Δεδομένου ότι η τοποθέτηση κάθε κόμματος στην αντίστοιχη πλευρά είναι εν τέλει ζήτημα υποκειμενικό, το οποίο καθορίζεται από την κοινωνική και οικονομική κατάσταση του καθενός μας, την μόρφωση και την γνώμη που έχουμε διαμορφώσει για τον εαυτό μας και τους άλλους, θ’ αναφερθούμε μόνο γενικά και όχι ειδικά (δηλαδή δεν θα πάρουμε θέση ακριβώς επειδή κάτι τέτοιο θα ήταν άσκοπο και θα μας ενέπλεκε σε ανώφελους διαξιφισμούς) στις επιπτώσεις της «βλακείας» και τη «αριθμητικής». Επίσης σκόπιμα θ’ αποφύγουμε ν’ ασχοληθούμε με κάποιους παράγοντες όπως το αν μας αρέσει εμφανισιακά ο αρχηγός του κόμματος που ψηφίζουμε, το έμβλημα του κόμματος ή τα χρώματα του όχι γιατί δεν έχουν σημασία, αλλά γιατί δεν θέλουμε να πλατιάσουμε στην ανάλυση.
Σε κάθε εκλογική αναμέτρηση τόσο το κυβερνών κόμμα όσο και αυτό που επιθυμεί να το διαδεχθεί στην Αρχή ασκούν ψυχολογική πίεση στον ψηφοφόρο. Το μεν κυβερνών εστιάζει τόσο σ’ όσα κινδυνεύουν να χαθούν αν δε επανεκλεγεί αλλά και σ’ αυτά που δεν πρόλαβε να κάνει λόγω των δυσκολιών (για τις οποίες φταίνε μονίμως οι «άλλοι») που συνάντησε και του λίγου χρόνου που είχε στην διάθεση του. Το δε αντιπολιτευόμενο εστιάζει στο γεγονός ότι οι κυβερνώντες απέτυχαν να εκπληρώσουν τις υποσχέσεις τους (όπως συνήθως γίνεται, εκτός αν κάποιος υποσχεθεί «αίμα, δάκρυα και ιδρώτα»), ενώ επί των ημερών τους τα πράγματα χρειροτέρευσαν και θα συνεχίσουν να χειροτερεύουν σε περίπτωση επανεκλογής τους. Συνεπώς είναι προφανές ότι αν και κατά την προεκλογική (και όχι μόνο τότε) περίοδο τα κόμματα επικαλούνται προγραμματικές θέσεις και επιχειρήματα, ωστόσο η μάχη δίνεται όχι με βάση την λογική αλλά το συναίσθημα.
Εδώ και κάμποσο καιρό εμφανίζονται κείμενα και σχόλια σχετικά με τον κίνδυνο να συνεχίσουμε και στο μέλλον να έχουμε την παρούσα (η παρόμοια με την παρούσα) κυβέρνηση. Εσχάτως αυτός ο κίνδυνος συνδέθηκε και με το θέμα της αρνητικής στάσης του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. στο θέμα του γηπέδου της Α.Ε.Κ. Υποτίθεται ότι η αντίδραση του «κόσμου της Α.Ε.Κ.» απέναντι στον ΣΥ.ΡΙΖ.Α. θα οδηγήσει σε μακροημέρευση το παρόν κυβερνητικό σχήμα. Είναι προφανώς λάθος (βλακεία λέμε εμείς) ακόμα και σ’ επίπεδο συλλογισμού να θεωρεί αρχικά κάποιος ότι η πλειοψηφία του «κόσμου της Α.Ε.Κ.» θα ψήφιζε ΣΥ.ΡΙΖ.Α. (ακόμη και αν στο σύνολο του ο «κόσμος της Α.Ε.Κ.» θεωρηθεί «προοδευτικός») και στη συνέχεια ότι εξαιτίας της στάσης του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. για το γήπεδο δεν θα ψηφίσει με επακόλουθο να συνεχίσουμε να έχουμε την Ν.Δ. (με όσους συνεργαστούν μαζί της) στην κυβέρνηση. Είναι επίσης βλακεία να θεωρούμε ότι προκειμένου ν’ απαλλαγούμε από την παρούσα κυβέρνηση πρέπει να ψηφίσουμε όλοι «μονοκούκι» ΣΥ.ΡΙΖ.