Font Size

SCREEN

Cpanel
Νέα σε τίτλους:

ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΕΧΕΙ ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΚΑΙ ΠΟΙΕΣ Η ΑΣΚΟΥΜΕΝΗ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΣΕ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ;

Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

 

ΕΧΕΙ ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΚΑΙ ΠΟΙΕΣ Η ΑΣΚΟΥΜΕΝΗ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΣΕ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ;

Η κυβερνητική αλλαγή προκαλεί σε άλλους μεν φόβο και ανησυχία και σε άλλους προσμονή, ενώ υπάρχουν και κάποιοι άλλοι οι οποίοι απλά αδιαφορούν. Ωστόσο όπως και σε κάθε δουλειά ο νέο-προσλαμβανόμενος πρέπει να περάσει από μια σειρά «ενημερώσεων» και «συνεργασιών» προκειμένου πρώτα να κατανοήσει τον τρόπο λειτουργίας και να ενημερωθεί για τα «τρέχοντα θέματα» και μετά ν’ αναλάβει κανονικά τα καθήκοντα του.

Υπάρχουν όμως θέσεις και υπηρεσίες στις οποίες οι αλλαγές δεν είναι μεγάλες ή ορατές. Συνήθως η δουλειά στις υπηρεσίες αυτές συνεχίζεται με τον ίδιο τρόπο ανεξαρτήτως της κυβερνητικής αλλαγής. Η κατ’ εξοχήν τέτοια υπηρεσία είναι το Υπουργείο Οικονομικών.

Το Υπουργείο Οικονομικών με τις υπηρεσίες του έχει ως αποστολή του τον έλεγχο του κρατικού Ταμείου. Χρησιμοποιεί για την εκτέλεση της αποστολής του τον Προϋπολογισμό, ο οποίος περιέχει ανά κατηγορία και ανά κωδικό/λογαριασμό κάθε έσοδο και έξοδο. Προσοχή όμως! Τόσο τα έσοδα όσο και τα έξοδα αν και είναι επιμερισμένα για κάθε μήνα είναι τα εκτιμώμενα με βάση τις εκτιμήσεις για την απόδοση των φορολογικών μέτρων, αλλά και τις ταμειακές ανάγκες (με βάση τα έξοδα). Δεν αναφέρονται σε ήδη πραγματοποιηθέντα έσοδα οπότε και ο Προϋπολογισμός μπορεί να πέσει είτε «μέσα» είτε «έξω». Υπάρχουν θεωρητικά 3 είδη Προϋπολογισμού. Ο «πλεονασματικός» (όταν τα έσοδα είναι παραπάνω από τα έξοδα), ο «ελλειμματικός» (όταν τα έξοδα είναι περισσότερα από τα έσοδα) και ο «ισοσκελισμένος» (όταν τα έξοδα είναι τόσα όσα τα εκτιμώμενα έσοδα).  

Σε κάθε περίπτωση ακόμη και αν αναθεωρηθεί ο Προϋπολογισμός επειδή «μεταφέρονται κονδύλια» ή επειδή επέρχεται αναπροσαρμογή των στόχων του, η ανάγκη της είσπραξης των φόρων παραμένει αμείωτη. Η ανάγκη αυτή γίνεται ακόμα μεγαλύτερη όταν μια νέα κυβέρνηση αναλαμβάνει την Αρχή και επιθυμεί να εκπληρώσει κάποιες από τις προεκλογικές της υποσχέσεις (παροχές) οι οποίες απαιτούν χρήματα. Το πρώτο για το οποίο ενημερώνεται ο νέος Υπουργός Οικονομικών είναι η κατάσταση του Δημόσιου Ταμείου καθώς και το πόσες και ποιές είναι τόσο οι «απαιτήσεις» του Δημοσίου όσο και οι «υποχρεώσεις» του. Όπως θα λέγαμε και για τον ιδιωτικό τομέα «κάνει ταμείο» (πόσα λεφτά έχει το «Ταμείο») και βγάζει «Ισοζύγιο Πελατών (απαιτήσεις) – Προμηθευτών (υποχρεώσεις)» για να δεί «που βρίσκεται».

