Font Size

SCREEN

Cpanel
Νέα σε τίτλους:

ΠΕΡΙ «ΓΝΗΣΙΟΥ» ΚΑΙ «ΨΕΥΔΕΠΙΓΡΑΦΟΥ» ΣΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ (ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΕΙΝΑΙ ΠΑΝΤΑ ΟΠΩΣ ΜΑΣ ΣΥΜΦΕΡΕΙ)

Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

ΠΕΡΙ «ΓΝΗΣΙΟΥ» ΚΑΙ «ΨΕΥΔΕΠΙΓΡΑΦΟΥ» ΣΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ
(ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΕΙΝΑΙ ΠΑΝΤΑ ΟΠΩΣ ΜΑΣ ΣΥΜΦΕΡΕΙ)

Ένα από τα πλέον αγαπημένα θέματα συζήτησης σε παρέες είναι όταν συζητείται η γνησιότητα (αυθεντικότητα) ενός πράγματος ή μιας ιδέας. Εκεί όμως που η συζήτηση περί γνησιότητας φτάνει στο απόγειο της (μέχρι τα επίπεδα του φετίχ) είναι στους κύκλους των Αριστερών (με ή χωρίς εισαγωγικά). Θα ήταν λάθος να θεωρήσουμε ότι η συζήτηση περί γνησιότητας έχει να κάνει μόνο με δικαιώματα χρησικτησίας (copy-write). Στην πραγματικότητα εδράζεται στην αρχαιότερη ψυχολογική ανάγκη που κρύβεται μέσα μας αυτή της απόδοσης νοήματος (νοηματοδότησης) σ’ όσα συμβαίνουν γύρω μας. Γιατί στην αντίθετη περίπτωση (αν δηλαδή όσα συμβαίνουν γύρω μας γίνονται στην τύχη και δεν έχουν κάποια σημασία) όλα είναι μάταια, ακόμη και ο αγώνας για μια καλύτερη ζωή.

Η συζήτηση περί γνησιότητας (με την παράλληλη ατέρμονη αναζήτηση της) κρατά την Ελπίδα ζωντανή και όσους την εμπορεύονται πάντα στην πρώτη γραμμή για να καλύψουν την ζήτηση. Η συζήτηση αυτή είναι πάντα επίκαιρη, αν και φουντώνει όταν κάτι φαίνεται να στραβώνει. Τότε και με μέτρο τους κλασικούς του Μαρξισμού και τα έργα τους ξεκινά η σκληρή κριτική και οι επικρίσεις, οι οποίες σε κάθε περίπτωση καταλήγει στο συμπέρασμα ότι «στραβά αρμενίζουμε» αφού εξ’ ορισμού αποκλείεται να είναι «στραβός ο γιαλός» (λάθος η Θεωρία). Φυσικά μια τέτοια προσέγγιση είτε δεν λαμβάνει υπ’ όψη τις γενικότερες συνθήκες, είτε υποτιμά τη σημασία τους (όταν τις λαμβάνει υπ’ όψη), είτε τέλος πολύ απλά τις ερμηνεύει κατά το δοκούν.

Έτσι η οποιαδήποτε αποτυχία εφαρμογής του «σοσιαλισμού» στην πράξη οφείλεται (ή πρέπει να οφείλεται) στο γεγονός ότι ήταν «ψευδεπίγραφος» (ιμιτασιόν που λέμε και για τα ανταλλακτικά αυτοκινήτων). Υπακούοντας σ’ αυτόν τον κανόνα οι «Μαρξιστές» της εφημερίδας «ΚΟΝΤΡΑ» και της ιστοσελίδας www.eksegersi.gr «απέδειξαν» ότι η πρόσφατη κυβερνητική αλλαγή στην Βενεζουέλα οφείλεται στο γεγονός ότι ο «σοσιαλισμός» στην Βενεζουέλα ήταν ιμιτασιόν καθ’ ότι όπως υποστηρίζεται σ’ αυτό το άρθρο δεν ολοκληρώθηκε ποτέ.

Διαβάζοντας το άρθρο υπάρχουν τρία σημεία στα οποία στέκεται ο αναγνώστης:

Το πρώτο είναι η αναφορά στην αύξηση της τιμής του πετρελαίου (εξαπλασιάστηκε την περίοδο της διακυβέρνησης του Τσάβες) η οποία επέτρεψε στην κυβέρνηση της Βενεζουέλας να προχωρήσει σε παροχές προς τα φτωχότερα στρώματα.

