Θ’ ασχοληθούμε, λοιπόν, κατά σειρά με τα στρατιωτικά καθεστώτα της Πορτογαλίας, της Ισπανίας και της Ελλάδας και την οικονομική πολιτική καθενός τους. Σκοπός της σύγκρισης αυτής είναι να δούμε αν σε πλήρως ελεγχόμενες συνθήκες είναι δυνατή η ευόδωση μιας επιτυχούς οικονομικής πολιτικής, ειδικά όταν η εναλλαγή κυβερνήσεων διαφορετικών πολιτικών κομμάτων είναι απαγορευμένη. Εφόσον τα καθεστώτα αυτά δεν έχουν άλλη αντιπολίτευση (εκτός από την όποια εσωτερική αντίσταση) θα πρέπει να είναι περισσότερο αποτελεσματικά στην Οικονομία σε σχέση με τα Δημοκρατικά.
Η μελέτη της οικονομικής πολιτικής των στρατιωτικών καθεστώτων έχει σημασία και για έναν ακόμη λόγο. Αυτός είναι ότι από την δεκαετία του ’70 και μετά (με εξαίρεση την Τουρκία) τα στρατιωτικά καθεστώτα που αναλαμβάνουν την διακυβέρνηση μιας χώρας είναι πολύ σπάνια.
Προτού προχωρήσω στην παρουσίαση και την σύγκριση της οικονομικής πολιτικής των τριών (συν ενός) στρατιωτικών καθεστώτων πρέπει να έχουμε συνεχώς υπόψη μας ότι οι επιλογές τους (άρα και τ’ αποτελέσματα της οικονομικής τους πολιτικής) πρέπει να κρίνονται πάντα στο πλαίσιο της εποχής τους και όχι στο σημερινό. Μια πολιτική που τότε ήταν αποδοτική, σήμερα μπορεί όχι μόνο να μην αποδώσει καρπούς αλλά και να κάνει ζημιά.
1. Το καθεστώς Σαλαζάρ στην Πορτογαλία.
Μόνον από άγνοια θα μπορούσε κάποιος να κατατάξει τον Αντόνιο Σαλαζάρ στους κλασικούς δικτάτορες. Το ίδιο θα μπορούσε να υποστηριχτεί και για το στρατιωτικό καθεστώς που του παρέδωσε την εξουσία. Ένα στρατιωτικό καθεστώς που έχει πολλές ομοιότητες με το «Κίνημα του Γουδή» του 1909, η δράση του οποίου λειτούργησε ανορθωτικά και εκσυγχρονιστικά για το Κράτος.
Ο Σαλαζάρ ανέλαβε την εξουσία όντας ήδη γνωστός Οικονομολόγος. Ήταν δε τέτοια η φήμη του (αλλά και η κατάσταση της Πορτογαλίας) που θεωρήθηκε φυσικό ν’ αναλάβει αυτός την εξουσία. Ο Σαλαζάρ όπως και κάθε άλλος στη θέση του έδρασε βασικά σε τρείς παραμέτρους:
- Στον προϋπολογισμό, μειώνοντας τις κρατικές δαπάνες.
- Στο Φορολογικό Σύστημα, συντάσσοντας νέο.
- Στο Εμπορικό Ισοζύγιο, απαγορεύοντας τις εισαγωγές.
Η τέτοια οικονομική του πολιτική οδήγησε την Πορτογαλία στον απομονωτισμό με αποτέλεσμα να μην υπάρξουν επιπτώσεις εξαιτίας της Παγκόσμιας Οικονομικής Κρίσης του 1929 (που εξελίχθηκε σε Ύφεση). Ωστόσο η όποια επιτυχία θα ήταν παροδική αν δεν συνοδευόταν και από μια νέα διάρθρωση της κοινωνίας.
Αυτό ο Σαλαζάρ επιχείρησε να το επιτύχει μέσω ενός νέου Συντάγματος, το οποίο και εγκρίθηκε με δημοψήφισμα στις 19 Μάρτη 1933. Με το νέο Σύνταγμα ο Σαλαζάρ διαρρύθμιζε ένα «κορπορατικό» Κράτος πάνω σε τρείς άξονες:
- Στις Κυβερνητικές Βιομηχανικές Ενώσεις,
- στα Εργατικά Συνδικάτα και
- στις Τεχνοκρατικές Οργανώσεις.