Φυσικά το πρώτο που θα κάνει ο νέος Υπουργός Οικονομικών (όχι ότι έχει και άλλη επιλογή) είναι να πιέσει τους υφιστάμενους του (οι οποίοι με τη σειρά τους θα πιέσουν τους δικούς του υφιστάμενους κ.ο.κ.) για να εισπραχθούν όσο το δυνατόν περισσότερα από τα βεβαιωμένα έσοδα. Επειδή όμως δεν γίνεται να βγούν τα στελέχη του Υπουργείου Οικονομικών στους δρόμους σαν «δοσάδες» για να εισπράξουν τα βεβαιωμένα έσοδα (φόρους), θα βγάλει τα «συνεργεία ελέγχου» να πραγματοποιήσουν ελέγχους στις επιχειρήσεις (νομικά πρόσωπα και ελεύθεροι επαγγελματίες). Ούτε όμως αυτή η κίνηση έχει άμεσα αποτελέσματα. Απαιτείται τουλάχιστον ένας μήνας ελεγκτικής εργασίας για να ολοκληρωθεί ένας τυπικός έλεγχος για δύο χρήσεις. Η πρώτη χρήση που μπορεί να ελεγχθεί είναι του 2009 αφού τα δικαιώματα του Δημοσίου παραγράφονται στο τέλος της έκτης χρονιάς από την έναρξη της χρήσης εκτός συγκεκριμένων εξαιρέσεων (βλέπε εδώ) π.χ. η χρήση του 2008 παραγράφηκε στις 31/12/2014. Όπως όμως γνωρίζετε κάποιοι και σίγουρα γνωρίζει το Υπουργείο Οικονομικών η χρήση του 2009 ήταν η τελευταία που εντάχθηκε στο σύστημα του αυτοελέγχου (αυτοπεραίωση) και συνεπώς τα έσοδα από την χρήση αυτή θα είναι λίγα. Συνεπώς τα «συνεργεία ελέγχου» θα πρέπει να ψάξουν να βρούν τα δις που λείπουν από το δημόσιο ταμείο από τις χρήσεις του 2010-2014 στις οποίες έχει αποτυπωθεί η πλήρης εξέλιξη της κρίσης. Τα πράγματα χειροτερεύουν επειδή πλήθος εταιρειών με ανέλεγκτες χρήσεις είτε έχουν ήδη πτωχεύσει είτε είναι «μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας» και άρα η φοροδοτική τους ικανότητα είναι ελάχιστη έως μηδενική.

Έτσι η «μαύρη τρύπα» του 1 δις Ευρώ, αλλά και το σύνολο των 5 δις που θα χρειαστούν μετά τον Φλεβάρη για τα άμεσα έξοδα θα πρέπει να καλυφθούν από τους ήδη βεβαιωμένους και από αυτούς που θα βεβαιώσουν τα «συνεργεία ελέγχου» φόρους. Έτσι η κυβέρνηση έχει δύο λύσεις. Είτε θ’ αποδυθεί σε μια εκστρατεία υπέρ της πληρωμής των βεβαιωμένων από την προηγούμενη κυβέρνηση φόρων (καλά θα κάνει ο Αλέξης να πληρώσει τους δικούς του δίνοντας το καλό παράδειγμα), είτε θα στραφεί στις τράπεζες για την αγορά εντόκων Γραμματίων του Δημοσίου. Αν στο χρηματοδοτικό κενό το μέγεθος του οποίου εξαρτάται από το αν θα πληρώσετε τους «μνημονιακούς» φόρους σας προστεθούν και περίπου 4 δις Εντόκων Γραμματίων ξένων επενδυτών τα οποία θα πρέπει να τους εξοφληθούν, τότε οι τράπεζες πρέπει να βρούν σχεδόν 9 δις να δώσουν στο Δημόσιο Ταμείο. Γνωρίζετε από προηγούμενα κείμενα μας ότι οι τράπεζες χρησιμοποιούν ως εγγύηση έναντι του δανείων που δίνουν τους τίτλους αυτούς. Αυτό όμως δεν θα μπορούν να το κάνουν πλέον απέναντι στην Ε.Κ.Τ. αν η κυβέρνηση δεν συμφωνήσει με τους «εταίρους/δανειστές» της (βλέπε δηλώσεις Ντράγκι). Συνεπώς τα λεφτά αυτά θα «λείπουν» από τους Ισολογισμούς τους. Μεγάλο ενδιαφέρον από την άποψη αυτή έχει η στάση που θα κρατήσουν οι διοικητές των τραπεζών όπως π.χ. η νέα διοικητής της Εθνικής Τράπεζας Λούκα Κατσέλη. Θα φερθούν σαν «κανονικοί διοικητές» και θα προασπιστούν τα συμφέροντα των ιδρυμάτων τους ή θα κάνουν ότι και όπως θέλει η κυβέρνηση;