Το δεύτερο είναι η αναφορά σε δύο περιπτώσεις εταιρειών (VENEPAL, TERNIUMSIDOR) οι οποίες τελικά εθνικοποιήθηκαν. Σύμφωνα με τον αρθρογράφο ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίστηκαν τόσο οι εργατικές διεκδικήσεις όσο και η ιδιοκτησία τους σε συνδυασμό με το τρίτο σημείο (στο οποίο θ’ αναφερθώ αμέσως μετά) όχι μόνο αποδεικνύουν την εγκυρότητα του επιχειρήματος περί «ψευδεπίγραφου σοσιαλισμού» αλλά και εξηγούν κιόλας την αποτυχία του.

Το τρίτο σημείο είναι η αναδρομή σε παλαιότερο άρθρο στο οποίο γινόταν λόγος για το γεγονός ότι την εισαγωγή, παραγωγή και διακίνηση τροφίμων, φαρμάκων και λοιπών προϊόντων την είχαν στα χέρια τους οι Καπιταλιστές.

Προφανώς και θα μπορούσαν να ισχύουν ταυτοχρόνως όλες οι παραπάνω αιτιάσεις (για τις οποίες καλύτερα κάποιος να διαβάσει προσεκτικά τα ίδια τα κείμενα), αλλά ακόμη και έτσι να μην μπορεί να φτάσει κανείς στην ουσία του προβλήματος. Στην περίπτωση αυτή όλα τα παραπάνω δεν θα ήταν οι αιτίες του προβλήματος (της αποτυχίας του «Καθεστώτος Τσάβες») αλλά θ’ αποτελούσαν συμπτώματα μιας επαμφοτερίζουσας πολιτικής η οποία προσπαθεί να ισορροπήσει σε δύο βάρκες. Από τη μιά να προστατέψει τα συμφέροντα όσων θεωρεί ότι χρειάζονται προστασία κα από την άλλη να πορευτεί στο σημερινό παγκόσμιο καταμερισμό παραγωγής (και εργασίας) με ότι και αν σημαίνει αυτό από οικονομικής άποψης. Μέχρι εδώ δεν υπάρχει καμία διαφωνία με τους «εξεγερμένους» για τους οποίους ο Τσάβες φταίει επειδή ακριβώς επέλεξε να επιχείρησει να ισορροπήσει στις δύο βάρκες και όχι να προχωρήσει μέσω ρήξεων ως το τέλος όπως επιτάσσει η θεωρία.   

Ωστόσο θεωρώ ότι ο Τσάβες ήταν υποχρεωμένος από τις αντικειμενικές συνθήκες να κάνει τις επιλογές που έκανε με τον τρόπο με τον οποίο τις έκανε για τους λόγους τους οποίους θα εξηγήσω αμέσως παρακάτω.

Υποτίθεται ότι η «λαϊκή σοφία» κωδικοποιείται διαμέσου των παροιμιών οι οποίες και χρησιμοποιούνται για την μετάδοση της από γενιά σε γενιά. Μια από τις πλέον γνωστές παροιμίες είναι η «Μοναχός σου χόρευε κι όσο θέλεις πήδα» η οποία εκτός του να δίνει συμβουλές για όσους σέρνοντας τον χορό αρέσκονται να μονοπωλούν την προσοχή με συνεχείς χορευτικές φιγούρες, μιλά επίσης για την αλληλεξάρτηση που υπάρχει μεταξύ των χορευτών (και όχι μόνο). Αν σκεφτούμε λίγο παραπάνω βλέπουμε ότι στην ουσία αναφέρεται στην ανάγκη των άλλων που έχει καθένας μας προκειμένου να επιβιώσει εκτός αν είναι αυτάρκης. Η ανάγκη του άλλου (γείτονα, οικονομικού εταίρου, συμμάχου) επιβάλλει τον σεβασμό των δικαιωμάτων του στον βαθμό που δεν αντιστρατεύονται τα δικά μας και τα οποία αποτελούν προϊόν συμβιβασμού.