Προφανώς και το περιεχόμενο καθενός απ’ αυτούς τους θεσμούς ήταν στα μέτρα που ο Σαλαζάρ είχε υπόψη του. Σε κάθε περίπτωση η λειτουργία των «Εργατικών Συνδικάτων» δεν θα μπορούσε να είναι η ίδια όπως στα Δημοκρατικά καθεστώτα. Κάθε σωματείο ήταν αυτόνομο και υπεύθυνο για την υγειονομική πολιτική, την απασχόληση, την εκπαίδευση και τους μισθούς των μελών του έχοντας ως κεφαλή έναν ανώτατο κρατικό αξιωματούχο. Καθένας από τους παραπάνω θεσμούς είχε την δυνατότητα να εκλέξει τους δικούς της αντιπροσώπους στην Βουλή.
Με το σύστημα αυτό ο Σαλαζάρ επιχειρεί μια επιστροφή στο παρελθόν, όταν οι «επαγγελματικές ενώσεις» καθόριζαν τα σχετικά με το επάγγελμα τους παρέχοντας μετά από μια περίοδο μαθητείας την ιδιότητα του μέλους (και άρα του επαγγελματία) και ρυθμίζοντας τους όρους άσκησης του επαγγέλματος τους. Το σύστημα παραπέμπει μεν στην «Συνέλευση των Τάξεων» στην προεπαναστατική Γαλλία, αλλά δεν είναι το ίδιο. Ο Σαλαζάρ έχει -κατά την γνώμη μου- σωστά διαγνώσει την ανάγκη οι παραγωγικές τάξεις να εκπροσωπούνται άμεσα (χωρίς ενδιάμεσους) στο Κοινοβούλιο αν και ενδεχομένως ο τρόπος να μην ήταν ο απόλυτα ενδεδειγμένος.
Ωστόσο, η πολιτική του μακροπρόθεσμα δεν λειτούργησε το ίδιο αποδοτικά όπως στην αρχή. Μπορεί η οικονομική περιχαράκωση (απαγόρευση των εισαγωγών) να προσέφερε κάποια οφέλη αρχικά, αλλά όσο η Πορτογαλία δεν καθίστατο αυτάρκης και ταυτόχρονα όσο η αστική της τάξη ερχόταν σ’ επαφή με τις αντίστοιχες της Ευρωπαϊκές και την Αμερικάνικη, τόσο η οικονομική πολιτική του Σαλαζάρ υπονομευόταν, συμπαρασύροντας και την δικτατορία. Επιπρόσθετα η υποχώρηση από την δεκαετία του ’60 του θρησκευτικού συναισθήματος (το οποίο ήταν ένας από τους πυλώνες του οικονομικού συστήματος του Σαλαζάρ) συνετέλεσε στην γρηγορότερη οικονομική απορρύθμιση.
Εναλλακτικά για την κάλυψη των αναγκών της η Πορτογαλία θα μπορούσε να στραφεί στην οικονομική συνεργασία με την Ισπανία (η οποία άλλωστε από το 1939 είχε περάσει στα χέρια του Φράνκο). Κάθε όμως εμπορική συμφωνία λειτουργεί πάντα υπέρ της μεγαλύτερης και πιο «προοδευμένης» οικονομικά χώρας, όσο και αν ωφελεί την μικρότερη. Αν για παράδειγμα η πιο «προοδευμένη» οικονομικά χώρα πουλά ή ανταλλάσσει προϊόντα τεχνολογίας με τρόφιμα ή πρώτες ύλες (εκτός αν οι τελευταίες είναι σπάνιες) έχουμε στην ουσία μεταφορά πόρων από τον οικονομικά αδύναμο στον οικονομικά δυνατό. Δηλαδή, ο λαός της πιο αδύναμης χώρας εργάζεται και μοχθεί (αλλά και δανείζεται για να πληρώσει τις εισαγωγές) για την καλοπέραση του λαού της πιο ισχυρής. Συνήθως, δε, η οικονομική ισχύς πάει χέρι-χέρι με τον μεγάλο πληθυσμό∙ αν και υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες πολύ μικρά από άποψη πληθυσμού κράτη έχουν μεγάλη οικονομική δύναμη (π.χ. Λουξεμβούργο, Ελβετία).
