Font Size

SCREEN

Cpanel
Νέα σε τίτλους:

ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ – ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ. ΠΩΣ Ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. ΚΑΤΑΦΕΡΕ ΝΑ ΦΕΡΕΙ ΤΗΝ ΧΩΡΑ ΠΙΟ ΚΟΝΤΑ ΑΠΟ ΠΟΤΕ ΣΤΗΝ ΧΡΕΟΚΟΠΙΑ.

Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ – ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ. ΠΩΣ Ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. ΚΑΤΑΦΕΡΕ ΝΑ ΦΕΡΕΙ ΤΗΝ ΧΩΡΑ ΠΙΟ ΚΟΝΤΑ ΑΠΟ ΠΟΤΕ ΣΤΗΝ ΧΡΕΟΚΟΠΙΑ.

Η εναλλαγή των εποχών, της μέρας με τη νύχτα, οι φάσεις της Σελήνης αποδεικνύουν ότι όλα γύρω μας λειτουργούν με κύκλους. Αυτό, φυσικά, ισχύει και για την Οικονομία. Ο πρώτος οικονομολόγος που διέκρινε τρείς διαφορετικούς τύπους οικονομικών κύκλων ήταν ο Ρώσος Νικολάι Κοντραντίεφ, ο οποίος εξαιτίας του έργου του έδωσε τ’ όνομα του στο «κύμα Κοντραντίεφ» (έναν οικονομικό κύκλο με τέσσερις διακριτές φάσεις κατ’ αντιστοιχία των τεσσάρων εποχών). Ωστόσο, η θεώρηση των «κύκλων» είτε στην φύση είτε στην Οικονομία έρχεται σε ευθεία αντίθεση με (την λανθασμένη όπως αποδεικνύεται) πίστη περί γραμμικής εξέλιξης, η οποία φαίνεται να υποδεικνύει και να θεμελιώνει την απατηλή έννοια της «προόδου» (κυρίως με την υλική της υπόσταση, γιατί περί «ηθικής προόδου» δεν μπορεί στα σοβαρά να γίνει λόγος).

Έτσι εξηγείται η εκδήλωση οικονομικών κρίσεων οι οποίες είναι η φυσική οικονομική κατάληξη των αυξητικών/μεγεθυντικών φάσεων των οικονομικών κύκλων. Αφήνοντας στην άκρη οποιαδήποτε περαιτέρω συζήτηση για τις αιτίες που προκαλούν την κάθε φάση έχει νόημα να σημειώσουμε πως μετά την εκδήλωση της Κρίσης και προκειμένου να μην διολισθήσει η οικονομική δραστηριότητα (Οικονομία) σε Ύφεση (που θα κάνει δυσκολότερη την οικονομική ανάκαμψη) απαιτείται δέσμη μέτρων τόσο ως προς την πληρωμή των υφισταμένων ιδιωτικών χρεών όσο και επαρκής και φθηνή χρηματοδότηση (όπου με το «φθηνή» νοείται χρηματοδότηση με σχεδόν μηδενικά επιτόκια ή με μεγάλες χρονικές κυρίως ευκολίες αποπληρωμής).

Προκειμένου να αποδείξουμε τον ισχυρισμό που διατυπώσαμε στον τίτλο (ότι, δηλαδή, η σημερινή Κυβέρνηση έχει φέρει τη Χώρα πιο κοντά από ποτέ στην χρεοκοπία) θα θεωρήσουμε την Ελλάδα ως μια ιδιωτική επιχείρηση, η οποία μέσω της δραστηριότητας της (ασχέτως Τομέα Δραστηριότητας) οφείλει μόνο με τις δικές της δυνάμεις ν’ αποπληρώσει το χρέος της. Το μόνο που χρειάζεται να δείξουμε είναι κάτω από ποιες συγκεκριμένες και μετρήσιμες προϋποθέσεις μπορεί να επιτευχθεί η ταυτόχρονη έγκαιρη αποπληρωμή των υποχρεώσεων της σε συνδυασμό με την σταθερή καλυτέρευση της οικονομικής της βιωσιμότητας.