Η αυτάρκεια είναι ο λόγος για τον οποίο αιματοκυλιέται ο κόσμος από την στιγμή που δημιουργήθηκε η πρώτη μόνιμη ανθρώπινη εγκατάσταση. Η επάρκεια των πόρων είναι η αιτία που συγγενικά είδη ζώων συγκρούονται μεταξύ τους για να επεκτείνει καθένα τους την σφαίρα επιροής του. Καθώς το μέγεθος του μόνιμου οικισμού μεγαλώνει τόσο οι τοπικοί πόροι δέχονται πίεση και μειώνονται επικίνδυνα ή/και στερεύουν. Τότε έρχεται η στιγμή που η επέκταση σε βάρος των συμφερόντων των γύρω σου γίνεται επιτακτική ανάγκη αν επιθυμείς να διατηρήσεις το ίδιο επίπεδο διαβίωσης. Αυτή η επέκταση μπορεί να γίνει με δύο τρόπους. Είτε με τον πόλεμο (ο οποίος αν και είναι ιδιαίτερα αποτελεσματικός κοστίζει πολύ), είτε με το εμπόριο (όταν και επιδιώκεται η ανταλλαγή πόρων με χρήματα έτσι ώστε ο πωλητής να βρεί από αλλού αυτά που ο ίδιος χρειάζεται ή στερείται εξαιτίας του εμπορίου).

Είναι προφανές ότι αυτός ήταν (και συνεχίζει να είναι) ο στόχος όλων των «συμμαχιών» τόσο των αμυντικών (αλήθεια υπήρξε ποτέ «επιθετική» συμμαχία;) στρατιωτικού χαρακτήρα όσο και των οικονομικών. Και στη μια και στην άλλη περίπτωση η κύρια επιδίωξη είναι η σύσφιξη των οικονομικών σχέσεων (άλλωστε η πώληση όπλων στα πλαίσια μιας «αμυντικής» στρατιωτικής συμμαχίας είναι κατ’ εξοχήν εμπορική δραστηριότητα. Φυσικά σε μια τέτοια συμμαχία (είτε οικονομικής είτε στρατιωτικής φύσης) ο μεγαλύτερος εταίρος ο οποίος είναι συνήθως και ο ιδρυτής της παίρνει το μεγαλύτερο κομμάτι από την λεία. Όπως η Αρχαίοι Αθηναίοι με τα λεφτά του Συμμαχικού Ταμείου της Δήλου έχτισαν την Ακρόπολη έτσι και οι Η.Π.Α. μέσω του Ν.Α.Τ.Ο. και του Διεθνούς Οργανισμού Εμπορίου πουλάνε ακριβά και αγοράζουν φθηνά. Όμοια η Γερμανία (πρωτίστως) σε επίπεδο Ε.Ε. όπως και η Σοβιετική Ένωση παλαιότερα (μέσω ΚΟΜΕΚΟΝ & Συμφώνου Βαρσοβίας) βάζουν τις συμμάχους/εταίρους τους να δουλεύουν γι’ αυτές. Γνωρίζουμε ότι στις αγέλες των σαρκοβόρων πρώτα τρέφεται το μεγαλύτερο (κυρίαρχο) αρσενικό και μετά όλα τα υπόλοιπα. Έτσι μετά την ικανοποίηση των αναγκών του μεγαλύτερου παίκτη όλοι οι υπόλοιποι παίρνουν με την σειρά τους ο καθένας και από ένα αρκετά μικρότερο κομμάτι μέχρι που ο τελευταίος να πρέπει να χορτάσει με ψίχουλα.

Σ’ έναν τέτοιο κόσμο πως θα μπορούσε να έχει (εναλλακτικά) πορευτεί η Βενεζουέλα του Τσάβες; Η Βενεζουέλα έχει ως νόμισμα της το Μπολιβάρ, του οποίου η ισοτιμία έναντι του Δολαρίου ήταν τον Γενάρη του 2002 στα 761 προς 1. Είναι προφανές πως το νόμισμα της Βενεζουέλας δεν είχε ούτε καν συλλεκτική αξία, ενώ η όποια ανταλλακτική του αξία περιοριζόταν στο εσωτερικό της χώρας. Όσο οι τιμές του πετρελαίου ανέβαιναν τόσο περισσότερα Δολάρια εισέρρεαν στα κρατικά ταμεία (αφού το πετρέλαιο τιμολογείται σε Δολάρια). Αυτό με την σειρά του έδινε δυο επιλογές στο Καθεστώς Τσάβες. Είτε να κόβει χρήμα (Μπολιβάρ) έχοντας ως κάλυψη τα πετροδολάρια, είτε ν’ αγοράζει μ’ αυτά είδη πρώτης ανάγκης τα οποία στη συνέχεια θα τα προμήθευε στα φτωχότερα στρώματα.