Α. Όποιος ΑΕΚτζής ψηφοφόρος σκέφτεται έτσι κατ’ ανάγκη των παραπάνω είναι βλάκας. Ωστόσο δεδομένης της μυστικότητας της ψηφοφορίας δεν μπορούμε με σιγουριά να ξέρουμε ποιός ψήφισε τι και με ποιό κριτήριο. Βλακεία και περισσότερο επικίνδυνη από τις άλλες είναι η άποψη πως μέχρι τις εκλογές θα μπορούσε (και θα έπρεπε) ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. να πεί «δυό καλά λόγια, αποφεύγοντας όμως να πάρει ξεκάθαρη θέση για να μην δυσαρεστήσει κάποιον, προκειμένου να ξεκαθαρίσει τη στάση του μετεκλογικά». Αυτό εκτός από κοροϊδία τόσο των ψηφοφόρων του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. (οι οποίοι ψηφίζοντας τον θα είναι σαν να «ψαρεύουν σε θολά νερά» σχετικά με το θέμα αυτό) όσο και αυτών που δεν θα τον ψηφίσουν επειδή δεν είναι σίγουροι για την τελική του στάση στο ζήτημα αυτό, είναι επίσης και ανήθικο.
Όμως δεν είναι μόνο αυτές οι απόψεις βλακώδεις (αν και διέπονται από μια λογική), αλλά και η στάση των κομμάτων (στην περίπτωση μας του ΣΥ.ΡΙΖ.Α.) τα οποία δεν θέλουν να δυσαρεστήσουν κανέναν πρίν πάρουν την εξουσία (γιατί μετά έτσι κι’ αλλιώς τους δυσαρεστούν όλους). Έτσι ήδη από τις Αυτοδιοικητικές Εκλογές επιχειρήθηκε η προσέγγιση από μέρους του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. (μέσω της Δούρου) με τον Γαύρο (βλέπε Μαρινάκη). Από εκείνη την περίοδο ο Μαρινάκης τα «σπάει» με την Ν.Δ. του Σαμαρά και προσεγγίζει τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α. ενώ ταυτόχρονα κατέρχεται και ως υποψήφιος Δημοτικός Σύμβουλος Πειραιά. Ο Μαρινάκης πλέον δεν θυμίζει σε τίποτα τον Μαρινάκη της περιόδου των (νόμιμων) τηλεφωνικών υποκλοπών στις οποίες τον βλέπουμε μαζί με τον Ν. Χατζηνικολάου (ναι, εκείνον στον οποίο ο Διευθυντής της «Αυγής» δήλωσε ότι: «δεν θα δοθεί δεκάρα τσακιστή για το γήπεδο της Α.Ε.Κ.») να σχεδιάζει την επιστροφή στην στρούγκα της Ν.Δ. της Ντόρας Μπακογιάννη γιατί φοβούνταν ότι: «μ’ αυτούς τους μαλάκες θα δούμε τον Τσίπρα Πρωθυπουργό». Εσχάτως και επειδή ο ίδιος ο Αλέξης δεν είχε φωτογραφηθεί με ανθρώπους του Γαύρου έσπευσε να επισκεφθεί το Δημοτικό Θέατρο Πειραιά αγκαζέ με τον Δήμαρχο της πόλης (Μώραλη). Μιάς και βρέθηκε στην γειτονιά (λόγω του Αγιασμού των υδάτων, όπου σε μια θεατρινίστικη κίνηση απελευθέρωσε ένα λευκό περιστέρι) είπε να πεταχτεί και ως το Δημοτικό Θέατρο. Προφανώς και όντας σε προεκλογική περίοδο με την εμφάνιση του αυτή επισφραγίζει την «προσέγγιση» που είχε ξεκινήσει με το ραντεβού «Δούρου-Μαρινάκη». (Βέβαια ο Δήμαρχος Πειραιά έτσι κι’ αλλιώς θα ήταν στο Αγιασμό των υδάτων. Ωστόσο η επιλογή του Τσίπρα να πάει στον Πειραιά και όχι κάπου αλλού για τον Αγιασμό μόνο τυχαία δεν μπορεί να θεωρηθεί. Σκόπευε λοιπόν με την ευκαιρία να κάνει μια προεκλογική εμφάνιση-άνοιγμα στους Πειραιώτες-Γαύρους.).