Όσο η οικονομική δραστηριότητα λειτουργούσε ελεγχόμενα η οικονομική πολιτική του Σαλαζάρ απέδιδε κάποιους καρπούς. Καρπούς οι οποίοι πλήθυναν, αρχικά, εξαιτίας των πολλών και σημαντικών -σ’ ένα υπανάπτυκτο μέχρι τότε κράτος- έργων υποδομής. Έργων που λίγο-πολύ γίνονταν εκείνη την περίοδο σ’ όλα τα κράτη που βρίσκονταν στο ίδιο στάδιο ανάπτυξης και φορούσαν εγγυοβελτιωτικά έργα, γεφύρια, δρόμους κ.λπ.
Σε καθεστώς, όμως, διεθνοποιημένων συναλλαγών όπου η ένταξη σε οικονομικούς οργανισμούς/συνασπισμούς εκτός από ευκαιρίες για τα ασθενή οικονομικά κράτη κρύβει και κινδύνους, η κορπορατικής σύλληψης πολιτική του Σαλαζάρ δημιουργούσε περισσότερα προβλήματα παρά απέφερε οφέλη. Λειτουργούσε ως τροχοπέδη στις βλέψεις της αστικής τάξης, της οποίας τα συμφέροντα είναι το βαρόμετρο κάθε πολιτικής και κοινωνικής αλλαγής από την Γαλλική Επανάσταση και μετά.
2. Η Ισπανία του Φράνκο.
Δέκα χρόνια μετά την κατάληψη της εξουσίας στην Πορτογαλία από τους στρατιωτικούς άρχισε ο Ισπανικός Εμφύλιος, ο οποίος έληξε με την επικράτηση του Φράνκο. Ενός ανθρώπου ο οποίος κατάφερε ν’ ανέλθει τάχιστα στην στρατιωτική ιεραρχία και εκμεταλλευόμενος την απουσία των ηγετών της στρατιωτικής χούντας που ανέτρεψε την Ισπανική κυβέρνηση -κατά την διάρκεια του εμφυλίου- κατάφερε να πάρει τον πλήρη έλεγχο.
Η οικονομική πολιτική του Φράνκο θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως «εκδικητική», τουλάχιστον στο αρχικό της στάδιο∙ καθώς σε συνεργασία με τους μεγαλοϊδιοκτήτες γής επέβαλλε μείωση των μισθών κατά 40% και την βίαιη επιστροφή των αναδασμένων ιδιοκτησιών. Απόρροια των μέτρων αυτών ήταν ο λιμός (σιτοδεία – έλλειψη τροφίμων), το λαθρεμπόριο και το παραεμπόριο. Εκείνη την περίοδο τα τρόφιμα δίνονταν με το δελτίο.
Μετά τον πόλεμο και χωρίς να υπάρξει εμφανής αλλαγή οικονομικής πολιτικής η μετανάστευση σε Γερμανία, Ελβετία και Γαλλία αλλά και η αστυφιλία δημιούργησαν ευνοϊκές εξελίξεις τόσο για την ανάπτυξη της βιομηχανίας όσο και για την εκβιομηχάνιση της αγροτικής παραγωγής. Το συνάλλαγμα των εμβασμάτων των μεταναστών, αλλά και των τουριστών σε συνδυασμό με το χαμηλό εργατικό κόστος έδωσαν ώθηση στην βιομηχανία. Το κυριότερο ήταν η λεγόμενη «διεθνοποίηση» της βιομηχανίας, η οποία εξάγει τα προϊόντα της σε πολλές χώρες.