Η πρώτη επιλογή θ’ απέδιδε καρπούς αν υπήρχε τέτοια αγορά καταναλωτικών ειδών εγχώριας παραγωγής η οποία όχι μόνο θα επαρκούσε για την ζήτηση, αλλά θα μπορούσε ν’ αναπτυχθεί περαιτέρω εξαιτίας της αύξησης της κατανάλωσης. Η δεύτερη επιλογή λειτουργεί όταν δεν υπάρχουν οι αντικειμενικές συνθήκες για την ανάπτυξη εγχώριας παραγωγής που θα καλύπτει την ζήτηση είτε γιατί η παραγωγή της χώρας είναι προσανατολισμένη στις εξαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων είτε για οποιαδήποτε άλλη δομική αιτία. Η δεύτερη επιλογή έχει δύο ακόμη χαρακτηριστικά. Είναι η «εύκολη λύση» όταν τα έσοδα μιας χώρας αυξάνονται απότομα και πολύ ενώ ταυτόχρονα οι εκτιμήσεις για την μελλοντική τους πορεία δεν αναμένεται υπό ομαλές συνθήκες να μεταβληθούν (ή είναι δύσκολο να προσδιοριστεί πότε και από ποια αιτία θα συμβεί αυτό). Επιπλέον στην πράξη μπορεί ν’ αποδεικνύεται φθηνότερη η αγορά με συνάλλαγμα από την εγχώρια παραγωγή των ίδιων ειδών.

Από κει και πέρα το ζήτημα δεν είναι πλέον η αγορά/εισαγωγή αλλά ο τρόπος με τον οποίο τα είδη αυτά θα φτάσουν στον κάθε πολίτη ανάλογα με τις ανάγκες του καθώς και η τελική τιμή πώλησης τους. Στο σημείο αυτό υπάρχει ένα μεγάλο πρόβλημα το οποίο εντοπίζεται στο δίκτυο διανομής από την στιγμή της εισαγωγής και μετά. Αν η διανομή γίνεται από το Κράτος (μέσω υπηρεσιών του) τότε τόσο οι ποσότητες όσο και οι τιμές πώλησης μπορούν να ελέγχονται πλήρως και οι όποιες διακυμάνσεις τους να είναι προβλεπόμενες. Αν όμως εκτός από την εισαγωγή συγκεκριμένων ειδών όλα τα υπόλοιπα μείνουν στα χέρια των ιδιωτών τότε αρχίζουν τα προβλήματα.

Έχοντας στα χέρια τους τόσο ο καταναλωτής όσο και ο εισαγωγέας/έμπορας ένα νόμισμα του οποίου η διεθνής αξία είναι αμελητέα επιδιώκουν ο μεν πρώτος να μείνουν οι τιμές σταθερές ο δε δεύτερος ν’ ανεβαίνουν. Η σταθερότητα των τιμών σε τέτοιες περιπτώσεις θεωρητικά φαίνεται εύκολο να επιτευχθεί μέσω της διατίμησης (δελτίου τιμών) και του ασφυκτικού αγορανομικού ελέγχου. Μόνο που στην πράξη το σύστημα δεν λειτουργεί (ενώ όταν λειτουργεί όπως-όπως τ’ αποτελέσματα δεν είναι ικανοποιητικά). Αναπτύσσεται μια παράλληλη «μαύρη αγορά» η οποία εξανεμίζει το εισόδημα των φτωχότερων την στιγμή που οι τελευταίοι αδυνατούν να καλύψουν τις βασικές τους ανάγκες. Από την πλευρά τους τόσο ο εισαγωγέας όσο και ο έμπορος είναι «αναγκασμένοι» ν’ ανεβάζουν τις τιμές ακριβώς επειδή το εγχώριο νόμισμα (Μπολιβάρ) έχει αμελητέα αξία στην διεθνή αγορά ειδικά όταν θα έρθει η ώρα να το ανταλλάξει ο πρώτος (εισαγωγέας) στην Κεντρική Τράπεζα με Δολάρια προκειμένου να πληρώσει την επόμενη εισαγωγή. Επιπρόσθετα και αναλόγως των συνθηκών ενδέχεται οι διακυμάνσεις της ισοτιμίας των δύο νομισμάτων να επιβαρύνουν ακόμη περισσότερο την τελική τιμή διάθεσης για να μην αναφέρουμε τις περιπτώσεις στις οποίες υπάρχει και περιορισμός της πώλησης συναλλάγματος προκειμένου να παραμείνουν τα συναλλαγματικά αποθέματα υψηλά. Συνεπώς ο εισαγωγέας μεταβιβάζει το δικό του πρόβλημα (της εξεύρεσης των απαραίτητων Μπολιβάρ για ν’ αγοράσει Δολάρια από την Κεντρική Τράπεζα) στον διανομέα ο οποίος με την σειρά του το μεταβιβάζει στον έμπορο. Όσο περισσότεροι κρίκοι υπάρχουν στην αλυσίδα εισαγωγής-διάθεσης τόσο μεγαλύτερη η αύξηση της τελικής τιμής.