Βλέπουμε λοιπόν πώς όσες ψήφους χάσει ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. από τους ΑΕΚτζήδες μπορεί εύκολα να τις αναπληρώσει από τους Γαύρους (όσους δεν τον ψήφιζαν ήδη), δεδομένου ότι αυτοί είναι πολυπληθέστεροι. Είναι λογικό (αλλιώς θα είμασταν παράλογοι) να σκεφτούμε ότι μέσα στους όρους της συμφωνίας (αν και εφόσον ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. καταστεί αυτοδύναμος ή ο κύριος κορμός ενός κυβερνητικού συνασπισμού) δεν είναι και η «ευνοϊκή μεταχείριση» του Μαρινάκη στη δικαστική του περιπέτεια σχετικά με την δίωξη για την «εγκληματική οργάνωση». Για να μην παρεξηγηθούμε (σκόπιμα εννοείται) σημειώνουμε ότι «ευνοϊκή μεταχείριση» αποτελεί και κάθε (προσεκτικά σχεδιασμένη) καθυστέρηση η οποία οδηγεί όλο και πιό κοντά στην παραγραφή με την οποία παύει η δίωξη και ο διωκόμενος αποδίδεται στην κοινωνία σαν «λευκή περιστερά».
Όμως είναι ώρα να μιλήσουμε για την δεύτερη αήττητη «δύναμη» την αριθμητική. Με την αριθμητική κάνουμε τους βασικούς καθημερινούς υπολογισμούς οι οποίοι μας βοηθούν να πορευόμαστε (με μεγαλύτερη ή μικρότερη επιτυχία) στην ζωή. Η εκλογική αριθμητική μας λέει ότι στις επερχόμενες εκλογές όχι μόνο δεν θα υπάρξει αυτοδυναμία, αλλά ότι η συγκρότηση κυβέρνησης συνασπισμού είναι μονόδρομος. Ακόμη και αν θεωρήσουμε τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α. ως βέβαιο νικητή αυτός δεν θα είναι αυτοδύναμος αφού αποδεικνύεται ότι δεν έχει «ρεύμα» (δηλαδή την συνεχή αυξανόμενη προτίμηση του εκλογικού σώματος). Αν είχε «ρεύμα» αυτό θα είχε καταγραφεί από το 2012 κιόλας και θα τότε η πολιτική κατάσταση θα είχε εξελιχθεί διαφορετικά. Η ανυπαρξία εκλογικού «ρεύματος» του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. σημαίνει ότι δεν έχει πείσει ως κόμμα (άρα και προγραμματικά) τους εκλογείς και πως στο μόνο (το αποδεικνύει και η στρατηγική του άλλωστε) που ελπίζει είναι η «ψήφος διαμαρτυρίας» (ή αλλιώς η «τιμωρητική ψήφος»). Η τακτική του να βασίζεσαι στο «άει σιχτίρ» του κόσμου για να πάρεις την εξουσία δεν σε πάει πολύ μακρυά. Το ίδιο εύκολα που οι ψηφοφόροι σιχτίρισαν τους προηγούμενους, το ίδιο εύκολα θα σιχτιρίσουν και σένα. Ούτε χρόνο στην εξουσία δεν βγάζεις έτσι, γιατί είναι ανάγκη η επιλογή του ψηφοφόρου να είναι θετική («αυτό συνειδητά θέλω και ξέρω γιατί») και όχι αρνητική («θα σας μαυρίσω πούστηδες να μάθετε»).