Έτσι η «εσωτερική υποτίμηση» σε συνδυασμό με τον πλήρη έλεγχο της πολιτικής και συνδικαλιστικής ζωής δημιούργησαν το ευνοϊκό κλίμα για την «οικονομική άνθηση». Μια «άνθηση» η οποία οδήγησε σε άνοδο των τιμών (άρα και άνοδο του βιοτικού επιπέδου) μειώνοντας για τα «μεσαία στρώματα» την απόσταση τους από τ’ αντίστοιχα στρώματα των πιο προοδευμένων οικονομικά χωρών. Ο νέος πλούτος δημιούργησε μια νέα (σε σχέση με το παρελθόν) αγορά υπηρεσιών που έδωσε νέα ώθηση στο Α.Ε.Π. Ωστόσο αυτή η μεγέθυνση του Α.Ε.Π. δεν διαχύθηκε ισομερώς ενισχύοντας τις αντιθέσεις (τουλάχιστον σ’ ονομαστικό επίπεδο) μεταξύ περιοχών καθώς και μεταξύ πόλεων και υπαίθρου. Βέβαια η αυτάρκεια που χαρακτηρίζει την οικιακή μονάδα στην ύπαιθρο εξισορροπεί κάπως την ονομαστική διαφορά στο εισόδημα.
Η περίπτωση των στρατιωτικών καθεστώτων της Ελλάδας.
3. Η 4η Αυγούστου 1936 του Μεταξά.
Περίπου την ίδια περίοδο που η Ισπανία είχε ριχθεί στην δίνη του Εμφυλίου και ενώ η Πορτογαλία διένυε τον 10ο χρόνο «στον γύψο», στην Ελλάδα είχαμε ένα ιδιότυπο ολοκληρωτικό καθεστώς. Το καθεστώς της 4ης Αυγούστου 1936 εγκαθιδρύθηκε από τον Βασιλιά Γεώργιο Β’ ο οποίος με τον τρόπο από εκείνο το σημείο και μέχρι την Γερμανική εισβολή δρούσε ως απόλυτος Μονάρχης. Με την κίνηση αυτή ο Γεώργιος Β’ βγήκε από την δύσκολη θέση να ορκίσει κυβέρνηση είτε των Φιλελευθέρων, είτε του Λαϊκού Κόμματος που θα στηριζόταν από το Λαϊκό Μέτωπο (Κ.Κ.Ε.) μιας και στις εκλογές (πού έγιναν με απλή αναλογική) τα δύο «συστημικά» κόμματα είχαν έρθει πρακτικά ισόπαλα.
Εφόσον ο Μεταξάς όφειλε το αξίωμα του Πρωθυπουργού στην εύνοια του Αγγλόφιλου Γεώργιου Β’ ήταν και υποχρεωμένος να μην διαφοροποιηθεί όσον αφορά την πολιτική του. Στην πράξη αυτό σήμαινε την προσπάθεια ν’ ακολουθήσει μια πολιτική ισορροπιών ανάμεσα στην «προστάτιδα» Αγγλία (με την οποία είχε εμπορικές συναλλαγές), την Γερμανία (η οποία είχε αναδειχθεί σε πολύ σημαντικό εμπορικό εταίρο) και την Ιταλία (η οποία ήθελε να επεκτείνει τόσο την εδαφική της κυριαρχία, όσο και την «σφαίρα επιρροής» της).
Αν όμως η εξωτερική του πολιτική υπήρξε προϊόν συμβιβασμών, η εσωτερική του πολιτική εκτός της προσπάθειας πλήρους ελέγχου της κοινωνίας, χαρακτηρίστηκε από μεταρρυθμίσεις οι οποίες άμεσα ή έμμεσα ενίσχυσαν την οικονομική δραστηριότητα. Επί Μεταξά είχαμε:
- Ρύθμιση των αγροτικών χρεών το 1937.
- Ολοκλήρωση της αγροτικής μεταρρύθμισης.
- Καθιέρωση της υποχρεωτικής διαιτησίας και των συλλογικών συμβάσεων εργασίας.
- Εφαρμογή των αποφάσεων της Αβασίλευτης Δημοκρατίας για την ίδρυση του Ι.Κ.Α.