Έτσι η αρχικά ανεπαρκής εγχώρια παραγωγή οδηγεί στην ανάγκη μεγάλων εισαγωγών οι οποίες χρειάζονται όλο και περισσότερα Μπολιβάρ για ν’ αγοραστούν Δολάρια. Έτσι ανεβαίνει το κόστος διαβίωσης εκτινάσσοντας τον πραγματικό (του καταναλωτή) και όχι τον επίσημο πληθωρισμό στα ύψη. Η «μαύρη αγορά» εκτός από το λαϊκό εισόδημα κατατρώει και τα ήθη ευνοώντας την επέκταση της πορνείας και κάθε μορφής παραβατικότητας μέσω της οποίας μπορούν να βρεθούν λίγα Δολάρια (ή Ευρώ).

Το «δυνατό χαρτί» της Βενεζουέλας είναι τα ορυκτά της από τα οποία πρωτεύουσα θέση έχει το πετρέλαιο στο οποίο αντιστοιχεί το 70% των συνολικών εσόδων της χώρας. Ο δευτερογενής τομέας (βιομηχανία) το 2001 αντιστοιχεί στο 40% της οικονομικής δραστηριότητας. Η αγροτική παραγωγή αντιστοιχεί στο 5% για την ίδια περίοδο. Άλλοι τομείς οικονομικής δραστηριότητας είναι η υλοτομία και η κτηνοτροφία. Σε κάθε όμως περίπτωση και εξαιτίας των αποφάσεων που ελήφθησαν εδώ και δεκαετίες και αποκρυσταλλώνονται στους εξαγωγικούς προσανατολισμούς της η Βενεζουέλα δεν κατέστη ποτέ αυτάρκης. (Περισσότερα για την Βενεζουέλα βλέπε εδώ).           

Έτσι εξηγείται η προσπάθεια να εντάξουν οι Η.Π.Α. όσους μπορούν περισσότερους στο στρατόπεδο το οποίο ηγεμονεύουν. Από την άλλη κύρια επιδίωξη της Κομμουνιστικής Διεθνούς (και αργότερα της Σοβιετικής Ένωσης) ήταν το ξέσπασμα της επανάστασης σε όσο γινόταν περισσότερα περιφερειακά κράτη (τα πολλά μικρά Βιετνάμ που ονειρευόταν ο Τσε) τα οποία φυσικά θ’ αλληλοϋποστηρίζονταν εμπορικά. Αλλιώς παραμόνευε ο κίνδυνος να πάθει κανείς ότι και η Βενεζουέλα. Να μείνει οικονομικά ξεκρέμαστη όταν θα μειώνονταν τα έσοδα από το κύριο εξαγώγιμο προϊόν της (την ζάχαρη στην περίπτωση της Κούβας παλαιότερα, του πετρελαίου στην περίπτωση της Βενεζουέλας) και να μην μπορεί έτσι να υποστηρίξει οικονομικά το έως τότε επίπεδο διαβίωσης των πολιτών της.