Γράψαμε προηγουμένως ότι ακόμη και αν το Υπουργείο Οικονομικών βεβαιώσει νέους φόρους στις επιχειρήσεις αυτοί δεν θα εισπραχθούν άμεσα. Θα πληρωθούν με δόσεις και έτσι προκειμένου να εισπραχθεί 1 δις φέτος θα πρέπει να βεβαιωθούν τουλάχιστον 4-5 δις φόροι (αν όχι παραπάνω). Ακόμη και η αύξηση της φορολογίας για εισοδήματα πάνω από ένα όριο θα μετακυλιστεί στις εταιρείες (για όσους είναι μισθωτοί-εταιρικά στελέχη).

Βέβαια οι προοδευτικές κυβερνήσεις ευελπιστούν και υπολογίζουν ότι η μείωση κάποιων φόρων θα φέρει περισσότερα έσοδα από την αύξηση της κατανάλωσης. Έτσι αν εφαρμοστεί ένας ενιαίος συντελεστής για όλα τα εισοδήματα (ανεξαρτήτου πηγής) θα μιλάμε στην ουσία για την εισαγωγή μιάς φορολογικής αδικίας στην φορολογία εισοδήματος. Αυτό θα συμβεί επειδή η απόκτηση εισοδήματος από το χρηματιστήριο, τα μερίσματα, τις προθεσμιακές καταθέσεις, τα Ομόλογα και Έντοκα Γραμμάτια ακόμη και από τα ενοίκια θα φορολογούνται με τον ίδιο συντελεστή. Δηλαδή όλων των ειδών οι «εισοδηματίες» θα φορολογούνται το ίδιο. (Εξυπακούεται ότι οι μισθωτοί και οι ελεύθεροι επαγγελματίες θα πρέπει να έχουν κοινή αντιμετώπιση.). Ακόμη και στις περιπτώσεις που στο ίδιο πρόσωπο βρίσκουμε διαφορετικές πηγές εισοδημάτων (π.χ. μισθός και ενοίκια) η φορολογική δικαιοσύνη εξασφαλίζεται μόνο μέσω της χρήσης διαφορετικών συντελεστών φορολόγησης. Για να δώσουμε μια μόνο διάσταση του ζητήματος αυτού ας σκεφτούμε αν είναι δίκαιο τα έσοδα από ενοίκια (όπου ο εισοδηματίας μας πληρώνει φόρους και τέλη, αλλά και το κόστος των επισκευών για το ακίνητο του) να φορολογείται το ίδιο με τα κέρδη από αγορά και πώληση μετοχών και τις προθεσμιακές καταθέσεις. Ωστόσο η συζήτηση αυτή θα μπορούσε να μοιάζει με την «κολοκυθιά» αφού τα μερίσματα είναι εισόδημα το οποίο έχει ήδη φορολογηθεί στα κέρδη της εταιρείας (πρίν την διανομή) και με τις προθεσμιακές καταθέσεις οι τράπεζες εξασφαλίζουν κεφάλαια με τα οποία δανείζουν επιχειρήσεις. Γίνεται λοιπόν κατανοητό ότι η εύρεση του «σωστού» συντελεστή για κάθε κατηγορία εισοδήματος είναι σχετικά δύσκολη και υποκειμενική για καθένα μας υπόθεση. Όλα τα υπόλοιπα (φοροαπαλλαγές, πλήθος φορολογικών κλιμακίων, ύψος φορολογικών συντελεστών) μπορούν ν’ αποτελέσουν αντικείμενο διαπραγμάτευσης, αρκεί να έχει εξασφαλιστεί η φορολογική δικαιοσύνη. Δεν θα πρέπει να μπεί κάποιος στον πειρασμό να μιλήσει για το παρελθόν και να κάνει συγκρίσεις, εφόσον ακόμη και η προηγούμενη συγκυβέρνηση δεν τόλμησε να επιβάλλει έναν ενιαίο συντελεστή. Στο κάτω-κάτω της γραφής υποτίθεται ότι μιλάμε για μια νέα προσέγγιση του φορολογικού συστήματος.