Η (εκλογική) αριθμητική λοιπόν «μιλά» για έναν «μεγάλο συνασπιμό» ο οποίος θα μπορούσε υπό προϋποθέσεις να εξελιχθεί σε «κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας» ή «Εθνικού Σκοπού» (εννοείται άνευ Χ.Α. η οποία κινείται εκτός «συνταγματικού τόξου») αναλόγως πολιτικής τοποθέτησης. Ωστόσο είναι περισσότερο πιθανός ο «μεγάλος συνασπισμός» δηλαδή κυβέρνηση ΣΥ.ΡΙΖ.Α.-Ν.Δ. με τους υπόλοιπους είτε κυβερνητικούς κομπάρσους («εμείς δεν ευθυνόμαστε για τίποτα») είτε στην αντιπολίτευση να «βγάζουν το άχτι τους» λαϊκίζοντας όπως έκαναν (και κάνουν ακόμα) κάποτε εναλλάξ Ν.Δ. και ΣΥ.ΡΙΖ.Α. Άλλωστε η «ζωή κύκλους κάνει» γι’ αυτό και υπάρχει η παροιμία: «μεγάλη μπουκιά φάε, μεγάλη κουβέντα μη λές».
Η μόνη περίπτωση να είναι ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. αυτοδύναμος είναι να υπάρχει αυξημένη αποχή από όσους δεν θα τον ψήφιζαν, οπότε τα ισχνά δημοσκοπικά ποσοστά θα μετατρέπονταν σε μεγάλη πλειοψηφία στην κάλπη. Βέβαια οι χαμένοι θα μπορούσαν να υποστηρίξουν πως εξαιτίας της αυξημένης (λόγω καιρού;) αποχής η κυβέρνηση είναι ουσιαστικά κυβέρνηση μειοψηφίας, αλλά αυτό μικρή και θεωρητική μόνο σημασία έχει όταν έχουν μοιραστεί οι έδρες (τότε να δείς τι καλό είναι το μπόνους των 50 εδρών και αν θα θυμάται κανείς την «απλή και άδολη αναλογική»).
Όπως είναι τα πράγματα τώρα (και όπως εκτιμάμε την κατάσταση) πολύ δύσκολα θα έβγαινε αυτοδύναμος ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. ακόμη και αν το σύνολο των Γαύρων ψηφοφόρων (απ’ όσους δεν τοω ψηφίζουν ήδη) τον ψήφιζε «μονοκούκι» «υπακούοντας» στην «γραμμή Μαρινάκη». Βέβαια κάθε κόμμα αρέσκεται (θέλει) να πιστεύει ότι το ψηφίζουν γιατί συμφωνούν με τις θέσεις του (θετική ψήφος) και όχι για να «τιμωρήσουν» τους άλλους (αρνητική ψήφος), αφού επιλέγοντας θετικά παράλληλα «τιμωρείς» τους υπόλοιπους.
Κλείνοντας αυτό το μακροσκελές σχόλιο θα σημειώσουμε κάποιες γενικές αρχές τις οποίες καλό θα ήταν να έχουν οι πολιτικοί (ειδικά οι αρχηγοί κομμάτων) υπ’ όψη τους.
Ο Λαός (όχι του Καρατζαφέρη) θέλει «καθαρές εξηγήσεις». Αυτό σημαίνει όχι γενικότητες και μισόλογα. Κάτι σαν τις θέσεις του Κ.Κ.Ε. και των υπολοίπων εκτός Κοινοβουλίου Κ.Κ. Βέβαια υπάρχει ο κίνδυνος να πάρεις μονοψήφιο ποσοστό αλλά τουλάχιστον δεν θα σου καταλογίσουν ότι κοροϊδεύεις τον κόσμο. Αυτό που χρειάζεται ο ψηφοφόρος είναι να ξέρει «που πατά και που βρίσκεται». Για παράδειγμα να ψηφίζει τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α. του Τσίπρα και όχι του Λαφαζάνη. Έστω ότι η «πτέρυγα Λαφαζάνη» έχει 3 βουλευτές στην Κοινοβουλευτική ομάδα του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. ο οποίος διαθέτει μόνο 152 βουλευτές και διαφωνεί με την πλειοψηφία σχετικά μ’ ένα νομοσχέδιο. Έστω επίσης ότι απειλεί να ρίξει την κυβέρνηση αν αυτό το νομοσχέδιο κατατεθεί. Τι κάνει (και πως νοιώθει) τότε ο ψηφοφόρος ο οποίος αν ήξερε αυτό το πράγμα από την αρχή πιθανότατα να μην ψήφιζε ΣΥ.ΡΙΖ.Α.; Επειδή στις εκλογές ειδικά ισχύει το «μετά την απομάκρυνση από το ταμείο ουδέν λάθος αναγνωρίζεται» καλό (και τίμιο) θα ήταν να ξέρουν όλοι από την αρχή που «πατάνε και που βρίσκονται».