Η αντικειμενική θέση της Βενεζουέλας στον διεθνή καταμερισμό εργασίας (και παραγωγής) η οποία αποδυναμώθηκε μετά την εκδήλωση της Οικονομικής Κρίσης, καθώς και η απόφαση των Η.Π.Α. να στραφεί στην εξόρυξη των δικών της κοιτασμάτων έδωσαν την χαριστική βολή στα πετρελαϊκά της έσοδα και ανέδειξαν τις δομικές αδυναμίες της οικονομίας της. Η πρόβλεψη για το μέλλον της οικονομίας της δεν είναι αισιόδοξη καθώς η παγκόσμια οικονομία δεν αναμένεται ν’ αναθερμανθεί σύντομα στον ίδιο με πρίν ρυθμό. Η ειρωνία είναι ότι η μείωση του λαϊκού εισοδήματος στα ανεπτυγμένα κράτη οδηγεί σε μείωση των αγορών των Κινέζικης παραγωγής προϊόντων οδηγώντας σε επιβράδυνση της Κινέζικης οικονομίας από την οποία χάνουν οι πλούσιοι των ανεπτυγμένων χωρών οι οποίοι δανείζουν την Κίνα (η οποία με τη σειρά της δανείζει τις Η.Π.Α.). Γι’ αυτό βλέπουμε τις μεγάλες πτώσεις στα Χρηματιστήρια όταν ανακοινώνονται τα επίσημα στοιχεία για την Κινέζικη οικονομία. Όταν συμβαίνει όλο αυτό το ντόμινο εξελίξεων πως θ’ αυξηθεί η ζήτηση πετρελαίου για ν’ αρχίσουν ν’ ανεβαίνουν οι τιμές πώλησης του και ν’ αυξηθούν έτσι τα έσοδα της Βενεζουέλας;    

Η κριτική των «Μαρξιστών» της «ΚΟΝΤΡΑ» και της ιστοσελίδας www.eksegersi.gr έχει νόημα μόνο αν θεωρούν ότι υπήρχε και άλλος τρόπος δράσης. Ένας δρόμος τον οποίο ο Τσάβες δεν ακολούθησε (αν και θα μπορούσε). Υπήρχε (υπάρχει ακόμα) όμως ένας τέτοιος δρόμος; Στην βοήθεια/ενίσχυση ποιών κρατών θα μπορούσε να υπολογίζει η Βενεζουέλα; Μήπως στην Βραζιλία, την Ρωσία και την Αργεντινή (μέχρι προσφάτως); Και αυτές με τη σειρά τους από πού θα έβρισκαν τα παραπανίσια εισοδήματα για να στηρίξουν την Βενεζουέλα (και όσες άλλες χώρες έκριναν ότι πρέπει να στηρίξουν); Λέγοντας «εισοδήματα» δεν εννοώ μόνο λεφτά (από αυτά πού δεν περισσεύουν στις χώρες του B.R.I.C.S.) αλλά εννοώ και το περίσσευμα πρώτων υλών και προϊόντων (π.χ. φάρμακα) τα οποία είναι απαραίτητα για ένα ανεξάρτητο κράτος. Και δεν φτάνει να υπάρχουν αλλά πρέπει να δοθούν ελεύθερα χωρίς αυτός που τα δίνει να ζητά την υποταγή (οικονομική ή πολιτική) του λήπτη προκειμένου έτσι να υπηρετηθεί ο κοινός σκοπός. Φυσικά κάτι τέτοιο όχι μόνο δεν υπήρξε στην περίπτωση της Βενεζουέλας του Τσάβες, αλλά δεν φαίνεται ότι μπορεί να υπάρξει και στο κοντινό μέλλον.

Σκοπός όμως της «κριτικής» των «Μαρξιστών» της «ΚΟΝΤΡΑ» και της ιστοσελίδας www.eksegersi.gr δεν ήταν ν’ αναλύσουν την περίπτωση της Βενεζουέλας και να εντοπίσουν τα λάθη που έγιναν προκειμένου αυτά να μην επαναληφθούν. Σκοπός τους ήταν να «προστατέψουν» την «πρωτοπόρα θεωρία» από κάθε περιστατικό που θα δημιουργούσε αμφιβολίες για την επιτυχή εφαρμογή της κάποια μέρα. Σκοπός τους ήταν (και είναι) να κρατήσουν την ελπίδα ζωντανή, ακόμα και αν αυτή υφίσταται μόνο στην θεωρία. Για να το καταφέρουν επιστράτευσαν όλους τους γνωστούς και πολυκαιρισμένους από την μακροχρόνια χρήση θεωρητικούς αφορισμούς, οι οποίοι έχουν νόημα μόνο εντός του μαρξιστικού πλαισίου σκέψης και ανάλυσης χωρίς τελικά να λένε κάτι ουσιαστικό. Για παράδειγμα πως η «σωστή» ολοκλήρωση των εθνικοποιήσεων και η πλήρης ικανοποίηση των εργατικών διεκδικήσεων σ’ αυτές θα έκανε την Βενεζουέλα αυτάρκη σε πρώτες ύλες και είδη πρώτης ανάγκης για να μην έχει κανέναν ανάγκη; Ένα εργοστάσιο (εθνικοποιημένο ή όχι) παράγει για να καλύψει τις ανάγκες της αγοράς ώστε με το αντίτιμο που θα εισπράξει να πληρώσει τα έξοδα λειτουργίας του (μισθούς, προμήθεια πρώτων υλών) και να παράξει κέρδος για την ιδιοκτησία (ιδιωτική ή κρατική). Η εθνικοποίηση από μόνη της δεν λύνει κανένα πρόβλημα όπως ακριβώς και η αλλαγή του συστήματος μηχανογράφησης δεν κάνει την επιχείρηση πιο ανταγωνιστική (αν και μπορεί αρχικά να την κάνει αποδοτικότερη).    