Όλες οι διαρροές σήμερα που γράφεται το κείμενο (Σάββατο 7 Φλεβάρη 2015) μας προϊδεάζουν για την μη αλλαγή της δημοσιονομικής πολιτικής τουλάχιστον στο άμεσο μέλλον (για το 2015). Εκτός της σταδιακής εφαρμογής των οικονομικών μέτρων της κυβέρνησης (πρόγραμμα Θεσσαλονίκης) διαρρέεται η πρόθεση της κυβέρνησης να δώσει κίνητρα στους φοροφυγάδες να πληρώσουν τώρα και να κλείσουν τις εκκρεμείς υποθέσεις τους. Σαν μέτρα για την είσπραξη των οφειλομένων η νέα κυβέρνηση θα χρησιμοποιήσει τα «όπλα» του τέως Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων και νυν Κώδικα Φορολογικών Διαδικασιών επιβάλλοντας κατασχέσεις και τα λοιπά. Επίσης θέλει λέει να κλείσει υποθέσεις που εκκρεμούν στα φορολογικά και άλλων τύπων δικαστήρια το συνολικό ύψος των οποίων εκτιμάται στα 15 δις Ευρώ. Όμως αυτά που θα εισπράξει το Δημόσιο από τις υποθέσεις αυτές είναι σημαντικά λιγότερα από 15 δις. Σε κάποιες από τις υποθέσεις αυτές τα ποσά θα μειωθούν, ενώ σε κάθε περίπτωση προκειμένου ο φορολογούμενος να προσφύγει στα δικαστήρια έπρεπε να έχει προκαταβάλει το 25 ή το 50% (άλλαξε το 201 ) των βεβαιωμένων φόρων. Συνεπώς το υπόλοιπο δεν μπορεί να είναι μικρότερο από 7-7,5 δις και το μέγιστο 10,5 δις περίπου και αυτά με δόσεις και όχι εφ’ άπαξ.

Βλέπουμε λοιπόν πως από δημοσιονομικής πολιτικής δεν αλλάζουν και πολλά πράγματα, αφού με κάθε άλλη προσέγγιση τα δημόσια έσοδα μειώνονται δραματικά. Φυσικά ούτε λόγος να γίνεται για μείωση των έμμεσων φόρων (καπνού, ποτών κ.α.).

Ανεξάρτητα από τις αντικειμενικά δύσκολες οικονομικές συνθήκες που βρήκε η νέα κυβέρνηση είναι ιστορικά βεβαιωμένο πώς με την πάροδο του χρόνου η ορμή της μειώνεται και πως σιγά-σιγά συμβιβάζεται με την διαχειριστική λογική της Δημόσιας Διοίκησης. Είναι όπως έλεγε και ο Ερνέστο Γκεβάρα: «Η Επανάσταση είναι σαν το ποδήλατο, όταν δεν προχωράει πέφτει.». Αυτό όμως ανάγεται πρωτίστως και κυρίως στην σφαίρα της πολιτικής και ειδικά στον τομέα της δημοσιονομικής πολιτικής.