Ωστόσο και παρά τις παραπάνω μεταρρυθμίσεις η ακολουθούμενη οικονομική πολιτική ήταν αυτή που είχε ήδη χαραχτεί από το 1932 (όταν και χτύπησε την Ελλάδα η Παγκόσμια Οικονομική Κρίση του 1929 και η συνακόλουθη Ύφεση). Ο Μεταξάς δεν άλλαξε τίποτα. Επιπρόσθετα οι μεταρρυθμίσεις του δεν ήταν μόνο μια προσπάθεια προσεταιρισμού των εργατών και αγροτών. Επιβάλλονταν από την ανάγκη.
Για παράδειγμα η ρύθμιση των αγροτικών χρεών -η οποία αν (συν)υπολογίσουμε και τους αναδασμούς γής από την Αρχαιότητα συνέβαινε συχνά- ήταν αναγκαία τόσο για την οικονομική ανακούφιση των αγροτών όσο και για την συνέχιση της τροφοδοσίας με ντόπια γεωργικά προϊόντα. Όμως η ρύθμιση των αγροτικών χρεών δεν θ’ αρκούσε από μόνη της αν δεν συνοδευόταν και από την ολοκλήρωση της αγροτικής μεταρρύθμισης. Μιας μεταρρύθμισης η οποία είχε ξεκινήσει από τους προκατόχους του. Η αναγκαιότητα και των δύο αυτών μέτρων αποδεικνύει το αδιέξοδο στο οποίο είχε περιέλθει η πλέον σημαντική από τις παραγωγικές τάξεις της Χώρας.
Τέλος οι μεταρρυθμίσεις σχετικά με τα εργασιακά εκπλήρωσαν μεν πάγια αιτήματα της εργατικής τάξης ειρηνεύοντας τα εργασιακά, αλλά στην πράξη οι επιπτώσεις τους στην οικονομική δραστηριότητα ήταν περιορισμένες. Είτε γιατί οι συλλογικές συμβάσεις καθορίζονται από τις κάθε φορά επικρατούσες οικονομικές συνθήκες (πλέον και με την «υποχρεωτική διαιτησία» όποτε εργαζόμενοι και εργοδότες δεν τα έβρισκαν), είτε επειδή αρχικά η ασφάλιση στο Ι.Κ.Α. γινόταν με αργούς ρυθμούς καθώς και επειδή η χρηματοδότηση του ήταν ελλιπής.
Όπως, όμως, σημειώθηκε παραπάνω η εφαρμοζόμενη οικονομική πολιτική δεν ήταν έμπνευσης του Μεταξά. Ήταν μάλλον πολιτική ανάγκης, καθώς ταυτόχρονα με την επιβολή υψηλών δασμών στα εισαγόμενα προϊόντα γινόταν προσπάθεια υποκατάστασης τους από την εγχώρια παραγωγή. Συνεπώς η ίδρυση την περίοδο 1936-1938 567 εργοστασίων διαφόρων μεγεθών δεν πρέπει να πιστωθεί στον Μεταξά. Όπως σημείωνα και αλλού η σφιχτή δημοσιονομική πολιτική συνδυαζόμενη με την σύνδεση της Δραχμής με «σκληρά» Ευρωπαϊκά νομίσματα, αλλά και η σύναψη πολλών εμπορικών συμφωνιών κλήρινγκ είχαν ως αποτέλεσμα πλεονασματικούς προϋπολογισμούς, οι οποίοι γύρναγαν σε ελλειμματικούς μετά τον συνυπολογισμό των αυξημένων -παραμονές του Β’ Π.Π.- στρατιωτικών δαπανών. Φυσικά η τέτοια οικονομική πολιτική καθώς και τ’ αποτελέσματα της «πήγαν περίπατο» με την έναρξη του πολέμου.
4. Η «επταετία».