Είναι λογικό και στη συγκεκριμένη περίπτωση προφανές πως για να ορθοποδήσει οικονομικά μια επιχείρηση πρέπει η αύξηση των καθαρών της εσόδων να είναι ποσοστιαία μεγαλύτερη από το επιτόκιο δανεισμού της, προκειμένου έτσι να χρειάζεται όλο και μειούμενο δανεισμό για να εξοφλήσει τα χρέη της. Για να το πούμε διαφορετικά πρέπει η αύξηση της κερδοφορίας της (και όχι του Τζίρου) να είναι μεγαλύτερη του επιτοκίου δανεισμού της για την ίδια περίοδο. Σε κάθε άλλη περίπτωση η επιχείρηση χρειάζεται ολοένα και μεγαλύτερο δανεισμό. Δανεισμό, ο οποίος όσο αυξάνει σε ποσό τόσο αυξάνει και σε επιτόκιο (γίνεται, δηλαδή, ακριβότερος).

Είναι σ’ όλους γνωστό πως από τη στιγμή που η Ελλάδα προσέφυγε αρχικά στο Δ.Ν.Τ. (ως μέλος του) και στη συνέχεια «μπήκε σε πρόγραμμα» της Ε.Ε. δανειζόταν και από τους δύο με πολύ χαμηλό επιτόκιο. Με τον τρόπο αυτό οι δανειστές, οι οποίοι φόρτωσαν στο Κρατικό Χρέος και το χρέος των τραπεζών έδωσαν την ευκαιρία στην Χώρα «φθηνής» χρηματοδότησης▪ προκειμένου έτσι να επιταχυνθεί η ανάκαμψη της οικονομικής δραστηριότητας. Ακόμη και οι πρώην κατήγοροι του Δ.Ν.Τ. και όψιμοι υπερασπιστές του (η σημερινή Κυβερνηση, δηλαδή) δεν μπορούν ν’ αρνηθούν ότι το «πρόγραμμα» λειτούργησε από χρηματοδοτικής άποψης προστατευτικά σε σχέση με τον δανεισμό από τις «αγορές».

Την ίδια περίοδο οι δανειστές είχαν εγκρίνει ένα κονδύλι αποκλειστικά για την χρηματοδότηση των τραπεζών. Για πολιτικούς και όχι οικονομικούς λόγους (ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. ήθελε να δείξει ότι η κατάσταση ήταν καλύτερη απ’ ότι πράγματι ήταν προκειμένου να δείξει πόσο πετυχημένη ήταν η διακυβέρνηση του) το κονδύλι που έμεινε γνωστό ως «αναχρηματοδότηση των τραπεζών» δεν χρησιμοποιήθηκε στο σύνολο του. Ο μόνος λόγος που οι τράπεζες δεν έχουν καταρρεύσει κάτω από την πίεση της απόσυρσης των χρημάτων απ’ αυτές είναι η επιβολή των «κεφαλαιακών περιορισμών» (capital controls), τα οποία αναγκαστικά επιβλήθηκαν μετά την καταστροφική «διαπραγμάτευση Τσίπρα – Βαρουφάκη». Από την άποψη αυτή η επιβολή τους δεν ήταν «ατύχημα», αλλά «επιλογή» (δηλαδή, σκόπιμη). Επιπλέον, η Ελλάδα ήταν η μοναδική Χώρα η οποία όπως ήρθαν τα πράγματα δεν συμμετείχε στο πρόγραμμα αγοράς των χρεογράφων της από την Ε.Κ.Τ. με τις αντίστοιχες οικονομικές γι’ αυτή συνέπειες.

Αυτά, όμως, ανήκουν στο παρελθόν. Σήμερα, μετά την «καθαρή έξοδο από το πρόγραμμα» η Ελλάδα αργά ή γρήγορα θα κληθεί να δανειστεί με επιτόκια των αγορών και όχι τα ιδιαιτέρως χαμηλά των Δ.Ν.Τ. και Ε.Ε. Αυτό σημαίνει πως οι οικονομικοί της δείκτες θα μπουν στο μικροσκόπιο και αναλόγως θα διαμορφωθούν και τα επιτόκια δανεισμού. Δείκτες όπως η αύξηση του Α.Ε.Π., το χρέος της Κυβέρνησης στους ιδιώτες, η σύνθεση και το ύψος των Κρατικών Δαπανών (όπως οι συντάξεις και τα κοινωνικά επιδόματα) θα κρίνουν τόσο την άμεση όσο και την μελλοντική φορολογική επιβάρυνση όλων μας.