Την ίδια επιχειρηματολογία ανέπτυξαν και για την περίπτωση της Αργεντινής (βλέπε εδώ), η οποία ουδόλως διαφοροποιείται από την Βενεζουέλα. Εδώ όμως ο αρθρογράφος μιλά για «σοσιαλδημοκρατία των Περονιστών» (οι οποίοι αν το καλοσκεφτεί κανείς παραπέμπουν στο δικό μας ΠΑ.ΣΟ.Κ.). Προφανώς και κανείς δεν θα περίμενε να τους αναγνωριστεί οποιοδήποτε ελαφρυντικό. Τουλάχιστον όμως δεν τους καταλογίζει ευθύνες για «ψευδεπίγραφο» σοσιαλισμό.  

Το ιδιαίτερο ενδιαφέρον στην περίπτωση της Αργεντινής είναι ότι είχε προπαγανδισθεί ως παράδειγμα προς μίμηση για εμάς. Συνεπώς η επιτυχία της θα ήταν απόδειξη για την ύπαρξη ενός εναλλακτικού τρόπου άσκησης οικονομικής πολιτικής. Ομοίως η αποτυχία της έχει γενικότερες συνέπειες αφού η Αργεντινή ως χώρα είναι (ή θα ήθελε να είναι) όχι μόνο το αντίπαλο δέος της Βραζιλίας αλλά και η δεύτερη μεγαλύτερη χώρα της Νότιας Αμερικής.

Δεδομένου ότι η εκάστοτε συζήτηση περί ψευδεπίγραφου έχει στόχο την διαφύλαξη του ονόματος (της φήμης) της θεωρίας/έννοιας από κάθε τι που θα την στιγμάτιζε στα μάτια των οπαδών της η καταδίκη κάθε παρεκτροπής πρέπει όχι μόνο να είναι άμεση αλλά και σκληρή. Ακόμα καλύτερα αν χρησιμοποιούνται λαϊκές λέξεις και εκφράσεις οπότε και το αποτέλεσμα είναι αμεσότερο. Στην κατηγορία αυτή ανήκει αυτό το δημοσίευμα, το οποίο αποτελεί την μεταφορά της τοποθέτησης Αλαβάνου στην Συνδιάσκεψη της ΛΑ.Ε. τον Νοέμβρη του 2015 για την Κυβέρνηση ΣΥ.ΡΙΖ.Α. και τον Αλέξη Τσίπρα.  

Στη συγκεκριμένη περίπτωση ο μέντορας του Αλέξη Τσίπρα, αυτός που τον πήρε από το χέρι (γιατί άραγε;) και του παρέδωσε μαζί με το δαχτυλίδι της εξουσίας έναν πολιτικό μηχανισμό κατακεραυνώνει τώρα το δημιούργημα του και όσα αυτό προκαλεί. Αυτός που δήλωσε πως διάλεξε τον Αλέξη επειδή δεν ανήκε σε καμία φράξια προσπαθεί να υπερασπιστεί τώρα την τιμή της Αριστεράς εξαπολύοντας μύδρους εναντίον του. Με λέξεις όπως τερατογένεση και εκφράσεις του τύπου «Δεν πρόκειται για αριστερή παρένθεση. Πρόκειται για την πιο μαύρη παρένθεση προδοσίας και όνειδους στην ιστορία της Αριστεράς.» αλλά και «Να φύγει με πίσσα και πούπουλα…» προσπαθεί να προχωρήσει σε μια ακόμη «παρθενοραφή» για ν’ αποδώσει και πάλι άσπιλη και αμόλυντη την Αριστερά στους οπαδούς της μη τυχόν και αυτοί χάσουν την πίστη τους σ’ αυτή χάνοντας και αυτός (όπως και οι όμοιοι του) κάθε λόγο ύπαρξης.