Ωστόσο αφορμή για το παρόν κείμενο αποτέλεσε η επίκαιρη κάθε χρόνο την ίδια μέρα συζήτηση σχετικά με τις «οικονομικές επιτυχίες» της «επταετίας». Από ένα καπρίτσιο της Ιστορίας (αλλά και των διεθνών οικονομικών συνθηκών) το τέλος των στρατιωτικών καθεστώτων σε Πορτογαλία, Ισπανία και Ελλάδα συνέπεσε με διαφορά λίγων μηνών. Συνεπώς είναι λογικό ο ταυτόχρονος «θάνατος» τους ν’ αποδοθεί (και) στην αλλαγήτων διεθνών οικονομικών συνθηκών. Μια αλλαγή την οποία τα καθεστώτα αυτά ήταν ανίκανα να διαχειριστούν οπότε και απρέδωσαν την Εξουσία.
Για να είμαι δίκαιος θα πρέπει να ξεκαθαρίσω ότι κάθε «κριτική» σχετικά με τις οικονομικές επιδόσεις της «επταετίας» είναι «απαγορευμένη» μιας και δεν υπήρξε ποτέ «οικονομική πολιτική» του καθεστώτος. Αν στην Ισπανία η οικονομική πολιτική ήταν συνδυασμός της φασιστικής οικονομικής προσέγγισης και της εύνοιας των μεγαλοϊδιοκτητών γής και στην Πορτογαλία ήταν έμπνευσης του οικονομολόγου Σαλαζάρ, στην «Ελλάδα των Συνταγματαρχών» η οικονομική πολιτική ήταν η συνέχιση της πολιτικής των κυβερνήσεων των Αποστατών χαρακτηριστικό των οποίων ήταν η προσπάθεια ελέγχου των δαπανών και της κυκλοφορίας του χρήματος.
Ακόμα και έτσι όμως δεν πέρασε καιρός πριν η Χούντα εκτραχυνθεί σε παροχές μέσω δανείων στους υποστηρικτές της ή σε όσους ήθελε να προσεταιριστεί για να την υποστηρίξουν. Σημειωτέον ότι η Ελλάδα είχε να υπολογίζει και στα εμβάσματα που έστελναν οι μετανάστες (τα οποία καταχωρούνταν στους «Άδηλους Πόρους»). Τα εμβάσματα αυτά μετατρεπόμενα στην υποτιμημένη Δραχμή απέφεραν συναλλαγματικά αποθέματα με τα οποία πληρώνονταν οι εισαγωγές.
Καθώς, λοιπόν, η Χούντα δεν είχε ένα σαφές και συγκεκριμένο οικονομικό πρόγραμμα και καθώς οι διεθνείς οικονομικές συνθήκες εξαιτίας της πρώτης πετρελαϊκής κρίσης (1973) άλλαξαν δραματικά έγινε πλέον εμφανές και το οικονομικό αδιέξοδο (το οποίο μαζί με την προδοτική διαχείριση του Κυπριακού οδήγησε στην πτώση του καθεστώτος). Ακόμη και αν δεν είχαν γίνει ήδη από το 1971 εμφανή τα οικονομικά προβλήματα (σημαντική αύξηση του Δημοσίου Χρέους), ακόμη και αν η Χούντα εκτελούσε ένα δομημένο πρόγραμμα οικονομικής πολιτικής (που δεν είχε καν εκπονήσει) η πρώτη πετρελαϊκή κρίση θα ήταν αρκετή (και ικανή) να προκαλέσει μεγάλη ζημιά.
Η προσπάθεια να ελεγχθεί και να διευθυνθεί η οικονομική δραστηριότητα μέσω της νομισματικής πολιτικής (υποτίμηση, αυξομείωση της κυκλοφορίας του χρήματος μέσω της αυξομείωσης των επιτοκίων κ.α.) δεν αρκεί όταν δεν αντιμετωπίζονται τα δομικά προβλήματα της Οικονομίας μιας Χώρας και ειδικά όταν αυτή δεν είναι αυτάρκης. Γιατί σε κάθε οικονομική πολιτική «αχίλλειος πτέρνα» είναι κάθε φορά ο βαθμός εξάρτησης της από τις εισαγωγές. Ειδικά σε περιόδους Ύφεσης η μεγάλη εξάρτηση από τις εισαγωγές σε είδη «πρώτης ανάγκης» μπορεί να οδηγήσει στο χάος και τον εμφύλιο. Η Βενεζουέλα είναι αυτή ακριβώς η περίπτωση όπου μια χώρα καλύπτει το μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της με την πώληση πετρελαίου, οπότε όταν η οικονομική δραστηριότητα σε καιρούς Ύφεσης επιβραδύνεται τότε παρουσιάζονται μεγάλες ελλείψεις και αισχροκέρδεια.