Όταν τα φοροεισπρακτικά μέτρα φτάσουν στα όρια της αποδοτικότητας τους, τότε η εκάστοτε κυβέρνηση καταφεύγει στο αγαπημένο της καταφύγιο. Μιλά για «μεταρρυθμίσεις» με τις οποίες θ’ αυξηθεί η παραγωγικότητα και θα καταπολεμηθεί η φοροδιαφυγή (καθώς και η εισφοροδιαφυγή για τ’ ασφαλιστικά ταμεία). Κάθε τόσο έχουμε την λήψη κάποιων μέτρων τα οποία έχουν μεν σαν στόχο την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, αλλά όταν έρχεται η ώρα της αποτίμησης τους αποδεικνύονται ελάχιστα επιτυχή. Τότε η εκάστοτε αντιπολίτευση κατηγορεί την κυβέρνηση για ανυπαρξία «πολιτικής βούλησης να συγκρουστεί με τα συμφέροντα κτλ». Σήμερα ήρθε η ώρα του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. να λάβει μέτρα για την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, τα οποία μικρή μόνο επιτυχία αναμένεται να έχουν. Προτού αναλύσουμε (περιληπτικά εννοείται) τους λόγους αποτυχίας τους πρέπει να κάνουμε μια απαραίτητη σημείωση. Το κράτος κατά περιόδους είναι σε θέση από τα στοιχεία που λαμβάνει από τις διαφόρων ειδών δηλώσεις που υποβάλλουν οι τράπεζες καθώς και οι επιχειρήσεις και οι ελεύθεροι επαγγελματίες να εκτιμήσει το ποσό (άρα και το ποσοστό) της φοροδιαφυγής. Τα λεφτά που φοροδιαφεύγει κάποιος είτε τα καταθέτει στην τράπεζα, είτε τα ξοδεύει. Και στις δύο περιπτώσεις αυτός που τα εισπράττει είτε ως καταθέσεις είτε ως εισόδημα τα λογιστικοποιεί (τα βάζει στα «βιβλία του») και φυσικά τα περιλαμβάνει στις δηλώσεις που περιοδικά υποβάλλει στο Υπουργείο Οικονομικών. Από την επεξεργασία και την διασταύρωση των δηλώσεων προκύπτει και το ποσό της φοροδιαφυγής στην Χώρα μας. Δηλαδή μέχρι σήμερα το Υπουργείο είναι σε θέση να εκτιμήσει το «πόσο» είναι η φοροδιαφυγή, αλλά όχι το «ποιός» φοροδιαφεύγει. Έτσι «τα μέτρα κατά της φοροδιαφυγής» κυρίως προσανατολίζονται στην δημιουργία νέων ή/και την τροποποίηση παλαιών πληροφοριακών συστημάτων για την σύλληψη της κατά πρώτο λόγο, ενώ κατά δεύτερο με την αύξηση των προστίμων και την αυστηροποίηση των ποινών προσπαθούν να επιτύχουν το ίδιο αποτέλεσμα. Επικουρικά δίνονται και «κίνητρα στους φορολογούμενους να ζητούν αποδείξεις» προκειμένου μ’ αυτόν τον τρόπο να συλλαμβάνονται (διάβαζε δηλώνονται) στην πηγή τους όλα τα εισοδήματα.

Η φοροδιαφυγή (εισφοροδιαφυγή για τ’ ασφαλιστικά ταμεία) υπάρχει και θα συνεχίσει να υπάρχει όσο το όφελος από αυτήν είναι μεγαλύτερο από το κόστος της. Όσο υπάρχουν τελωνειακοί που θεωρούν ότι αξίζουν μεγαλύτερης αμοιβής, όσο οι δημόσιοι υπάλληλοι θα διεκπεραιώνουν τυπικά (αντί να κάνουν ουσιαστικά τη δουλειά τους) όσο οι φόροι (ειδικά οι έμμεσοι) είναι ιδιαιτέρως υψηλοί, τόσο η φοροδιαφυγή θα παραμένει αήττητη. Ο λαθρέμπορος οποιουδήποτε είδους καλύπτει μια αντικειμενική ανάγκη για την ικανοποίηση της οποίας κάποιοι είναι πρόθυμοι να πληρώσουν «κάτι παραπάνω». Γι’ αυτό και τα μέτρα έχουν πάντα μικρή ή και καθόλου επιτυχία. Δεν κάνει το σύστημα την επιτυχία αλλά οι άνθρωποι που το λειτουργούν.