Πρακτικά για να είναι σε θέση ν’ αποπληρώσει τα χρέη της στους δανειστές, η Ελλάδα πρέπει να έχει ρυθμό αύξησης του Α.Ε.Π. της (Τζίρου της) και των Κερδών της (πλεονάσματα όχι «πρωτογενή») ανώτερα των αντίστοιχων επιτοκίων δανεισμού για την ίδια περίοδο. Στην οικονομική πρακτική έχει καθιερωθεί ένα «αξίωμα» σύμφωνα με το οποίο για να είναι «ανατροφοδοτούμενη» η μεγέθυνση του Α.Ε.Π. πρέπει ο ετήσιος ρυθμός αύξησης να είναι πάνω από 2-2,5%. Με τον όρο «ανατροφοδοτούμενη» οι οικονομολόγοι εννοούν μια μεγέθυνση η οποία δεν χρειάζεται εξωτερική (δηλαδή, Κρατική) χρηματοδότηση.

Συνεπώς, είναι απόλυτα λογικό ν’ αναρωτηθούμε αν αυτή τη στιγμή ο ετήσιος ρυθμός μεγέθυνσης της Ελληνικής Οικονομίας έχει φτάσει τον ρυθμό αυτό. Ακόμα, όμως, και αν ο ετήσιος ρυθμός αύξησης του Α.Ε.Π. ήταν στο 2,5% (το όριο της «ανατροφοδοτούμενης ανάπτυξης») το επιτόκιο δανεισμού -τα πρώτα χρόνια τουλάχιστον- θα είναι αρκετά ανώτερο του 3%. Στο σημείο αυτό θα μπορούσε κάποιος ν’ αντιτάξει ότι στην περίπτωση του Α.Ε.Π. μιλάμε για εκατοντάδες δισεκατομμύρια Ευρώ, ενώ στην περίπτωση του δανεισμού μιλάμε για δεκάδες εκατομμύρια.

Φαινομενικά, αυτό ισχύει. Φαινομενικά, γιατί από την «καθαρή έξοδο» και μετά μόνες αρμόδιες να το κρίνουν αυτό είναι οι «αγορές», οι οποίες συχνά-πυκνά θα βάζουν στο κερδοσκοπικό τους μικροσκόπιο την Ελληνική Οικονομία. Για παράδειγμα θα συνυπολογίζουν το ύψος των χρεών του Δημοσίου απέναντι στους ιδιώτες με την εσωτερική πολιτική συγκυρία, αλλά και την οικονομική κατάσταση άλλων οικονομιών της Ευρωζώνης οι οποίες παρότι δεν έχουν απολύτως συγκρίσιμα μεταξύ τους ποιοτικά χαρακτηριστικά είναι από άλλη άποψη (π.χ. ύψος του συνολικού χρέους ως προς το Α.Ε.Π.) στην ίδια θέση. Έτσι η κερδοσκοπική επίθεση που θα δέχεται η μια θα διαταράσσει το κλίμα στις υπόλοιπες.

Όσο τα χρέη του Δημοσίου στους ιδιώτες όχι μόνο δεν μειώνονται αλλά αντίθετα αυξάνουν, όσο η ανάγκη για «πρωτογενές πλεόνασμα» στραγγίζει τους καταναλωτές και τις επιχειρήσεις από ρευστότητα οδηγώντας σε μείωση του ρυθμού μεγέθυνσης του Α.Ε.Π., τόσο η Χώρα θα πλησιάζει στον οικονομικό γκρεμό παρά θ’ απομακρύνεται απ’ αυτόν. Όλα αυτά τα γνωρίζει η Κυβέρνηση των ΣΥ.ΡΙΖ.Α. – ΑΝ.ΕΛ. Γι’ αυτό και είχε προνοήσει για να δημιουργήσει ένα τέτοιο υπέρ-πλεόνασμα προκειμένου να μην έχει πιεστικές ταμειακές ανάγκες. Έτσι προχώρησε σε μια διερεύνηση των προθέσεων των αγορών από την οποία προέκυψε πως οι «επενδυτές» σαν τους καρχαρίες είχαν ήδη οσμιστεί το αίμα και θα της έκαναν «θερμή υποδοχή».

Είναι προφανές πως αυτή η τακτική (των υπέρ-πλεονασμάτων) δεν μπορεί να συνεχιστεί για πολύ. Άλλωστε, το πρακτικό αποτέλεσμα της είναι το ίδιο με τον δανεισμό από τις αγορές, αφού έτσι στερείται ρευστότητα από την «πραγματική Οικονομία» (λες και υπάρχει και «εικονική» ή «φανταστική»). Στο κάτω-κάτω πρόκειται περί μιας ωραιοποίησης της οικονομικής κατάστασης της Ελλάδας, η οποία όμως για όσους έχουν έστω και μικρή γνώση της Λογιστικής δεν μεταβάλει προς το καλύτερο την συνολική εικόνα.