Συμπεράσματα.
Το κοινό συμπέρασμα για την οικονομική πολιτική των στρατιωτικών καθεστώτων είναι ότι αυτή αφενός ήταν προϊόν της ανάγκης να μειωθεί η εξάρτηση τους από το εξωτερικό και να ισοσκελιστεί το Εμπορικό Ισοζύγιο τους και αφετέρου ότι αυτή δεν διέφερε από τον τρόπο που η Σοβιετική Ένωση προσπαθούσε να ορθοποδήσει οικονομικά μετά την οριστική επικράτηση του «καθεστώτος των Σοβιέτ». Συνεπώς το να μιλάμε για «φασιστική» ή «κομμουνιστική» οικονομική πολιτική δεν έχει πραγματικό νόημα∙ κάτι που θα πρέπει να έχει γίνει κατανοητό από προηγούμενα κείμενα της σειράς. Γιατί οι «κανόνες» του οικονομικού παιχνιδιού είναι κοινοί και δεδομένοι σε όποιο κοινωνικό σύστημα και αν παίζεται το παιχνίδι.
Τα επιμέρους συμπεράσματα είναι:
- Ο περιορισμός ή η απαγόρευση των εισαγωγών και η υποκατάσταση τους από την εγχώρια παραγωγή είναι από τις πλέον σημαντικές παραμέτρους.
- Όμως, δεν θα πρέπει καθόλου να υποτιμάται συνδυαστικά με τα παραπάνω η σημασία της νομισματικής πολιτικής. Μιας νομισματικής πολιτικής η οποία αφενός πρέπει να ελέγχει τις εξορθολογισμένες δαπάνες του κρατικού προϋπολογισμού και αφετέρου να κρατά το νόμισμα όσο γίνεται «σκληρό» (μέσω της διασύνδεσης του με άλλα) έτσι ώστε η αγοραστική αξία του να είναι υψηλή. Με τον τρόπο αυτόν ελέγχεται το ύψος του πληθωρισμού.
- Επιπλέον από την αρχαιότητα κιόλας παρατηρείται πως η οικονομική δύναμη ενός κράτους δεν είναι πάντα ανάλογη του πληθυσμού του. Η επιλογή της μετανάστευσης είτε ως αποικισμός είτε ως μετανάστευση για εργασία διευκόλυνε την οικονομική ανάκαμψη της Μητρόπολης την ώρα που οι αποικίες μέσω της προνομιακής (τις περισσότερες φορές) εμπορικής σχέσης μαζί της της πρόσφεραν τόσο τα είδη «πρώτης ανάγκης» όσο και εξαγωγικές αγορές. Το μειονέκτημα της μετανάστευσης για εργασία συνίσταται ότι στην Μητρόπολη φτάνει με τη μορφή εμβασμάτων μόνο μέρος του εισοδήματος των μεταναστών. Το υπόλοιπο δαπανάται στην χώρα υποδοχής τους. Βλέπουμε, λοιπόν, πως όσο μια χώρα είναι «καθυστερημένη» από οικονομικής άποψης τόσο πιο «ωφέλιμη» είναι γι’ αυτήν η μετανάστευση ως λύση. Στην περίπτωση αυτή (και ανεξάρτητα από τα συναισθήματα και τα προβλήματα που προκαλεί) η μετανάστευση λειτουργεί όπως το κλάδεμα των δέντρων∙ κάνει αυτούς που (παρα)μένουν οικονομικά δυνατότερους. Και μάλιστα τους κάνει τόσο πιο δυνατούς όσο περισσότεροι μετανάστες επιστρέφουν στην πατρίδα φέρνοντας μαζί τους τα κεφάλαια που στο μεταξύ είχαν αποταμιεύσει. Κεφάλαια τα οποία τονώνουν μεν την εγχώρια αγορά, αλλά ταυτόχρονα αυξάνοντας την αξία του χρήματος που κυκλοφορεί στην χώρα ευνοούν την σταδιακά ολοένα και μεγαλύτερη προτίμηση στα ακριβά εισαγόμενα είδη πολυτελείας ζημιώνοντας βαθμιαία το Εμπορικό Ισοζύγιο.