Κανείς (και ειδικά οι ψηφοφόροι) δεν «χρωστάνε» σε κανέναν τίποτα. Προφανώς και κάθε παράταξη έχει ανοιχτούς λογαριασμούς με τις υπόλοιπες και θεωρεί από την πλευρά της ότι έχει ιστορικά αδικηθεί. Το ίδιο ισχύει και με τα κόμματα. Όποια όμως ιδέα και αν έχει κανείς για τον εαυτό του αλλά και για τους «άλλους» δεν έχει κανένα δικαίωμα να καλλιεργεί την μισαλλοδοξία και τον φανατισμό σαν μ΄σο συσπείρωσης της εκλογικής του πελατείας. Φυσικά το φαινόμενο αυτό δεν είναι νέο, απλώς εξαιτίας της απορύθμισης που επέφερε η οικονομική κρίση έχει πάρει εκρηκτικές διαστάσεις. Βαρείς χαρακτηρισμοί και κατηγορίες (ειδικά στην αρχή από τους «αντι-μνημονιακούς») εκστομίστηκαν (και εκστομίζονται) και όταν θα έρθει η ώρα της κυβέρνησης συνασπισμού θα είναι δύσκολο αυτοί να μαζευτούν. Αν κάποιοι στις 26 Γενάρη τελικά «πάρουν εκδίκηση για...» θα πρέπει να είναι έτοιμοι ν’ αναλάβουν την ευθύνη για έναν νέο κύκλο μίσους που θα δώσει τη χαριστική βολή στην αναιμική οικονομική δραστηριότητα με τον ίδιο τρόπο που ο «Εμφύλιος» του 1946-1949 υπονόμευε την ομαλή οικονομική δραστηριότητα οδηγώντας στην μετανάτευση (εσωτερική και εξωτερική) χιλιάδων Ελλήνων. Είναι γελοίο να νομίζει κάποιος ότι σήμερα είναι δυνατόν να «κλείσουν οι λογαριασμοί» (και οι πληγές) της περιόδου του Εμφυλίου.
Κανείς (ούτε καν η Ιστορία) δεν χρωστά τίποτα ούτε στην Αριστερά, ούτε στην Δεξιά, ούτε στο Κέντρο. Αν υπάρχούν «χρωστούμενα» αυτά είναι ενδοπαραταξιακής υφής. Για παράδειγμα οι ηγεσίες της Αριστεράς «χρωστούν» στους ψηφοφόρους τους, τους οποίους με την καιροσκοπική τακτική τους τούς εξέθεσαν σε διωγμούς και αντεκδικήσεις της τότε Δεξιάς. Σ’ αυτούς (τους ψηφοφόρους) «χρωστάνε» έμπρακτη «συγγνώμη» την οποία ποτέ δεν ζήτησαν, καλυπτόμενες πίσω από την (εκ των υστέρων) καταδίκη των προηγούμενων κατά το παράδειγμα του «ανοίξαμε υπό νέα διεύθυνση». Συνεπώς η «επόμενη μέρα» των εκλογών πρέπει υποχρεωτικά να είναι η αρχή μιάς Ανασυγκρότησης και όχι «ξεκαθαρίσματος λογαριασμών», γιατί σ’ αντίθετη περίπτωση οι Αριστεροί οπαδοί-ψηφοφόροι στο τέλος της ημέρας θα είναι το ίδιο χαμένοι με τους υπόλοιπους ͘ αφού η επιβίωση τους εντός της κοινωνίας είναι σχέση συνεργασίας και συμβίωσης και όχι εξόντωσης.