Τους επόμενους μήνες και όσο οι Κρατικές ταμειακές ανάγκες θ’ αυξάνονται παράλληλα με την αποπληρωμή των χρεογράφων που θα λήγουν η «αναχρημαδότηση» του Χρέους θα γίνεται ακριβότερη αυξάνοντας το ποσό που το Κράτος θα πληρώνει για τόκους. Τότε θα μπορεί πλήρως ν’ αποτιμηθεί το κόστος της αποτυχημένης (σκόπιμα;) «διαπραγμάτευσης Τσίπρα – Βαρουφάκη» και οι καταστρεπτικές συνέπειες για την οικονομική δραστηριότητα εξαιτίας των «κεφαλαιακών περιορισμών». Τότε θα μετρηθεί το κόστος από το κλείσιμο επιχειρήσεων εκείνη την περίοδο επειδή δεν μπορούσαν να χρηματοδοτήσουν τις αναγκαίες εισαγωγές εμπορευμάτων για το λιανεμπόριο τους.

Το μόνο που μπορούμε (όχι πολύ βάσιμα είναι η αλήθεια) να ελπίζουμε είναι τότε να μην είναι πολύ αργά. Γιατί αν χρεοκοπήσει ξανά η Ελλάδα θα είναι για τρίτη φορά σε μια δεκαετία και συνυπολογιζομένης της συνολικής φορολογικής αφαίμαξης του πληθυσμού θα μιλάμε για καταστροφή («γενοκτονία» που θα έλεγε και ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. αν ήταν στη Αντιπολίτευση). Για όσους έχουν χάσει το μέτρημα η πρώτη χρεοκοπία ήταν όταν άρχισε το πρώτο πρόγραμμα και η δεύτερη τον Ιούλιο του 2015. Θα πρόκειται για καταστροφή γιατί έχοντας χρεοκοπήσει για τρίτη φορά σε μια δεκαετία θα έχουμε απωλέσει τα οφέλη από την επιλογή μας να παραμείνουμε στο Ευρώ.

Υ.Γ. Ακόμη μια φορά κορυφαίος παράγων της σημερινής Κυβέρνησης (ο Υπουργός Οικονομικών Ευκλείδης Τσακωτός) με τις δηλώσεις του περί παλαιών συνταξιούχων που θα έχουν βγεί από το σύστημα μέχρι το 2030-2040 την οικονομική ηλιθιότητα και αναλγησία των κυβερνώντων. Όχι, ο Υπουργός Οικονομικών βλέπει το ζήτημα των συντάξεων μόνο από την άποψη της δημοσιονομικής δαπάνης και όχι και από την άποψη των δημοσιονομικών εσόδων που αυτές παράγουν. Αυτό από μόνο του αποδεικνύει την ποιότητα των αποφοίτων του «Αριστερού» LONDON SCHOOL OF ECONOMICS (LSE).

Το γεγονός ότι την ίδια ηλίθια και κοντόθωρη οπτική την έχουν και «Δεξιοί» οικονομολόγοι ΔΕΝ μπορεί σε καμία περίπτωση ν’ αποτελεί δικαιολογία. Αφού, λοιπόν, δεν μπορούν οι σημερινοί κυβερνώντες να κρύψουν την χαρά τους (κατά το «Θέλει η πουτάνα να κρυφτεί, αλλά η χαρά δεν την αφήνει»), τουλάχιστον ας επιδείξουν λίγη «αστική ευγένεια» όπως ο Βαγγέλης Μεϊμαράκης και ας μην αναφερθούν ξανά στο ζήτημα αυτό. Ειδικά όταν μιλάνε μπροστά σε κάμερες.

22 Σεπτέμβρη 2018
παρατηρητής 1.

Διαβάστηκε 88 φορές
 
 
   
Βρίσκεστε εδώ: Αρχική Κείμενα Παρατηρητηρίου ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ – ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ. ΠΩΣ Ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. ΚΑΤΑΦΕΡΕ ΝΑ ΦΕΡΕΙ ΤΗΝ ΧΩΡΑ ΠΙΟ ΚΟΝΤΑ ΑΠΟ ΠΟΤΕ ΣΤΗΝ ΧΡΕΟΚΟΠΙΑ.