Αντί επιλόγου δύο παρατηρήσεις:
- Όσον αφορά τα στρατιωτικά καθεστώτα της δεκαετίας του ’30 ταυτίστηκαν σε διαφορετικό βαθμό το καθένα με την προσωπικότητα του «ισχυρού άνδρα τους». Αυτό ισχύει -ειδικά για την Οικονομία για την Πορτογαλία του Σαλαζάρ- και σε μικρότερο βαθμό για την Ισπανία του Φράνκο και την Ελλάδα του Μεταξά. Πιθανόν ο Μεταξάς (αν συνυπολογιστούν και οι μεταρρυθμίσεις που ολοκλήρωσε) να δικαιούται μεγαλύτερης αναγνώρισης από τον Φράνκο∙ αυτό όμως λίγη σημασία έχει. Σε κάθε περίπτωση ο Μεταξάς ακολούθησε την οικονομική πολιτική που είχε ήδη εκπονηθεί από το 1932. Άλλωστε δεν είχε κανέναν λόγο (ούτε καν ιδεολογικό) ν’ αλλάξει κάτι. Για το καθεστώς της 21ης Απρίλη 1967, όμως, τα πράγματα είναι τελείως διαφορετικά. Το συγκεκριμένο στρατιωτικό καθεστώς αν και ταυτίστηκε με τον Γ. Παπαδόπουλο, ωστόσο, δεν προσέλαβε απ’ αυτόν κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Απόδειξη είναι το γεγονός ότι όταν ο Ιωαννίδης παραμέρισε τον Παπαδόπουλο δεν παρατηρήθηκε καμία ουσιαστική αλλαγή στην κυβερνητική πολιτική.
- Όσα αναφέρονται παραπάνω σε καμία περίπτωση δεν εξαντλούν (ούτε καν θίγουν) το θέμα της οικονομικής πολιτικής των στρατιωτικών καθεστώτων σε Πορτογαλία, Ισπανία και Ελλάδα. Αφενός γιατί μια τέτοια εργασία θα ήταν στην ουσία μια «πτυχιακή» ή «μεταπτυχιακή» εργασία φοιτητή οικονομικής σχολής και αφετέρου επειδή από πρακτικής άποψης η εξέταση της οικονομικής πολιτικής εκτός του ιστορικού της πλαισίου οδηγεί σε λάθος συμπεράσματα. Καθώς οι κοινωνίες αλλάζουν εξαιτίας του πλούτου τους αλλάζουν ταυτόχρονα και οι απόψεις/στάσεις των μελών τους. Έτσι και παρά την παρούσα πολύ άσχημη οικονομική κατάσταση της Χώρας μας υπάρχουν πάρα πολλοί άνεργοι που συνεχίζουν ν’ απαξιώνουν την σωματική εργασία. Συνεπώς θα πρέπει όταν εξετάζουμε τις συνέπειες που είχε στο παρελθόν μια οικονομική πολιτική να είμαστε φειδωλοί στο ενδεχόμενο η εφαρμογή της ίδιας πολιτικής στο παρόν να έχει τα ίδια αποτελέσματα.
Στο επόμενο κείμενο θα εξετάσουμε τις ιδεολογικές αγκυλώσεις σε σχέση με την Οικονομία και την άσκηση της οικονομικής πολιτικής.
06 Μάη 2017
παρατηρητής 1.






















































