Στην ουσία το ζήτημα δεν είναι αν κάτι είναι ψευδεπίγραφο σε σχέση με το πρωτότυπο του, αλλά ο λόγος για τον οποίο θεωρείται τέτοιο. Είναι καλό να έχουμε ιδεώδη για την επικράτηση των οποίων ν’ αγωνιζόμαστε αλλά αυτό είναι διαφορετικό από το να παραμυθιαζόμαστε ρίχνοντας μονίμως στους άλλους το φταίξιμο. Μόνο αν γίνουμε πραγματιστές όσον αφορά την εφαρμογή στην πράξη των ιδεών μας -αναγνωρίζοντας παράλληλα τους περιορισμούς που μας επιβάλλει το περιβάλλον μας- υπάρχει η πιθανότητα έχουμε κάποιο θετικό αποτέλεσμα. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι πρέπει ν’ αγόμαστε και να φερόμαστε στην τύχη όπως η σημερινή κυβέρνηση υποχωρώντας κάθε φορά σε όποιον ασκεί την μεγαλύτερη πίεση. Σημαίνει απλά πως ότι χρειαζόμαστε αρχικά είναι η ύπαρξη μιάς κεντρικής επιδίωξης (σκοπού) η οποία πρέπει να πραγματωθεί. Όλα τα υπόλοιπα διαμορφώνονται στη συνέχεια λαμβάνοντας υπ’ όψη τις συνθήκες που επικρατούν και τα προβλήματα που πρέπει να ξεπεραστούν κάθε φορά προσέχοντας να μένουμε πάντα σταθεροί στον αρχικό μας σκοπό. Το μόνο εργαλείο που χρειάζεται είναι η Λογική. Όλα τα υπόλοιπα: επιστημονικά πορίσματα, μέθοδοι και τα τοιαύτα δεν έχουν αξία αφ’ εαυτά αλλά αποκτούν μόνον όταν καταλήγουν σε κάτι ωφέλιμο υπό το πρίσμα της Λογικής.

Για να δώσουμε ένα παράδειγμα: Μπορεί να φαίνεται ότι μια σειρά μέτρων λύνει ένα πρόβλημα όπως το Ασφαλιστικό, αλλά αυτό ισχύει πράγματι μόνον όταν τα μέτρα δίνουν το «σωστό» μήνυμα. Έτσι αν με τα μέτρα επιχειρείται η αύξηση των εσόδων η εφαρμογή τους οδηγεί ως αντίδραση σ’ αυτά στην εισφοροδιαφυγή και στην παραοικονομία (αδήλωτα εισοδήματα). Σημαντικότερο από τα ίδια τα μέτρα είναι η ουσία (φιλοσοφία) τους. Αλλά περισσότερα γι’ αυτό σε προσεχές κείμενο.

Συνεπώς κατά την γνώμη μου η συζήτηση για το ψευδεπίγραφο ή όχι μιας ιδέας ή θεωρίας δεν έχει νόημα καθ’ εαυτή αλλά μόνο σε συνάρτηση με το πώς θα μπορούσε αυτή να εφαρμοστεί καλύτερα στις δεδομένες συνθήκες. Αλλιώς όπως στην περίπτωση της Αριστεράς θα κυνηγάμε χίμαιρες γεννώντας ελπίδες αλλά συχνότερα απογοητεύσεις.

 

23 Γενάρη 2016
παρατηρητής 1.

Διαβάστηκε 4128 φορές
 
 
   
Βρίσκεστε εδώ: Αρχική Κείμενα Παρατηρητηρίου ΠΕΡΙ «ΓΝΗΣΙΟΥ» ΚΑΙ «ΨΕΥΔΕΠΙΓΡΑΦΟΥ» ΣΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ (ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΕΙΝΑΙ ΠΑΝΤΑ ΟΠΩΣ ΜΑΣ ΣΥΜΦΕΡΕΙ)