και σε ειδικά κίνητρα που θα πρέπει να δοθούν. Συνεπώς δεν μιλάμε για κάτι ουσιωδώς διαφορετικό από μια Ε.Ο.Ζ.
Θεωρώ ότι θα πρέπει να λειτουργήσει έστω και δοκιμαστικά τουλάχιστον μια ή και δύο Ε.Ο.Ζ. στις περιφέρειες με τους χαμηλότερους δείκτες εισοδήματος και απασχόλησης. Το καλύτερο βέβαια θα ήταν να ίσχυαν στην πράξη αυτά που σε προεκλογικό άρθρο του στην «Ημερησία του Σαββάτου» υποστήριζε ο Α. Τσίπρας. Στο άρθρο του εκείνο υποστήριζε ότι η ανάπτυξη πρέπει να επιτευχθεί χωρίς «εσωτερική υποτίμηση» μέσω της εκμετάλλευσης της καινοτομίας και όλων των υπολοίπων παραμέτρων που αρέσκονται να χρησιμοποιούν στους λόγους τους και στα κείμενα τους οι πολιτικοί. Όσο όμως και αν ακούγονται ωραία είναι τουλάχιστον αφελές να νομίζουμε πως όλα αυτά γίνονται από την μια μέρα στην άλλη. Ειδικά όταν μιλάμε για εκπαίδευση/κατάρτιση και καινοτομία, τομείς οι οποίοι απαιτούν πολύχρονη, εντατική και συνεπή καλλιέργεια πριν αποδώσουν καρπούς και πάντως πρέπει να συνοδεύονται και με την αλλαγή νοοτροπίας.
Γι’ αυτό καλό θα ήταν να ξεκινήσουμε με μια Ε.Ο.Ζ, σε λειτουργία και μετά βλέπουμε αν αξίζει ή όχι.
9 Οκτώβρη 2015
παρατηρητής 1.






















































