Καλή κάλπη και με τις υγείες σας/μας…
Υ.Γ.1. Ελπίζουμε ο Αλέξης να μείνει μόνο στα περιστέρια (σύμβολα του Αγίου Πνεύματος της Ειρήνης αλλά και Ελπίδας) και να μην συνεχίσει στα μονοπάτια των Αμερικανών. Φαντάζεστε τι έχει να γίνει (θα τον πάρουν στο «ψιλό» ακόμη περισσότερο) αν ως Πρωθυπουργός (λέμε τώρα) απελευθερώσει το Πάσχα ένα αρνί (συμβολίζει τον Χριστό) και τα Χριστούγεννα μια γαλοπούλα (αυτή δεν συμβολίζει τίποτα);
Υ.Γ.2. Υποτίθεται πως από λάθος επιλέχτηκε για κεντρικό σύνθημα του προεκλογικού αγώνα του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. το «Το Μέλλον Ξεκίνησε». Το σύνθημα αυτό είχε χρησιμοποιηθεί από τον Κ. Σημίτη το 2000. Εμείς σας αποκαλύπτουμε ότι μόνο από λάθος δεν επιλέχτηκε το συγκεκριμένο σύνθημα. Υπήρξαν δύο λόγοι για την επιλογή αυτή. Ο πρώτος ήταν για να ενσωματωθούν ομαλότερα (να νοιώσουν σα στο σπίτι τους) οι ΠΑΣΟΚογενείς του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. Ο δεύτερος για να συνειδητοποιήσουν οι γηγενείς ΣΥΡΙΖΑίοι ότι το ΠΑ.ΣΟ.Κ. του Σημίτη (ούτε καν η δεύτερη 4ετία του Α.Παπανδρέου) είναι η οροφή της πολιτικής του και να μην πρήζουν συνέχεια τον Αλέξη «βγαίνοντας του από Αριστερά».
Υ.Γ.3. Μόνο ένα κόκκινο αστέρι (γιατί το σφυροδρέπανο ταυτίστηκε με την «Συντηριτική Αριστερά») και κάμποσα χρώματα στο φόντο για περιτύλιγμα δεν φτάνουν να σε χαρακτηρίσουν «Αριστερό», ακόμα και αν χρησιμοποιείς με ευκολία την «Αριστερή» φρασεολογία. Εκεί που ξεχωρίζει ο «Αριστερός» από τους υπόλοιπους είναι οι πράξεις τους οι οποίες για τους γνήσιους (και όχι του γιαλαντζί) Αριστερούς αποτελούν και στάση ζωής (δύσκολης μεν, αλλά θαρραλέας). Κρίνοντας μόνο και μόνο από τις ακολουθούμενες πρακτικές πολλών και μάλιστα επιφανών στελεχών του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. μόνο ως «Αριστερούς» δεν θα τους χαρακτηρίζαμε, αφού αυτές είναι κατ’ απομίμηση των «άλλων» που όταν τις μετέρχονται αποκαλούνται από αυτούς «φασίστες». Αν λοιπόν θέλουν στο μέλλον να τους παίρνουν στα σοβαρά ως «Αριστερούς» ή θ’ αλλάξουν μυαλά και τακτική ή να σταματήσουν να αποκαλούνται «Αριστεροί» και να προκαλούν σύγχυση στον κόσμο που δεν γνωρίζει τους αγώνες των Αριστερών. Στο κάτω-κάτω η τακτική που ακολουθούν ως τώρα μόνο μεγαλύτερη αντίδραση θα προκαλέσει, οπότε πάλι χαμένοι θα είναι τελικά έχοντας ωστόσο στο μεταξύ απολέσει την «έξωθεν καλή μαρτυρία» (κάτι σαν τον Ντέμη μετά το «κάρφωμα» που ακολούθησε τα επεισόδια της Λειβαδιάς το 2005).
13 Γενάρη 2015.
παρατηρητήριο.






















































