Ενδεικτικά θ’ αναφέρουμε δύο παραδείγματα:

  • Μετά από τακτικό φορολογικό έλεγχο στα κρατικής ιδιοκτησίας Ελληνικά Πετρέλαια ανακαλύφθηκε ότι για μια συγκεκριμένη χρήση αγνοούνταν το σύνολο της χωρητικότητας μιάς δεξαμενής. Ούτε λίγο ούτε πολύ 35.000.000 λίτρα. Αστεία πράγματα δηλαδή.
  • Όταν αποκαλύφθηκε η υπόθεση λαθρεμπορίας καυσίμων στην οποία εμπλέκεται ο Σπανός, ανακαλύψαμε ότι για να στηθεί το κόλπο χρειαζόταν ένας οδηγός βυτιοφόρου, ένας υπάλληλος στην ζυγαριά του λιμανιού και ένας ναυτικός ο οποίος να υπογράφει για τις «σωστές» ποσότητες (που ωστόσο ήταν λάθος).

Ο καταναλωτής ο οποίος ζητά από τον γείτονα/γνωστό του ηλεκτρολόγο ή υδραυλικό απόδειξη παροχής υπηρεσιών επιβαρύνεται με τον Φ.Π.Α. του 23%. Συνεπώς «χάνει χρήματα» αφού πληρώνει περισσότερα για την ίδια υπηρεσία με αβέβαιο όφελος για τον ίδιο. Φυσικά όλα αυτά είναι γνωστά στο οικονομικό επιτελείο γι’ αυτό και η προηγούμενη ηγεσία του Υπουργείου Οικονομικών κατέφυγε στις ίδιες μεθόδους που χρησιμοποιεί η Αμερικάνικη Φορολογική Αρχή (I.R.S., Internal Revenue Service). Για τους περισσότερους από εσάς δεν έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον η περαιτέρω συζήτηση σχετικά με αυτά. Το μόνο που πρέπει να γνωρίζετε για να έχετε μια καλή ιδέα είναι ότι αυτές οι μέθοδοι υπολογίζουν μ’ έμμεσο τρόπο το πραγματικό εισόδημα συνυπολογίζοντας όλα τα έξοδα (επαγγελματικά και προσωπικά) το σύνολο των καταθέσεων μιάς περιόδου, και λαμβάνουν υπ’ όψη κάθε άλλη πληροφορία που αφορά το επίπεδο διαβίωσης του φορολογούμενου. Μια από αυτές έχει και το απαραίτητο αγγλικό όνομα π.χ. mark up.

Πρέπει να γίνεται κατανοητό από τα παραπάνω πως στην πράξη τα περιθώρια χάραξης ουσιαστικά διαφορετικής φορολογικής-δημοσιονομικής πολιτικής είναι μάλλον περιορισμένα, ειδικά στον βαθμό που τα κάθε λογής έξοδα της κυβέρνησης παραμένουν υψηλά. Δεδομένου ότι η εξέλιξη της δημοσιονομικής πολιτικής επηρεάζει την εξέλιξη των επιτοκίων δανεισμού μας ως Χώρα και αυξάνει ή μειώνει τις πιέσεις από τους δανειστές μας, δεν θα πρέπει να μας ξενίσει η τυχόν προσπάθεια και αυτής της «Αριστερής» κυβέρνησης να ισορροπήσει σε δύο βάρκες ακόμα και καταφεύγοντας σε λεκτικές ακροβασίες. Εμείς απλά θα της ευχηθούμε (όπως άλλωστε και σ’ όλους εσάς) καλή δύναμη.

Υ.Γ. Τα εισαγωγικά θα φύγουν μόνον αν και όταν αποδείξει με πρέξεις η κυβέρνηση ότι είναι Αριστερή.

 

09 Φλεβάρη 2015.
παρατηρητήριο.

 

Διαβάστηκε 2918 φορές
 
 
   
Βρίσκεστε εδώ: Αρχική Κείμενα Παρατηρητηρίου ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΕΧΕΙ ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΚΑΙ ΠΟΙΕΣ Η ΑΣΚΟΥΜΕΝΗ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΣΕ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ;